Στην αγγλική πόλη Γκλαστένμπουρυ ο γιος ευγενών έμαθε γράμματα από Ιρλανδούς μοναχούς και αναδείχθηκε αναμορφωτής της Εκκλησίας. Ο Άγιος Δουνστάνος γεννήθηκε στο εννιακοσιοστό ένατο έτος μετά τη γέννηση του Σωτήρα Χριστού στην ίδια εκείνη πόλη. Καταγόταν από ευγενείς και εύπορους γονείς, οι οποίοι τον ανέθρεψαν με ζωντανή πίστη και βαθιά αγάπη προς τον Θεό. Ευτύχησε στα παιδικά του χρόνια να έχει διδασκάλους διαπρεπείς μοναχούς από την Ιρλανδία, οι οποίοι έμεναν τότε στην ίδια πόλη.
Εκάρη μοναχός σε αρχαία ιερή μονή και διέπρεψε για την αυστηρή άσκηση και τη βαθιά ταπείνωσή του. Χειροτονήθηκε στη συνέχεια διάκονος και κατόπιν πρεσβύτερος από τον σεβάσμιο Επίσκοπο Ουίνσεστερ Ελφέγιο, ο οποίος αναγνώρισε την αρετή του. Εξελέγη αρχικά Επίσκοπος της πόλεως Ουίνσεστερ και ακολούθως Αρχιεπίσκοπος Καντουαρίας στο εννιακοσιοστό εξηκοστό πρώτο σωτήριο έτος. Επέβαλε μεγάλη πειθαρχία στους κληρικούς και στους μοναχούς και επανέφερε την κοσμιότητα στους εκκλησιαστικούς ανθρώπους.
Επέβαλε ακόμη πειθαρχία στους λαϊκούς, ιδιαίτερα στα ζητήματα του οικογενειακού δικαίου του χριστιανικού γάμου των πιστών. Η προσπάθειά του ήταν εντελώς αναγκαία, διότι μετά τις φοβερές Δανικές εισβολές παρατηρείτο μεγάλη έκλυση των ηθών στην Αγγλία. Παρέδωσε τέλος την οσία ψυχή του στον Σωτήρα με ειρήνη το εννιακοσιοστό ογδοηκοστό όγδοο σωτήριο έτος. Με τις θείες πρεσβείες του Αγίου Δουνστάνου, αξίωσε και εμάς, Κύριε, της επουρανίου σου βασιλείας.