Ο Νέος Μεγαλομάρτυρας Ιωάννης της Σωτσάβας

Ο Νέος Μεγαλομάρτυρας Ιωάννης της Σωτσάβας

Ένας νεαρός έμπορος από την Τραπεζούντα ταξίδευε με πλοίο γεμάτο εμπορεύματα, χωρίς να ξέρει ότι το επόμενο λιμάνι θα γινόταν ο τόπος του μαρτυρίου του. Στο Βελιγράδι του Δούναβη, ένας πυρολάτρης άρχοντας τον περίμενε για να τον αναγκάσει να αρνηθεί τον Χριστό και να προσκυνήσει τον ήλιο. Ο Άγιος Ιωάννης έζησε τον δέκατο τέταρτο αιώνα και καταγόταν από τη μεγάλη και πλούσια πόλη της Τραπεζούντας, κοντά στα σύνορα της Αρμενίας. Ήταν άνθρωπος ευσεβής, σταθερός στην ορθόδοξη πίστη και γενναιόδωρος προς τους φτωχούς και τους αδυνάτους.

Ασχολούνταν με το εμπόριο και ταξίδευε συχνά με τα πλοία προς διάφορες πόλεις της ανατολής. Κάποτε επιβιβάστηκε σε καράβι αλλόθρησκου καπετάνιου, σκληρού και ανελέητου ανθρώπου, μαζί με σημαντική ποσότητα εμπορευμάτων. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ο μακάριος προσευχόταν, νήστευε και βοηθούσε όσους ασθενούσαν ή βρίσκονταν σε ανάγκη μέσα στο πλοίο. Ο εχθρός διάβολος όμως φθόνησε την ενάρετη ζωή του και έσπρωξε τον καπετάνιο σε ατέλειωτες διαμάχες περί πίστεως.

Ο Ιωάννης, μορφωμένος και έμπειρος στις Γραφές, νικούσε πάντοτε τα επιχειρήματα του αντιπάλου και αποκάλυπτε την πλάνη του. Εκείνος όμως άναψε από μίσος και αποφάσισε να εκδικηθεί τον δίκαιο άνθρωπο με δόλιο τρόπο. Όταν το πλοίο έδεσε στο Βελιγράδι κοντά στον Βόσπορο, ο κακόβουλος καπετάνιος έτρεξε στον τοπικό διοικητή. Ο άρχοντας εκείνος ήταν Πέρσης πυρολάτρης, φανατικός υπερασπιστής των πατρώων του παραδόσεων και εχθρός της χριστιανικής πίστεως.

Ο καπετάνιος τού είπε ψέματα ότι ο Ιωάννης επιθυμούσε να αρνηθεί τον Χριστό και να ασπαστεί τη λατρεία του ηλίου. Ο διοικητής χάρηκε υπερβολικά και κάλεσε τον Άγιο με τιμές μπροστά στο πλήθος της πόλεως. Με γλυκά και κολακευτικά λόγια του ζήτησε να αρνηθεί δημόσια την πίστη του και να προσκυνήσει τον ήλιο και τα ουράνια άστρα. Ο Άγιος ύψωσε τα μάτια στον ουρανό και θυμήθηκε τα λόγια του Κυρίου, ότι το Άγιο Πνεύμα θα δώσει την απάντηση στους διωκόμενους.

Έπειτα έτεινε με θάρρος το χέρι του και κατήγγειλε τον άρχοντα ως όργανο του πατέρα του ψεύδους, του σατανά. Δήλωσε ανοιχτά ότι ο ήλιος είναι κτίσμα φωτεινό, φτιαγμένο από τον Θεό την τέταρτη ημέρα της δημιουργίας. Πρόσθεσε ότι ποτέ δεν θα προσκυνήσει την κτίση αντί του Δημιουργού, ούτε θα θυσιάσει σε άστρα και ψεύτικους θεούς. Ο τύραννος εξοργίστηκε φοβερά από τη γενναία ομολογία και διέταξε να γυμνώσουν τον μάρτυρα και να τον χτυπήσουν με χοντρά ραβδιά.

Οι δήμιοι κτυπούσαν τόσο σκληρά, ώστε κομμάτια από τη σάρκα του πετούσαν στον αέρα μαζί με τα ραβδιά. Όλος ο τόπος βάφτηκε από το άγιο αίμα του γενναίου αθλητή του Χριστού. Εκείνος όμως ευχαριστούσε τον Θεό που τον αξίωσε να καθαριστεί από τις αμαρτίες του μέσα από το ίδιο του το αίμα. Όταν βράδιασε, ο άρχοντας πρόσταξε να τον δέσουν με δύο αλυσίδες και να τον ρίξουν στη φυλακή ημιθανή. Την επομένη ο Άγιος εμφανίστηκε στο κριτήριο με φωτεινό και χαρούμενο πρόσωπο, σαν να μην είχε πάθει τίποτε.

Ο διοικητής απόρησε και προσπάθησε ξανά να τον δελεάσει με υποσχέσεις γιατρειάς και τιμών από τους ξακουστούς γιατρούς της Περσίας. Ο μάρτυρας απάντησε με τα λόγια του Παύλου, ότι ο εξωτερικός άνθρωπος φθείρεται αλλά ο εσωτερικός ανανεώνεται καθημερινά μέσα στον Χριστό. Ζήτησε μάλιστα νέα και αυστηρότερα βασανιστήρια, διότι θεωρούσε τα προηγούμενα παντελώς ασήμαντα. Ο μανιασμένος δικαστής διέταξε νέο και σκληρότερο ραβδισμό, μέχρι που φάνηκαν τα σπλάχνα του μάρτυρα από τις πληγές.

Το πλήθος των πολιτών δεν άντεξε άλλο και άρχισε να φωνάζει εναντίον του ασπλάχνου άρχοντος για την απάνθρωπη συμπεριφορά του. Τότε εκείνος πρόσταξε να δέσουν τα πόδια του Αγίου στην ουρά αγρίου αλόγου και να τον σύρουν στους δρόμους της πόλεως. Όταν το άλογο πέρασε από τη συνοικία των Ιουδαίων, εκείνοι χλεύαζαν τον μάρτυρα και του πετούσαν πέτρες με αγριάδα. Ένας μάλιστα από αυτούς όρμησε με γυμνό σπαθί και έκοψε την τίμια κεφαλή του γενναίου αθλητή του Χριστού.

Το λείψανο έμεινε ασκέπαστο στον δρόμο, διότι κανείς χριστιανός δεν τολμούσε να το πάρει για να μη θυμώσει ο τύραννος. Όταν όμως νύχτωσε, φάνηκε μέγα θαύμα πάνω από το άγιο σώμα του μεγαλομάρτυρος. Τρεις φωτεινοί άνδρες έψαλλαν θεϊκούς ύμνους κρατώντας αναμμένες λαμπάδες και θυμιατά. Πύρινος στύλος στηριζόταν πάνω στο μαρτυρικό λείψανο, και πλήθος κανδηλιών φώτιζε ολόκληρο τον τόπο εκείνον. Πολλοί κάτοικοι αξιώθηκαν να δουν το ουράνιο τούτο θέαμα.

Ένας Ιουδαίος, του οποίου το σπίτι βρισκόταν κοντά εκεί, νόμισε ότι χριστιανοί ιερείς ήρθαν για να πάρουν το λείψανο. Πήρε τόξο και βέλος, πλησίασε και τέντωσε τη χορδή για να σκοτώσει έναν από τους φωτεινούς εκείνους άνδρες. Την ίδια στιγμή το βέλος κόλλησε στα δάχτυλα του δεξιού του χεριού και το τόξο στο αριστερό του. Έμεινε δεμένος από αόρατη δύναμη Θεού όλη τη νύχτα, σαν να ήταν σιδηροδεμένος με βαριές αλυσίδες. Το πρωί ο λαός μαζεύτηκε και είδε τον δύστυχο τοξότη ακίνητο και αιχμάλωτο.

Αναγκάστηκε να ομολογήσει δημόσια όσα είδε επάνω από το λείψανο και την τιμωρία που δέχτηκε από τον δίκαιο Θεό. Μετά την ομολογία ελευθερώθηκε από τα αόρατα δεσμά και έφυγε φοβισμένος. Ο διοικητής έντρομος επέτρεψε στους χριστιανούς να ενταφιάσουν με τιμή το άγιο λείψανο στην τοπική εκκλησία. Λίγες μέρες αργότερα ο φραγκικός καπετάνιος μετάνιωσε για το έγκλημά του και θέλησε να κλέψει κρυφά τα τίμια λείψανα. Ο μάρτυρας όμως φάνηκε σε όνειρο στον ιερέα της εκκλησίας και τον προειδοποίησε αμέσως για την επιβουλή.

Έτσι σώθηκαν τα ιερά λείψανα και τοποθετήθηκαν με σεβασμό μέσα στο άγιο βήμα, κοντά στην αγία τράπεζα. Επί εβδομήντα ολόκληρα χρόνια παρέμειναν τα τίμια λείψανα του μεγαλομάρτυρος μέσα στο ιερό βήμα εκείνης της εκκλησίας. Συνέβαιναν εκεί συνεχώς θαυμαστά σημεία τόσο τη μέρα όσο και τη νύχτα προς οικοδομή των πιστών. Άλλοτε φαινόταν φως αλλόκοτο και θεϊκό, άλλοτε πύρινος στύλος υψωνόταν πάνω από τη λειψανοθήκη του Αγίου. Άρρητη ευωδία έβγαινε συχνά από τον τάφο και πολλοί ασθενείς λάμβαναν θεραπεία από τα ιερά λείψανα.

Η φήμη των θαυμάτων έφτασε στον ευσεβή ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας, τον μέγα βοεβόδα Αλέξανδρο. Ο άρχοντας εκείνος ήταν στολισμένος με πολλές αρετές και αγαπούσε ιδιαίτερα τους μάρτυρες του Χριστού. Με τη σύμφωνη γνώμη του ιερωτάτου αρχιεπισκόπου Ιωσήφ έστειλε άρχοντες και στρατιώτες στο Βελιγράδι. Εκείνοι έφεραν τα τίμια λείψανα και ο βοεβόδας τους υποδέχτηκε με όλο τον λαό κρατώντας λαμπάδες, θυμιατά και ευωδιαστά μύρα. Έπεσε με δάκρυα μπροστά στη λειψανοθήκη και ασπάστηκε τα πολύαθλα χέρια του μάρτυρος με συγκίνηση. Παρακάλεσε τον Άγιο να γίνει φύλακας και προστάτης της ηγεμονίας του και του λαού του. Με μεγάλη τιμή τοποθέτησαν τα ιερά λείψανα στη μητρόπολη της Σωτσάβας, της πρωτεύουσας του μολδοβλαχικού κράτους εκείνη την εποχή.

Το διάβασαν1μοναδικός αναγνώστης

Θέματα

ΜάρτυρεςΜεγαλομάρτυρες

Εγγραφή στο κανάλι Optiko

Τα στοιχεία αυτά θα χρησιμεύσουν αργότερα για ενημερωτικό υλικό που θα στέλνεται από την ιστοσελίδα μας στο email σας, ώστε να μένετε πάντοτε συνδεδεμένοι με το Optiko και με ό,τι καινούργιο βγαίνει σε αυτό. Το email αποθηκεύεται τοπικά με ασφάλεια και δεν εμφανίζεται δημόσια.