Ο Όσιος Πέτρος της Κορίσης
Σε μια σπηλιά κοντά στην Κορίσα, ένας νεαρός Σέρβος ασκητής αντιμετώπιζε νυχτερινές επιθέσεις δαιμόνων και τις απέκρουε ψάλλοντας ψαλμούς μέχρι το χάραμα. Στην ίδια εκείνη σπηλιά ο Αρχάγγελος Μιχαήλ εμφανίστηκε ζωντανός μπροστά του και τους έδιωξε για πάντα από το κελί του. Ο όσιος Πέτρος γεννήθηκε το έτος χίλια διακόσια έντεκα στο χωριό Ουνγίμιρ, ανάμεσα στο Πετς και το Κοσσυφοπέδιο. Από μικρό παιδί ήταν πράος και ταπεινός και σπάνια έπαιρνε μέρος στα παιχνίδια των άλλων παιδιών.
Μαζί με τη μικρότερη αδελφή του Ελένη, αφιερώθηκαν από νωρίς στην προσευχή και τη νηστεία. Όταν έγινε δέκα χρονών, ανακοίνωσε στους γονείς του πως ήθελε να υπηρετήσει τον Θεό ως μοναχός. Στα δεκατέσσερά του πέθανε ο πατέρας του και ανέβαλε την είσοδό του στο μοναστήρι για να φροντίσει τη μητέρα και την αδελφή του. Παράλληλα εντατικοποίησε τους ασκητικούς του αγώνες μέσα στο σπίτι και κράτησε τον νου του στραμμένο στον Χριστό. Όταν έφτασε στα δεκάξι του χρόνια, η αγαπημένη του μητέρα αναπαύθηκε εν Κυρίω και τον άφησε ελεύθερο να ακολουθήσει την κλήση του.
Αποφασισμένος πια να μονάσει, ρώτησε την αδελφή του αν σκόπευε να παντρευτεί, γιατί η συνείδησή του δεν τον άφηνε να την εγκαταλείψει χωρίς πρόνοια. Η Ελένη του απάντησε πως ήθελε να κρατήσει την παρθενία της και να γίνει μοναχή κοντά του. Του ζήτησε μάλιστα να μοιραστεί τη ζωή της προσευχής και της άσκησης μαζί του, αρκεί να την έπαιρνε. Ο Πέτρος χάρηκε και αποκρίθηκε με απλότητα πως ας γίνει το θέλημα του Κυρίου σε όλα. Πούλησαν τότε την πατρική τους περιουσία και μοίρασαν όλα τα χρήματα στους φτωχούς της περιοχής.
Έφτασαν μαζί στο Πετς και κατέληξαν στη Μονή των Αγίων Πέτρου και Παύλου, όπου παρέμεινε ο όσιος. Η Ελένη μπήκε σε γειτονικό γυναικείο μοναστήρι και ξεκίνησε με ζήλο τη μοναχική της πορεία. Μετά από αρκετά χρόνια, οι ηγούμενοι έδωσαν και στους δύο την άδεια να ζήσουν στην ησυχία της ερήμου. Ο Πέτρος έχτισε δύο μικρά κελιά κοντά στη μονή, ένα για τον εαυτό του και ένα για την αδελφή του. Περνούσαν τις ημέρες και τις νύχτες στην αδιάλειπτη προσευχή και τη νηστεία, νεκρώνοντας τα πάθη της σάρκας.
Δεν άργησαν όμως να φανερωθούν αυτές οι δύο πνευματικές λαμπάδες στους κατοίκους της γύρω περιοχής. Άρχισαν να φτάνουν κοντά τους πιστοί για να ζητήσουν πνευματική συμβουλή και θεραπεία των ασθενειών τους. Ο όσιος Πέτρος και η αδελφή του συμφώνησαν να αποφύγουν την παγίδα της κενοδοξίας και να μετακινηθούν σε πιο απομονωμένο τόπο. Έφτασαν στην Τσέρνα Ρέκα, που σημαίνει Μαύρο Ποτάμι, πάνω στις όχθες του Ίμπαρ. Εκεί ο Πέτρος επιθυμούσε να προχωρήσει ακόμη πιο βαθιά στα δάση για μεγαλύτερη άσκηση, αλλά δίσταζε να αφήσει μόνη την αδελφή του.
Από την άλλη φοβόταν πως, αν ερχόταν μαζί του, θα έθετε σε κίνδυνο τη σωματική και πνευματική της υγεία. Αποφάσισε λοιπόν να φύγει κρυφά και να ζήσει μόνος του πάνω σε ένα βουνό. Πριν προλάβει όμως να απομακρυνθεί, η Ελένη κατάλαβε την απουσία του και έτρεξε ξοπίσω του. Τον πρόλαβε και ταξίδεψαν παρέα μέχρι ένα βουνό κοντά στην πόλη του Πρίζρεν, εκεί όπου βρισκόταν ο οικισμός της Κορίσης. Έκαναν μια στάση για να ξεκουραστούν και η Ελένη αποκοιμήθηκε πάνω στο χορτάρι.
Ο Πέτρος δάκρυσε, σχημάτισε πάνω της το σημείο του σταυρού και χάθηκε σιωπηλά μέσα στο δάσος. Όταν εκείνη ξύπνησε και δεν τον βρήκε, ξέσπασε σε κλάματα και φώναζε το όνομά του στο βουνό. Στο τέλος κατέβηκε στο Πρίζρεν και έζησε εκεί όλα τα υπόλοιπα χρόνια της ασκητικής της ζωής. Η αγία Ελένη τιμάται μαζί με τον αδελφό της στις πέντε Ιουνίου από την Εκκλησία. Ο όσιος Πέτρος εγκαταστάθηκε σε μια σπηλιά κοντά στην Κορίσα και συνέχισε τους αγώνες του στον καύσωνα του καλοκαιριού και στο κρύο του χειμώνα.
Άντεξε με υπομονή τους πειρασμούς και τις επιθέσεις των δαιμόνων που τον περιέβαλλαν κάθε νύχτα. Όταν τον πολεμούσαν, έψαλλε ψαλμούς και ύμνους ολονυχτίς μέχρι να ανατείλει πάλι ο ήλιος του Θεού. Παρακαλούσε θερμά τον Κύριο να τον στηρίξει και να τον παρηγορήσει μέσα στους σκληρούς ασκητικούς του αγώνες. Τότε εμφανίστηκε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, έδιωξε τους δαίμονες και του υποσχέθηκε πως δεν θα ξαναπατούσαν στο κελί του. Τον προειδοποίησε να μένει άγρυπνος και επίμονος, γιατί ο διάβολος επιθυμούσε διακαώς την καταστροφή του.
Ο Αρχάγγελος του συμβούλεψε να επικαλείται πάντοτε το όνομα του Κυρίου σε κάθε επίθεση του πονηρού και έπειτα αφανίστηκε. Ο όσιος εξακολούθησε να υπομένει πειρασμούς, αλλά νικούσε με τη δύναμη του Χριστού όλους τους αντιπάλους του. Αναγνωρίζοντας την προσωπική του αδυναμία, στρεφόταν με δάκρυα στον Σωτήρα, που τον δυνάμωνε και τον στήριζε. Μετά από αυτές τις νίκες, ο Κύριος τον παρηγόρησε με μια θεωρία του Ακτίστου Φωτός, που κράτησε αρκετές ημέρες.
Από εκείνη τη στιγμή ο Πέτρος έγινε φωτοφόρος δοχείο της θείας χάριτος και κανένας δαίμονας δεν τόλμησε ξανά να τον πλησιάσει. Πριν από την κοίμησή του, ο Θεός του έστειλε πολλούς μοναχούς για να τους καθοδηγήσει στην οδό της σωτηρίας. Ο όσιος τους ευλόγησε, τους έκειρε και τους επέτρεψε να κατοικήσουν στις σπηλιές που βρίσκονταν κάτω από τη δική του. Προβλέποντας τον θάνατό του, σκάλισε ο ίδιος μέσα στον βράχο του κελιού του τον τάφο που θα τον δεχόταν.
Ύστερα από αίτημα των μαθητών του, τους διηγήθηκε όλη τη ζωή του και τους αποκάλυψε τους πνευματικούς του αγώνες. Κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων μαζί με τους αδελφούς της συνοδείας του. Αφού αποχαιρέτησε έναν προς έναν τους μαθητές του, παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του στον Θεό την πέμπτη Ιουνίου του έτους χίλια διακόσια εβδομήντα πέντε. Τη νύχτα της μακαρίας του κοιμήσεως, ένα ουράνιο φως φάνηκε μέσα στη σπηλιά του και αγγελικές ψαλμωδίες ακούστηκαν από τους άλλους μοναχούς.
Το πρωί το πρόσωπό του έλαμπε με υπερκόσμια λαμπρότητα και από το λείψανό του ανέβλυζε γλυκύτατη ευωδία. Μετά την ταφή του, πολλοί προσκυνητές που έφταναν στον τάφο του θεραπεύονταν από σωματικές και πνευματικές ασθένειες. Εβδομήντα χρόνια αργότερα, ο βασιλιάς Δουσάν έχτισε ναό στην Κορίσα πάνω από τα τίμια λείψανα του οσίου. Τον αφιέρωσε στον θεοφόρο ασκητή και έγινε τόπος προσκυνήματος για όλη τη γύρω περιοχή. Αργότερα τα λείψανα μεταφέρθηκαν στη μονή του Μαύρου Ποταμού και έπειτα στον ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην πόλη Κολασίν.
Πολλές από τις άγιες εικόνες του οσίου αναδείχθηκαν θαυματουργές και πλήθος πιστών έλαβαν παρηγοριά μπροστά τους. Η επιγραφή τους τον αναφέρει ως άγιο Πέτρο της Κορίσης, ερημίτη και θαυματουργό. Έτσι η Σερβική Εκκλησία τιμά αυτόν τον λαμπρό φωτιστή της ερήμου ως πρότυπο ησυχαστικής ζωής.