Η Οσιομάρτυς Θεοδοσία και η Χάλκινη Εικόνα του Σωτήρος

Εικόνα: Η Οσιομάρτυς Θεοδοσία και η Χάλκινη Εικόνα του Σωτήρος

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Η Οσιομάρτυς Θεοδοσία και η Χάλκινη Εικόνα του Σωτήρος

Με ένα κατσικίσιο κέρατο που βρέθηκε στον δρόμο, ένας στρατιώτης τρύπησε τον λαιμό μιας μοναχής που υπερασπίστηκε την εικόνα του Χριστού. Λίγο πριν, η ίδια γυναίκα είχε ρίξει κάτω τη σκάλα του δημίου στις Χαλκές Πύλες της Κωνσταντινούπολης και είχε σώσει για λίγο τη χάλκινη μορφή του Σωτήρος. Η Αγία Θεοδοσία γεννήθηκε από γονείς πλούσιους, ευσεβείς και ενάρετους, οι οποίοι έμειναν για χρόνια άτεκνοι και ζητούσαν παιδί με νηστείες, προσευχές και ελεημοσύνες.

Σε μια αγρυπνία στον ναό της Αγίας Αναστασίας, η μητέρα της είδε τη μάρτυρα να της προαναγγέλλει τη γέννηση του παιδιού της. Συγκινημένοι από το θαύμα, οι γονείς της έταξαν το παιδί τους στον Χριστό, αν τους χάριζε καρπό. Η γυναίκα όντως συνέλαβε και έφερε στον κόσμο μια κόρη, την οποία ονόμασαν Θεοδοσία, δηλαδή δοσμένη από τον Θεό. Σαράντα ημέρες μετά τη γέννηση, η μητέρα την έφερε στον ναό της Αγίας Αναστασίας, ευχαριστώντας με δάκρυα χαράς για το δώρο της ζωής.

Εκεί υποσχέθηκε να την αφιερώσει στον μοναχικό βίο και στη χορεία των παρθένων νυμφών του Χριστού. Η μικρή Θεοδοσία μεγάλωσε μέσα σε ατμόσφαιρα προσευχής, διαβάζοντας από νωρίς τα ιερά βιβλία και μαθαίνοντας τον φόβο του Θεού. Όταν συμπλήρωσε τα επτά της χρόνια, ο πατέρας της εκοιμήθη και η μητέρα την οδήγησε στο μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας για να λάβει το αγγελικό σχήμα. Μετά από τρία χρόνια έφυγε και η μητέρα της, αφήνοντας ολόκληρη την περιουσία στην μοναχή κόρη της.

Η Θεοδοσία όμως δεν κράτησε τίποτε για τον εαυτό της, αλλά πρόσφερε όλο τον πλούτο στον Χριστό και στους φτωχούς. Κάλεσε χρυσοχόο και του παρέδωσε αρκετό χρυσάφι και ασήμι, ώστε να κατασκευάσει τρεις μεγάλες εικόνες, του Σωτήρος Χριστού, της Παναγίας και της Αγίας Αναστασίας. Τις τοποθέτησε στον ναό του μοναστηριού της, ενώ τα υπόλοιπα τα μοίρασε σε ορφανά, χήρες και αναξιοπαθούντες. Από τότε ζούσε με αυστηρή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή και βαθιά υπακοή στην ηγουμένη.

Με την ταπείνωση, την πραότητα και την αγνότητα της καρδιάς της πάλευε εναντίον του αόρατου εχθρού, καθώς ντυνόταν την πανοπλία του Θεού. Μια νύχτα, ενώ προσευχόταν, της εμφανίστηκε ο διάβολος και απείλησε ότι θα ξεσήκωνε μεγάλο πόλεμο εναντίον της Εκκλησίας μέσω ενός ισχυρού άνδρα. Η Θεοδοσία τον αποδίωξε με το σημείο του σταυρού και με τους ψαλμούς του Δαβίδ, χωρίς να ταραχθεί η καρδιά της. Διηγήθηκε το όραμα στην ηγουμένη της, η οποία της θύμισε τα λόγια του Παύλου, ότι όλοι όσοι θέλουν να ζήσουν ευσεβώς θα διωχθούν.

Ύστερα από καιρό, ο στρατηγός Λέων ο Ίσαυρος εκθρόνισε τον βασιλέα Θεοδόσιο και ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο. Στην αρχή φάνηκε ευσεβής, σύντομα όμως αποκαλύφθηκε ως νέος Βαλτάσαρ, βεβηλώνοντας τα άγια και αρνούμενος την προσκύνηση των εικόνων. Έβγαλε διάταγμα να καταστραφούν οι εικόνες σε όλη την επικράτεια και τις αποκαλούσε είδωλα, ενώ τους πιστούς ονόμαζε ειδωλολάτρες. Τότε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο άγιος Γερμανός, ο οποίος μαζί με άλλους ορθόδοξους επισκόπους αρνήθηκε να υπακούσει στο αυτοκρατορικό διάταγμα.

Με παρρησία υπενθύμισε ότι η Εκκλησία τιμά τις εικόνες από τα χρόνια του αχειροποίητου εκμαγείου, που έστειλε ο Σωτήρ στον Αύγαρο της Έδεσσας. Ο αυτοκράτορας οργίστηκε από την ομιλία του πατριάρχη και τον εκδίωξε με ντροπή και κακοποίηση από τον θρόνο του. Στη θέση του τοποθέτησε τον αιρετικό Αναστάσιο, που στάθηκε δίπλα του ως πρόθυμο όργανο εικονομαχίας. Πρόσταξε ακόμη να καεί η μεγάλη βιβλιοθήκη της Αγίας Σοφίας, που αριθμούσε γύρω στις τριακόσιες χιλιάδες βιβλία.

Μαζί με τη βιβλιοθήκη εκάησαν δώδεκα σχολές, οι δάσκαλοί τους και πλήθος μαθητών, επειδή είχαν αντισταθεί στη φοβερή προσταγή. Η Κωνσταντινούπολη βυθίστηκε σε πένθος, καθώς οι εικόνες πετιόντουσαν σε βάλτους και καίγονταν στις πυρές. Πάνω από τις λεγόμενες Χαλκές Πύλες, που οδηγούσαν στα ανάκτορα, υπήρχε από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου μια χάλκινη εικόνα του Σωτήρος, με ζωή τετρακοσίων ολόκληρων ετών. Ο ψευδοπατριάρχης Αναστάσιος αποφάσισε να την κατεβάσει και να την παραδώσει στη φωτιά.

Έστειλε λοιπόν στρατιώτες με πελέκεις, και ο επικεφαλής σπαθάριος ακούμπησε τη σκάλα στις πύλες. Άρχισε να ανεβαίνει με το πελέκι στα χέρια, έτοιμος να γκρεμίσει την ιερή μορφή του Χριστού. Εκείνη την ώρα περνούσαν από εκεί κάποιες ευλαβείς γυναίκες και μοναχές, ανάμεσά τους και η οσία Θεοδοσία, γεμάτη θείο ζήλο και αποφασιστικότητα. Με την παρότρυνσή της οι μοναχές έτρεξαν στη σκάλα, την αναποδογύρισαν και ο στρατιώτης έπεσε στο έδαφος από μεγάλο ύψος.

Τραυματισμένος βαριά, κακοποιήθηκε τόσο, ώστε άφησε επιτόπου την τελευταία του πνοή. Έπειτα οι γυναίκες έσπευσαν στον ψευδοπατριάρχη Αναστάσιο και τον ονόμασαν λύκο, άρπαγα, αιρετικό και εχθρό της Εκκλησίας του Χριστού. Φοβούμενος μήπως ξεσπάσει λαϊκή εξέγερση, εκείνος έτρεξε στον αυτοκράτορα και κατήγγειλε το συμβάν στις χάλκινες πύλες. Ο Λέων διέταξε αμέσως στρατιώτες με γυμνά σπαθιά να εκδικηθούν τον θάνατο του σπαθαρίου και την προσβολή του πατριάρχη.

Οι περισσότερες από εκείνες τις άγιες γυναίκες αποκεφαλίστηκαν επί τόπου για την ομολογία τους. Την Θεοδοσία όμως, ως ευγενέστερη και πρωταγωνίστρια του γεγονότος, την έκλεισαν με εντολή του αυτοκράτορα στη φυλακή. Επτά ολόκληρες ημέρες την μαστίγωναν με εκατό χτυπήματα την ημέρα, χωρίς εκείνη να κάμπτεται από τους πόνους. Την όγδοη ημέρα ο τύραννος πρόσταξε να την περιφέρουν σε ολόκληρη την πόλη και να την χτυπούν χωρίς έλεος. Όταν την οδήγησαν στον τόπο που λεγόταν Βοϊδαγορά, εκεί όπου πουλούσαν και έσφαζαν τα ζώα, ένας στρατιώτης πάτησε κατά λάθος σε μεγάλο κατσικίσιο κέρατο και πλήγωσε το πόδι του.

Από την οργή του πήρε εκείνο το κέρατο και άρχισε να χτυπάει με αυτό το κεφάλι της μάρτυρος με μεγάλη μανία. Τέλος της κατάφερε το θανατηφόρο χτύπημα στον λαιμό, τρυπώντας με βία τον λάρυγγά της και προκαλώντας τον θάνατο. Έτσι η ιερή νύμφη του Χριστού παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του αθάνατου Νυμφίου της και πέρασε στον ουράνιο θάλαμο. Στεφανώθηκε με διπλό στεφάνι, το στεφάνι της παρθενίας και το στεφάνι του μαρτυρίου. Το πολύπαθο σώμα της, ριγμένο στο χώμα, παραλήφθηκε από ευλαβείς χριστιανούς και ενταφιάστηκε στη μονή της Αγίας Ευφημίας, κοντά στην τοποθεσία Δεξιοκράτη. Από εκείνον τον τάφο και από τα τίμια λείψανά της δίνονταν θεραπείες σε ασθενείς. Η μνήμη της λάμπει στην Εκκλησία ως νίκη πίστεως, εικόνας και αγάπης για τον Χριστό.

Το διάβασαν1μοναδικός αναγνώστης

Θέματα

Αγίες ΓυναίκεςΕορτέςΜάρτυρεςΌσιοι

Εγγραφή στο κανάλι Optiko

Τα στοιχεία αυτά θα χρησιμεύσουν αργότερα για ενημερωτικό υλικό που θα στέλνεται από την ιστοσελίδα μας στο email σας, ώστε να μένετε πάντοτε συνδεδεμένοι με το Optiko και με ό,τι καινούργιο βγαίνει σε αυτό. Το email αποθηκεύεται τοπικά με ασφάλεια και δεν εμφανίζεται δημόσια.