Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Σοφία η εν Κλεισούρα ασκήσασα
Μέσα σε λίγα χρόνια μια νεαρή Πόντια έχασε το μοναδικό παιδί της, που το κατασπάραξαν χοίροι μέσα στο χωριό. Λίγο αργότερα έχασε και τον σύζυγό της, τον οποίο πήραν οι Τούρκοι στα τάγματα εργασίας της Μικράς Ασίας. Από εκείνη τη συντριβή ξεπήδησε η ασκήτρια που για μισό αιώνα έζησε άστεγη και ξυπόλητη μέσα στο μοναστήρι της Κλεισούρας. Η Σοφία Χοτοκουρίδου γεννήθηκε το χίλια οκτακόσια ογδόντα τρία στο χωριό Σαρή-ποπά της επαρχίας Αρδάσης Τραπεζούντας, στα μέρη του Πόντου.
Παντρεύτηκε νεότατη τον Ιορδάνη Χοτοκουρίδη στο γειτονικό χωριό Το(γ)ρούλ της ίδιας επαρχίας και τρία χρόνια αργότερα γέννησε το πρώτο και μοναδικό της παιδί. Δύο χρόνια μετά τη γέννησή του, το βρήκε τραγικό τέλος μέσα στα δόντια των άγριων ζώων, και η νεαρή μητέρα πάγωσε από τον αβάσταχτο πόνο. Λίγο αργότερα έχασε τραγικά και τον αγαπημένο της άντρα, και ολόκληρη η ζωή της σωριάστηκε σε μονοκόμματη και βαθιά μοναξιά. Κατέφυγε τότε μόνη της στα ψηλά βουνά της πατρίδας της, νήστευε σκληρά και ζούσε μέσα σε σκοτεινές σπηλιές.
Εκεί της εμφανίστηκε ο Άγιος Γεώργιος, ο μεγαλομάρτυρας, και την προειδοποίησε για μια επικείμενη επιδρομή των Τσετών στο χωριό. Η νεαρή χήρα έτρεξε αμέσως στους συγχωριανούς της και κατάφερε να τους σώσει από βέβαιο θάνατο. Στην ανταλλαγή των πληθυσμών το πλοίο που μετέφερε τους Ποντίους πρόσφυγες προς την Ελλάδα κινδύνεψε να βυθιστεί από τη φοβερή θαλασσοταραχή. Η Σοφία έβλεπε με τα μάτια της ψυχής τα κύματα γεμάτα Αγγέλους και την ίδια την Παναγία ολόρθη επάνω στο νερό.
Παρακάλεσε τη Θεοτόκο να πνιγεί η ίδια, αρκεί να σωθούν οι αθώοι άνθρωποι του χωριού της. Η Παναγία έσωσε όλους τους επιβάτες, και ο καπετάνιος δεν πίστευε στα μάτια του και έλεγε πως κάποιον άγιο είχαν μέσα στο καράβι. Οι χωριανοί απάντησαν αμέσως, χωρίς δισταγμό, πως αυτός ο άγιος δεν ήταν άλλος από τη Σοφία τους. Το χίλια εννιακόσια είκοσι επτά, με παρότρυνση της ίδιας της Παναγίας, έφτασε στην Ιερά Μονή του Γενεθλίου της Θεοτόκου στην Κλεισούρα Καστοριάς.
Εκεί βρήκε έναν ενάρετο ιερομόναχο από το Άγιο Όρος, τον πατέρα Γρηγόριο, ο οποίος ανέλαβε την πνευματική της καθοδήγηση. Έμεινε λαϊκή όλη της τη ζωή και φόρεσε για πάντα τα μαύρα της χηρείας και της σκληρής ασκήσεως. Καθόταν πολλές ώρες πάνω στο κρύο τζάκι του μοναστηριού και άλειφε το πρόσωπό της με στάχτη, για να μη φαίνεται η ομορφιά της. Έζησε για μισό σχεδόν αιώνα μέσα σε αυτό το ταπεινό και βαθιά σκοτεινό κελί της ιεράς μονής.
Τα περισσότερα χρόνια τα πέρασε εντελώς μόνη της, αφού το μοναστήρι έμεινε για πολύ καιρό χωρίς άλλους μοναχούς. Υπέμενε με γενναιότητα τους δριμύτατους χειμώνες της περιοχής, με τη θερμοκρασία να πέφτει στους δεκαπέντε βαθμούς υπό το μηδέν. Όταν οι επισκέπτες την παρακαλούσαν θερμά να ανάψει φωτιά, αυτή φώναζε ένα μακρόσυρτο και αποφασιστικό «Όχι» που ηχούσε στα αυτιά τους για πολλά χρόνια. Κυκλοφορούσε διαρκώς ξυπόλητη και τα ρούχα της ήταν πάντοτε κουρελιασμένα και εντελώς ανεπαρκή για το πολύ ψυχρό κλίμα του τόπου.
Όταν της έδιναν καινούργια ρούχα, εκείνη δεν τα φορούσε ποτέ αλλά τα μοίραζε αμέσως σε όσους είχαν πραγματική ανάγκη. Κοιμόταν επάνω σε λίγα άχυρα, αλλά από κάτω έβαζε πάντα κοφτερές πέτρες, για να σκληραίνει συνεχώς το ταλαιπωρημένο σώμα της. Ποτέ δεν λουζόταν ούτε χτενιζόταν ποτέ, και τα μακριά μαλλιά της είχαν σκληρύνει σαν χοντρό σκοινί. Όταν χρειάστηκε κάποτε να τα σηκώσει από τα μάτια της, τα έκοψε με το ψαλίδι που κούρευαν τα πρόβατα.
Παρ' όλα αυτά τα σκληρά και αφύσικα μαρτύρια, το κεφάλι της ευωδίαζε διαρκώς από τη θεία χάρη. Το φαγητό της ήταν λιτότατο και αποτελούνταν συνήθως από μανιτάρια, αγριόχορτα, φτέρη και φύλλα δέντρων του βουνού. Νήστευε αυστηρά με το παλαιό και με το νέο ημερολόγιο, για να μη σκανδαλίζει κανέναν πιστό. Παρά τη μεγάλη σκληρότητά της προς τον εαυτό της, η Σοφία ήταν γλυκύτατη και πολύ επιεικής με τους άλλους ανθρώπους.
Δεν κρατούσε ποτέ ούτε μία δραχμή από τα χρήματα που της έδιναν, αλλά τα έκρυβε για να βοηθήσει αργότερα τους φτωχούς. Νουθετούσε με αγάπη τις άγαμες κοπέλες, φρόντιζε να τις παντρέψει και τις προίκιζε ησύχως από τις προσφορές των ευλαβών πιστών. Αγαπούσε τα ζώα και είχε μια αρκούδα του δάσους, που την έλεγε «ρούσα» και έπαιρνε τροφή από τα ίδια της τα χέρια. Τα πουλάκια του τόπου φτερούγιζαν γύρω της και κελαηδούσαν χαρούμενα όσο εκείνη προσευχόταν, σαν να βρίσκονταν στον Παράδεισο πριν την πτώση.
Το χίλια εννιακόσια εξήντα επτά αρρώστησε πολύ βαριά από φοβερό πόνο και διπλώθηκε στα δύο μέσα στο κελί της. Αρνήθηκε επίμονα να δει γιατρό και έλεγε με σιγουριά πως θα ερχόταν η Παναγία να την ανακουφίσει η ίδια. Πράγματι της εμφανίστηκε η Θεοτόκος μαζί με τον αρχάγγελο Γαβριήλ και τον Άγιο Γεώργιο, οι οποίοι έκαναν την επέμβαση και την γιάτρεψαν θαυμαστά. Η Οσία κοιμήθηκε εν Κυρίω στις έξι Μαΐου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα, ευωδιάζοντας μέχρι τέλους.
Της πατρικής της πρεσβείας και ευχής ας αξιωθούμε όλοι μας ενώπιον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού του Σωτήρος.