▶Video Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Σύναξις Της Παναγίας Της Κασσωπίτρας Στην Κέρκυρα
Η Παναγία η Κασσωπίτρα έδωσε νέα γαλανά μάτια στον άδικα τυφλό νέο Στέφανο, ο οποίος είχε προηγουμένως μαύρα μάτια. Το θαυμαστό αυτό σημείο συγκλόνισε ολόκληρη την Κέρκυρα και έγινε αφορμή για πανηγυρική εορτή της Θεομήτορος. Στην περιοχή Φιγαρέτο Κανονίου της Κέρκυρας βρίσκεται η Ιερά Μονή της Παναγίας Κασσωπίτρας, μέσα σε αρχαιολογικό χώρο. Η Μονή υπήρχε ήδη πριν από το έτος χίλια επτακόσια έξι μετά Χριστόν στο νησί. Πέρασε όμως μία περίοδο κρίσεως, κατά την οποία βαθμηδόν περιήλθε σε πτώση και στη συνέχεια σε πλήρη ερήμωση.
Το χίλια οκτακόσια πενήντα μετά Χριστόν μαρτυρείται ως κτήτωρ αυτής κάποιος ονόματι Ηλίας από την περιοχή. Τότε την αγόρασε ο Ηπειρώτης ιερομόναχος Γεννάδιος, ο οποίος την ανακαίνισε εκ θεμελίων και εγκατέστησε τρεις μοναχές. Έκτοτε η ιστορική Μονή κατέστη πυρήνας γυναικείου μοναχισμού στο νησί της Κέρκυρας για δεκαετίες ολόκληρες. Στους κήπους της παλαιότερα βρέθηκαν σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα και η Μονή ευρίσκεται εντός κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου.
Κατά τον εικοστό αιώνα μετά Χριστόν προσαρμόστηκε ως μετόχι της Ιεράς Μονής των Αγίων Θεοδώρων Στρατιάς. Από το έτος χίλια εννιακόσια ενενήντα ένα, με απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, μετετράπη σε ανδρώα Μονή. Η Μονή διαθέτει μεταβυζαντινές εικόνες, αργυρά σκεύη, κανδήλες και μία περίχρυση λειψανοθήκη με λείψανα πολλών αγίων μαρτύρων. Το χίλια πεντακόσια τριάντα μετά Χριστόν, στη βενετοκρατούμενη Κέρκυρα, ένας τίμιος νέος ονόματι Στέφανος γύριζε από την πόλη στο χωριό του.
Στον δρόμο συνάντησε άλλους οδοιπόρους που πήγαιναν στην ίδια κατεύθυνση και βάδιζαν όλοι μαζί συντροφιά. Κάποια στιγμή διέκριναν μακριά μερικούς νεαρούς, οι οποίοι μετέφεραν αλεύρι από τον γειτονικό μύλο της περιοχής. Η παρέα του Στέφανου μπήκε σε πειρασμό και σχεδίασε να κλέψει το πολύτιμο αλεύρι από τα παιδιά. Όλοι συμφώνησαν εκτός από τον Στέφανο, ο οποίος αρνήθηκε σθεναρά να συμμετάσχει στην άδικη εκείνη πράξη. Παρά την άρνησή του, εκείνοι όταν πλησίασε η λεία τους επιτέθηκαν στα παιδιά και άρπαξαν με βία το αλεύρι.
Έδειραν επίσης βίαια τους νεαρούς, οι οποίοι μετέφεραν την πραμάτεια του αλευριού από τον μύλο. Οι νεαροί που λεηλατήθηκαν, με πληγές και πόνους, πήγαν στα σπίτια τους και διηγήθηκαν λεπτομερώς το επεισόδιο. Στη συνέχεια ειδοποίησαν τον διοικητή Σίμωνα Μπάιλο και εκείνος έστειλε στρατιώτες για να συλλάβουν τους κακοποιούς. Οι στρατιώτες συνέλαβαν ως ύποπτο μόνο τον Στέφανο, καθώς οι άλλοι είχαν ήδη εξαφανιστεί από τον τόπο. Εκείνος βάδιζε αμέριμνος προς την αρχή, καθώς είχε μεγάλη πεποίθηση στη δική του αληθινή αθωότητα.
Απολογήθηκε στους στρατιώτες με μεγάλη ειλικρίνεια και ταπεινότητα, αλλά δυστυχώς εκείνοι δεν τον πίστεψαν καθόλου. Τον έδεσαν με αλυσίδες και τον έκλεισαν αμέσως στη σκοτεινή φυλακή της παλαιάς πόλεως της Κέρκυρας. Όταν τον οδήγησαν στον κριτή της πόλης, ομολόγησε ξανά την αλήθεια, αλλά εκείνος δεν τον πίστεψε και τον καταδίκασε. Ο κριτής τον ρώτησε ποια τιμωρία προτιμά, να του κόψουν τα χέρια ή να του βγάλουν τα μάτια. Ο Στέφανος, με μεγάλη λύπη και απελπισία, προτίμησε τη δεύτερη, γιατί του φάνηκε λιγότερο οδυνηρή τιμωρία.
Με θρήνους και οδυρμούς οδηγήθηκε στον τόπο της καταδίκης, όπου εκτελέστηκε η φοβερή ποινή του δικαστηρίου. Από εκείνη τη στιγμή ο τυφλός Στέφανος ήταν ανίκανος για μετακινήσεις και χειραγωγούνταν διαρκώς από την ίδια του τη μητέρα. Δεκαοχτώ μίλια από την πρωτεύουσα του νησιού της Κέρκυρας βρισκόταν η παραθαλάσσια πόλη της Κασσιόπης. Η πόλη ήταν γνωστή για ένα ξακουστό ναό της Θεοτόκου, που είχε θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Ο Στέφανος αποφάσισε λοιπόν να πάει στην πόλη αυτή και να μείνει κοντά στον ξακουστό ναό.
Σχεδίαζε να ζητάει ελεημοσύνη από τους φιλάνθρωπους και να καταφεύγει στη βοήθεια της Παναγίας Θεοτόκου. Προσκύνησε με τη μητέρα του τη θαυματουργή εικόνα και παρακάλεσε τον διακονητή μοναχό να του δώσει ένα κελλάκι. Ο μοναχός δέχθηκε με ευλάβεια και αγάπη το αίτημά τους και τους παρείχε προσωρινό κατάλυμα. Την πρώτη βραδιά έμειναν μέσα στην εκκλησία και η κατάκοπη μητέρα κοιμήθηκε αμέσως από την κούραση. Ο ίδιος όμως δεν μπορούσε να ησυχάσει από τους φοβερούς πόνους στις άδειες κόγχες των ματιών.
Κάποια στιγμή τον πήρε ελαφρός ύπνος και ένιωσε δύο χέρια να αγγίζουν τις κόγχες του. Ξύπνησε αμέσως και είδε μπροστά του μία λαμπροφόρα γυναίκα, η οποία ακτινοβολούσε με ουράνιο φως. Εκείνη στάθηκε λίγο μπροστά στο πρόσωπό του και ύστερα εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα του ιερού ναού. Είδε τότε όλα τα καντήλια να καίνε και ξύπνησε τη μητέρα του και τη ρώτησε ποιος τα είχε ανάψει. Εκείνη στην αρχή του είπε να σωπάσει, καθώς νόμιζε ότι το παιδί της ονειρεύεται κάποιο φως.
Όταν όμως ο Στέφανος επέμενε σταθερά, η μητέρα ανασηκώθηκε και κοίταξε με ανησυχία το πρόσωπό του. Έζησε τότε ένα ολοζώντανο θαύμα, καθώς οι κόγχες του παιδιού της στολίζονταν με δύο γαλανά μάτια. Πριν τα μάτια του ήταν μαύρα, ενώ τώρα μετά τη θεραπεία της Παναγίας ήταν γαλανά. Όταν ο διοικητής Μπάιλος έμαθε το θαύμα, βεβαιώθηκε όταν είδε τα παλιά μαύρα μάτια στον δήμιο. Ζήτησε τότε συγγνώμη από τον Στέφανο, τον αποζημίωσε με πλούσια δώρα και ανακαίνισε τον περίβολο του ναού. Με τις πρεσβείες της Υπεραγίας Δεσποίνης Θεοτόκου της Κασσωπίτρας, αξίωσε και εμάς Κύριε, της επουρανίου σου βασιλείας.