Οι Μάρτυρες της Λαμψάκου και των Αθηνών

Εικόνα: Οι Μάρτυρες της Λαμψάκου και των Αθηνών

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Οι Μάρτυρες της Λαμψάκου και των Αθηνών

Ένας δεκαεξάχρονος άγγελος της παρθενίας στάθηκε ατάραχος μπροστά στους ακολάστους και τους νίκησε μόνο με τη χάρη του Θεού. Στην ίδια εποχή ένας νέος από τη Λάμψακο γελούσε καθώς αλυσίδες με ξύλινα δόντια συνέτριβαν τα κόκαλά του. Βρισκόμαστε στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου, όταν ο διωγμός κατά των χριστιανών έβαφε με αίμα ολόκληρη την οικουμένη. Ο Πέτρος ήταν ένας ωραίος και δυνατός νέος από τη Λάμψακο, πόλη της Ελλησπόντου, ακλόνητος στην πίστη του στον Χριστό.

Όταν τον οδήγησαν μπροστά στον ηγεμόνα Οπτιμίνο, εκείνος του ζήτησε να θυσιάσει στη θεά Αφροδίτη. Ο νέος όμως απάντησε με παρρησία και είπε ότι ποτέ δεν θα προσκυνούσε μια ακάθαρτη και πορνική γυναίκα. Πρόσθεσε ακόμη ότι μόνο στον αληθινό Θεό, τον Βασιλέα των αιώνων, ανήκει η θυσία της λατρείας και της δοξολογίας. Ο ηγεμόνας οργίστηκε και διέταξε να τον δέσουν σε τροχούς και να ξεσχίσουν το σώμα του με σιδερένια εργαλεία. Όσο σκληρότερα όμως γίνονταν τα βασανιστήρια, τόσο πιο δυνατή φαινόταν η πίστη του Πέτρου στον Κύριο.

Ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό και ευχαρίστησε τον Χριστό για τη δύναμη που του χάριζε. Βλέποντας ο Οπτιμίνος ότι τα βασανιστήρια δεν λύγιζαν τον γενναίο νέο, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν με μάχαιρα. Στην ίδια φυλακή της Λαμψάκου βρισκόταν και ο Διονύσιος, που είχε ομολογήσει με θάρρος την πίστη του στον Χριστό. Λίγο αργότερα οδηγήθηκαν μπροστά στον ηγεμόνα δύο στρατιώτες από τη Μεσοποταμία, ο Ανδρέας και ο Παύλος. Μαζί τους έφεραν και έναν τρίτο χριστιανό, τον Νικόμαχο, ο οποίος φώναζε δυνατά πως ανήκε στον Χριστό.

Όταν ρωτήθηκαν οι δύο στρατιώτες, ομολόγησαν με την ίδια παρρησία την πίστη τους στον αληθινό Θεό. Ο ηγεμόνας τότε διέταξε να γυμνώσουν τον Νικόμαχο και να τον κρεμάσουν στο ξύλο των βασανιστηρίων. Σιδερένια εργαλεία άρχισαν να καταξεσχίζουν τις σάρκες του μπροστά στα μάτια του πλήθους. Ενώ όμως πλησίαζε ήδη το στεφάνι του μαρτυρίου, ο δύστυχος Νικόμαχος λύγισε ξαφνικά την τελευταία στιγμή. Φώναξε δυνατά πως ποτέ δεν υπήρξε χριστιανός και δέχτηκε πρόθυμα να θυσιάσει στα είδωλα.

Οι στρατιώτες σταμάτησαν αμέσως τα βασανιστήρια και τον κατέβασαν από το ξύλο της δοκιμασίας. Μόλις ο Νικόμαχος προσκύνησε τα είδωλα, δαιμόνιο ορμητικό τον κατέλαβε και τον γκρέμισε με μανία στο χώμα. Άρχισε να δαγκώνει τη γλώσσα του και να βγάζει ματωμένο αφρό από το στόμα μέχρι την οδυνηρή του τελευτή. Μέσα στο πλήθος στεκόταν μια κοπέλα δεκαέξι ετών, που ονομαζόταν Χριστίνα και έβλεπε τα πάντα με βαθιά οδύνη. Φώναξε δυνατά προς τον Νικόμαχο και τον ονόμασε δυστυχισμένο, γιατί για μία ώρα κέρδισε αιώνια κόλαση.

Ο ηγεμόνας έδωσε αμέσως διαταγή να την αρπάξουν και να τη φέρουν μπροστά στο δικαστήριο. Όταν εκείνη ομολόγησε με γενναιότητα την πίστη της στον Χριστό, ο ηγεμόνας θέλησε να τη βεβηλώσει. Την παρέδωσε σε δύο διεφθαρμένους νέους, για να την ατιμάσουν στο σπίτι τους εκείνη τη νύχτα. Όμως μέσα στο σπίτι η σαρκική επιθυμία των δύο νέων σβήστηκε με τρόπο θαυμαστό από τη χάρη του Θεού. Γύρω στα μεσάνυχτα φάνηκε στη Χριστίνα νέος λαμπρός, που πλημμύρισε όλο το σπίτι με ουράνιο φως.

Οι δύο νέοι έπεσαν στη γη σαν νεκροί από τον φόβο και τη λάμψη του ουράνιου επισκέπτη. Όταν συνήλθαν, έπεσαν στα πόδια της αγίας παρθένου και την παρακαλούσαν θερμά να πρεσβεύσει στον Χριστό. Εκείνη τους σήκωσε με πραότητα και τους εξήγησε πως ο νέος ήταν άγγελος, σταλμένος να φυλάει την παρθενία της. Έτσι η αγία Χριστίνα έμεινε ακέραιη και αγνή, σκεπασμένη από την ίδια τη δύναμη του Θεού. Το πρωί της επόμενης μέρας οι κάτοικοι της πόλης, παρακινημένοι από τους ιερείς των ειδώλων, ζήτησαν τους χριστιανούς από τον ηγεμόνα.

Ο Οπτιμίνος έβγαλε από τη φυλακή τον Διονύσιο, τον Ανδρέα και τον Παύλο και τους πρόσταξε να θυσιάσουν στην Άρτεμη. Οι άγιοι μάρτυρες αρνήθηκαν με σταθερότητα και ομολόγησαν τον Κύριο Ιησού Χριστό ως μόνο αληθινό Θεό τους. Τότε ο ηγεμόνας τους παρέδωσε στο εξαγριωμένο πλήθος, αφού πρώτα έδωσε εντολή να τους χτυπήσουν σκληρά. Οι ειδωλολάτρες έδεσαν σχοινιά στα πόδια των αγίων και τους έσυραν με αλαλαγμούς έξω από την πόλη. Στον τόπο εκείνον άρχισαν να τους λιθοβολούν με άγρια μανία, ενώ οι μάρτυρες προσεύχονταν με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό.

Μόλις έμαθε όσα συνέβαιναν η Χριστίνα, έτρεξε γεμάτη πόθο στον τόπο του μαρτυρίου των αδελφών της. Έπεσε με δάκρυα κοντά στα ματωμένα σώματα και ζητούσε να πεθάνει μαζί τους, για να ζήσει μαζί τους στον ουρανό. Όταν αναφέρθηκε στον ηγεμόνα η παρουσία της, εκείνος διέταξε αμέσως να την αποκεφαλίσουν με ξίφος. Έτσι τα στεφάνια του μαρτυρίου ολοκληρώθηκαν στην πόλη της Λαμψάκου, την εποχή του αυτοκράτορα Δεκίου. Στην Αθήνα, την ίδια εκείνη εποχή, αγωνίζονταν τρεις άλλοι γενναίοι μάρτυρες, ο Ηράκλειος, ο Παυλίνος και ο Βενέδιμος.

Κήρυτταν με μεγάλη παρρησία το όνομα του Χριστού και καλούσαν τους κατοίκους να εγκαταλείψουν τη μάταιη λατρεία των ειδώλων. Όταν τους έπιασαν, ομολόγησαν με θάρρος τον αληθινό Δημιουργό και ονόμασαν τα είδωλα αναίσθητες πέτρες και κούτσουρα. Πέρασαν από φοβερά βασανιστήρια και τελικά ρίχτηκαν σε αναμμένη κάμινο μαζί με τους μαθητές τους και έλαβαν τα άφθαρτα στεφάνια της δόξας.

Το διάβασαν1μοναδικός αναγνώστης

Θέματα

Μάρτυρες

Εγγραφή στο κανάλι Optiko

Τα στοιχεία αυτά θα χρησιμεύσουν αργότερα για ενημερωτικό υλικό που θα στέλνεται από την ιστοσελίδα μας στο email σας, ώστε να μένετε πάντοτε συνδεδεμένοι με το Optiko και με ό,τι καινούργιο βγαίνει σε αυτό. Το email αποθηκεύεται τοπικά με ασφάλεια και δεν εμφανίζεται δημόσια.