Ο Όσιος Ανούβιος ο Ομολογητής της Ερήμου
Επί ολόκληρη εβδομάδα ο γέροντας πετούσε πέτρες στο πρόσωπο ενός ειδωλολατρικού αγάλματος και ύστερα του ζητούσε ταπεινά συγχώρεση. Ένα πλοιάριο, χωρίς κωπηλάτες και χωρίς πανί, ταξίδεψε σε μία μόνο ώρα την απόσταση τριών ημερών στον Νείλο, μεταφέροντας τρεις ερημίτες προς τη συνάντησή του. Ο Όσιος Ανούβιος καταγόταν από την Αίγυπτο και έζησε στους χρόνους των μεγάλων διωγμών εναντίον των χριστιανών, κατά τον τέταρτο μετά Χριστόν αιώνα. Όταν οι ειδωλολάτρες άρχισαν να καταδιώκουν τους πιστούς, εκείνος ομολόγησε με παρρησία το όνομα του Χριστού ενώπιον των διωκτών.
Υπέμεινε φρικτά βασανιστήρια χωρίς να λυγίσει, και με θαυμαστό τρόπο η χάρη του Θεού τον γλίτωσε από τα χέρια των ειδωλολατρών. Αμέσως μετά αναχώρησε για την έρημο, όπου αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στην άσκηση και στην προσευχή έως βαθύ γήρας. Εκεί ίδρυσε μικρή σκήτη και ζούσε μαζί με άλλους έξι μοναχούς, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο αδελφός του, ο μέγας Ποιμήν, που εορτάζεται τον Αύγουστο. Η ζωή τους κυλούσε ήσυχα μέσα στην ησυχία και στην αδιάλειπτη μνήμη του Κυρίου.
Κάποτε ληστές επέδραμαν στη σκήτη και την κατέστρεψαν, αναγκάζοντας τους μοναχούς να κρυφτούν στα ερείπια ενός αρχαίου ειδωλολατρικού ναού. Έδωσαν τότε λόγο μεταξύ τους ότι για μία ολόκληρη εβδομάδα δεν θα αντάλλασσαν ούτε μία κουβέντα. Κάθε πρωί ο Ανούβιος έπαιρνε μια πέτρα και χτυπούσε το πρόσωπο του πεσμένου αγάλματος που βρισκόταν εκεί. Κάθε βράδυ στεκόταν πάλι μπροστά στο ίδιο άγαλμα και του έλεγε με συντριβή «ήμαρτον». Όταν τελείωσαν οι επτά μέρες, οι αδελφοί τον πλησίασαν με απορία και τον ρώτησαν τι σήμαινε αυτή η παράξενη συμπεριφορά του.
Ο γέροντας τους εξήγησε με απλότητα το νόημα της πράξης του εκείνες τις ημέρες. Όπως το άγαλμα δεν θύμωσε όταν δέχτηκε τα χτυπήματα, ούτε κολακεύτηκε όταν άκουσε λόγια συγγνώμης, έτσι οφείλουν να ζουν και οι μοναχοί. Με αυτό το ζωντανό παράδειγμα δίδαξε την απάθεια και την αδιαφορία απέναντι στους επαίνους και στις προσβολές του κόσμου. Έτσι περνούσαν τα χρόνια του στην έρημο, μέσα στη σιωπή και στην ταπείνωση. Λίγο πριν από το τέλος του, τρεις ερημίτες, ο αββάς Σουρ, ο Ησαΐας και ο Παύλος, συναντήθηκαν τυχαία στις όχθες του Νείλου.
Ο καθένας τους ξεκινούσε χωριστά για τον ίδιο προορισμό, το κελί του οσίου Ανουβίου. Η απόσταση όμως ήταν τριών ημερών με πλοίο, και μάλιστα κόντρα στο ρεύμα του ποταμού. Επειδή κανένα πλοιάριο δεν φαινόταν στον ορίζοντα, οι τρεις γέροντες παρακάλεσαν θερμά τον Κύριο να ευοδώσει το ταξίδι τους. Ζήτησαν ιδιαίτερα από τον αββά Σουρ να σταθεί μπροστάρης στην προσευχή, γιατί πίστευαν στην παρρησία του ενώπιον του Θεού. Εκείνος γονάτισε σταυρωτά στη γη και προσευχήθηκε με δάκρυα και βαθιά συντριβή.
Όταν σηκώθηκαν, είδαν με έκπληξη ένα μικρό πλοιάριο δεμένο στην όχθη. Μπήκαν αμέσως μέσα, και άνεμος μυστικός το οδήγησε με ταχύτητα ασύλληπτη πάνω στα νερά του ποταμού. Μέσα σε μία μόνο ώρα διέσχισαν την απόσταση τριών ημερών, φτάνοντας ασφαλείς απέναντι από το μοναστήρι του οσίου. Δοξολόγησαν τον Θεό για τη θαυμαστή βοήθεια και κατευθύνθηκαν με χαρά προς τη μονή. Ο όσιος Ανούβιος βγήκε από μόνος του να τους προϋπαντήσει, σαν να τους περίμενε από καιρό.
Τους χαιρέτησε με αγάπη και τους είπε ότι τους έβλεπε ήδη πνευματικά πριν τον επισκεφθούν σωματικά. Τους οδήγησε στο κελί του και άρχισε να αποκαλύπτει στον καθένα τα κρυφά κατορθώματα της ψυχής του. Ο πατέρας Παύλος αποκάλυψε τότε ότι ο Κύριος του φανέρωσε πως μετά από τρεις ημέρες ο όσιος θα έφευγε από τον κόσμο. Οι αδελφοί τον παρακάλεσαν να τους διηγηθεί κάτι από τους αγώνες του, για ωφέλεια των μεταγενεστέρων. Εκείνος αποκρίθηκε ταπεινά ότι δεν θυμόταν να έπραξε ποτέ κάτι μεγάλο ή ένδοξο μέσα στη ζωή του.
Όμως, πιεσμένος από τις παρακλήσεις τους, μίλησε με απλότητα για όσα του χάρισε ο Θεός. Από τη στιγμή που ομολόγησε τον Χριστό μπροστά στους τυράννους, ψέμα δεν βγήκε ποτέ από το στόμα του. Δεν επιθύμησε ποτέ τίποτε γήινο, και Άγγελοι του έφερναν την αναγκαία τροφή. Η καρδιά του φλεγόταν αδιάκοπα από τον πόθο της κοινωνίας με τον αγαπημένο Νυμφίο της ψυχής του. Έβλεπε συχνά Άγγελο του Θεού να στέκεται κοντά του και να του δείχνει τους κοσμοκράτορες του αιώνα τούτου.
Έβλεπε χορούς Αγγέλων που έψαλλαν μπροστά στον Θεό, μάρτυρες και ομολογητές, συνάξεις μοναχών και πλήθη αγίων μέσα στην αιώνια δόξα. Καθαρά μπροστά στα μάτια της ψυχής του φανερωνόταν επίσης ο σατανάς μαζί με τους αγγέλους του παραδομένοι στο αιώνιο πυρ της κολάσεως. Από την άλλη πλευρά, αντίκριζε τους δικαίους να απολαμβάνουν την ανέσπερη χαρά της Βασιλείας του Θεού. Όλα αυτά τα διηγήθηκε με πολλή ταπείνωση επί τρεις συνεχόμενες ημέρες, μόνο για την ωφέλεια των αδελφών που τον επισκέφθηκαν εκείνες τις στιγμές.
Στο τέλος της τρίτης ημέρας παρέδωσε ειρηνικά και χαρούμενα το πνεύμα του στα χέρια του αγαπημένου του Κυρίου. Αμέσως φάνηκαν πλήθη αγίων Αγγέλων, που παρέλαβαν την ψυχή του και την ανέβασαν στα ουράνια. Στον αέρα ακούστηκαν γλυκύτατες αγγελικές υμνωδίες, τις οποίες άκουσαν καθαρά και οι τρεις πατέρες. Έτσι ο όσιος Ανούβιος μετέστη στις άνω μονές, για να συναριθμηθεί με τους ομολογητές του Χριστού στους αιώνες.