Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Ο Όσιος Κορνήλιος της Παλαιονήσου
Σε ένα ερημικό νησί της παγωμένης λίμνης Ονέγκα, ένας μοναχός από το Πσκωφ έστησε τον δέκατο τέταρτο αιώνα την πρώτη μοναστική φωλιά. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε μέσα σε μια σπηλιά, φορώντας βαριές αλυσίδες πάνω στο σώμα του. Ο Όσιος Κορνήλιος γεννήθηκε στην πόλη του Πσκωφ και από νεαρή ηλικία αγάπησε με όλη του την ψυχή τον μοναχικό βίο. Στα τέλη του δέκατου τέταρτου αιώνα έφτασε στο νησί Πάλι της λίμνης Ονέγκα, στις βορινές παρυφές της ρωσικής γης.
Το μέρος ήταν τελείως έρημο, χωρίς ανθρώπινη παρουσία, χωρίς καταφύγιο και χωρίς καμία ανθρώπινη παρηγοριά. Όμως η φήμη της άσκησής του ξεπέρασε γρήγορα τα νερά της λίμνης και ταξίδεψε στις γύρω περιοχές. Αδελφοί άρχισαν να φτάνουν σιγά σιγά κοντά του, αναζητώντας πνευματικό οδηγό και έναν τόπο ησυχίας. Ο Όσιος τους δέχτηκε με αγάπη και άρχισε να οργανώνει εκεί την κοινοβιακή ζωή. Η ερημιά του νησιού μεταμορφώθηκε αργά αργά σε χώρο προσευχής, εργασίας και πνευματικής άσκησης.
Έτσι γεννήθηκε η μονή της Παλαιονήσου, σε έναν τόπο που ως τότε γνώριζε μόνο τους ανέμους και τα κύματα. Για να στεγαστούν πνευματικά οι αδελφοί που είχαν συγκεντρωθεί κοντά του, ο Όσιος Κορνήλιος ανέλαβε με ζήλο το έργο της οικοδομής. Έχτισε αρχικά έναν ναό αφιερωμένον στο Γενέθλιο της Υπεραγίας Θεοτόκου, ώστε η Παναγία να σκεπάζει την νεοσύστατη αδελφότητα του νησιού. Κοντά στον κύριο ναό ανήγειρε και δεύτερο μικρότερο ναό, τραπεζικό, στο όνομα του αγίου Προφήτη Ηλία.
Εκεί οι μοναχοί συγκεντρώνονταν για το κοινό φαγητό, αφού πρώτα δοξολογούσαν με ψαλμωδίες τον Κύριο. Με τον τρόπο αυτό κάθε στιγμή της ημέρας περνούσε μέσα από την λατρευτική και αδελφική κοινότητα. Όσο όμως μεγάλωνε η μονή και αυξάνονταν οι ευθύνες, τόσο μεγάλωνε μέσα του και η δίψα για βαθύτερη ησυχία. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του αποσύρθηκε σε μια σπηλιά, σχεδόν μισό βέρστιο μακριά από το μοναστήρι. Εκεί αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στην αδιάλειπτη προσευχή, μακριά από κάθε θόρυβο και κάθε ανθρώπινη διάσπαση.
Πρόσθεσε ακόμη στους κόπους του την βαριά άσκηση των σιδερένιων αλυσίδων, που φορούσε διαρκώς πάνω στο σώμα του. Έτσι ένωνε την σωματική κακοπάθεια με την εσωτερική κατάνυξη και την ακατάπαυστη επίκληση του ονόματος του Χριστού στην καρδιά του. Ο μακάριος Όσιος Κορνήλιος αναπαύθηκε εν Κυρίω γύρω στα χίλια τετρακόσια είκοσι, αφήνοντας πίσω του μια αδελφότητα στερεωμένη στην προσευχή και την άσκηση. Το ιερό λείψανό του παρέμεινε αρχικά κοντά στον τόπο της ασκητικής σπηλιάς, εκεί όπου είχε αναλωθεί ο βίος του.
Έπειτα από κάποιο χρονικό διάστημα, ο μαθητής του μετέφερε τα τίμια λείψανα μέσα στον ναό του μοναστηριού. Ο μαθητής αυτός ήταν ο Όσιος Αβραάμιος της Παλαιονήσου, του οποίου η μνήμη τιμάται στις είκοσι μία Αυγούστου κάθε έτους. Είχε μαθητεύσει κοντά στον Γέροντά του και είχε διδαχθεί από αυτόν τόσο τον τρόπο της προσευχής όσο και την αρετή της υπακοής. Δοξάστηκε και αυτός από τον Θεό για τον ασκητικό του βίο και για την αφοσίωσή του στην κληρονομιά του πνευματικού του πατέρα.
Συνέχισε το έργο της μονής με την ίδια αυστηρότητα και την ίδια φιλόθεη διάθεση που είχε λάβει ως παρακαταθήκη. Όταν ήρθε η ώρα του, ενταφιάστηκε μέσα στο μοναστήρι της Παλαιονήσου, ακριβώς δίπλα στον τάφο του Γέροντά του. Έτσι δάσκαλος και μαθητής έμειναν ενωμένοι, στη γη και στον ουρανό, μαρτυρώντας μαζί την δύναμη της ορθόδοξης ασκητικής παραδόσεως.