Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιοι Έσπερος, Ζωή και τα παιδιά τους Κυριάκος και Θεόδουλος
Τέσσερις δούλοι μιας ρωμαϊκής οικογένειας στην Αττάλεια της Παμφυλίας έγιναν συγχρόνως μάρτυρες του Χριστού μέσα στον ίδιο αναμμένο κλίβανο. Ο Έσπερος, η σύζυγός του Ζωή και τα δύο παιδιά τους ήταν χριστιανοί από την Φρυγία, αγορασμένοι ως υπηρέτες από τον ειδωλολάτρη Κάταλλο και την σύζυγό του Τερτία. Η οικογένεια αυτή υπηρέτησε τους κυρίους της χωρίς να μολυνθεί ποτέ από τα ειδωλόθυτα, και διατήρησε ακέραιη την πίστη που τους είχαν διδάξει από την παιδική τους ηλικία. Έζησαν τον δεύτερο αιώνα, στα χρόνια του αυτοκράτορα Αδριανού, ο οποίος εξαπέλυσε σκληρό διωγμό εναντίον των πιστών του Χριστού σε όλη την αυτοκρατορία.
Ο Κάταλλος είχε μετοικήσει από την Ρώμη στην Αττάλεια της μικρασιατικής Παμφυλίας, όπου διατηρούσε λαμπρό αρχοντικό και πολυάριθμους δούλους από διάφορες επαρχίες. Στο σπίτι του οικοδεσπότη υπήρχαν είδωλα, και ολόκληρη η οικογένεια προσέφερε τακτικές θυσίες στην ψεύτικη θεά Τύχη που λάτρευαν οι ειδωλολάτρες. Οι άγιοι αρνούνταν συστηματικά την τροφή που είχε προσφερθεί στα είδωλα, φοβούμενοι μήπως μολυνθούν από την ασέβεια των κυρίων τους και της λοιπής οικίας. Ολημερίς εργάζονταν σκληρά για τις δουλειές του αρχοντικού και μόνο το ηλιοβασίλεμα έπαιρναν λίγη καθαρή τροφή, την οποία η θεία Πρόνοια τους έστελνε μυστηριωδώς.
Θυμούνταν τα λόγια του Ευαγγελίου για τα πετεινά του ουρανού που τα τρέφει ο Πατέρας τους. Η Ζωή είχε αναλάβει στο αρχοντικό την φροντίδα των οικόσιτων ζώων που εξέτρεφαν οι αφέντες της. Σε κάθε ευκαιρία η αγία βοηθούσε τους φτωχούς ξένους που πλησίαζαν την πύλη του σπιτιού για να ζητήσουν λίγη βοήθεια. Ένα βράδυ προσφέρθηκε στον κουρασμένο θυρωρό να αναπαυτεί, και υποσχέθηκε να τον ξυπνήσει αν χρειαστεί κάποιος επισκέπτης από έξω.
Έπειτα έριξε λίγο ψωμί στα σκυλιά για να μην γαβγίσουν και ξυπνήσουν τον φύλακα, ενώ μοίρασε όλη την τροφή της οικογένειάς της στους πεινασμένους που περνούσαν. Τους παρακαλούσε να ασπασθούν την χριστιανική πίστη, λέγοντας ότι μόνον ο Ιησούς Χριστός είναι ο αληθινός σωτήρας του κόσμου και των ψυχών. Κάποια μέρα ο Κάταλλος έστειλε τον Έσπερο σε εργασία στο χωριό Τριτώνιο, μακριά από την πολυτάραχη Αττάλεια. Τότε ο Κυριάκος και ο Θεόδουλος δεν άντεχαν πλέον να ζουν ανάμεσα σε ασεβείς και ζήτησαν την ευλογία της μητέρας τους.
Της εξήγησαν ότι η Γραφή απαγορεύει στους πιστούς να φέρουν τον ίδιο ζυγό με τους απίστους και να συμμετέχουν στις ασέβειες. Η μητέρα δίστασε αρχικά, φοβούμενη μήπως τα παιδιά υποκύψουν στα βασανιστήρια, όμως τελικά τους ευλόγησε με δάκρυα στα μάτια. Ζήτησε από τον Θεό να χαρίσει στα παιδιά της δύναμη πάνω από κάθε ανθρώπινη αντοχή στα βασανιστήρια. Ο Κυριάκος και ο Θεόδουλος συνάντησαν τον Κάταλλο όταν επέστρεφε σπίτι το μεσημέρι και του αποκάλυψαν την πίστη τους με θάρρος.
Του είπαν ότι κύριος μόνον των σωμάτων τους είναι αυτός, ενώ των ψυχών τους κυριαρχεί ο Ιησούς Χριστός, ο αληθινός Θεός στους ουρανούς. Ο Ρωμαίος έμεινε έκπληκτος από την παρρησία των δύο νεαρών δούλων και κάλεσε αμέσως τους γονείς τους ενώπιόν του στο αρχοντικό. Επειδή ο Έσπερος εργαζόταν τότε στο Τριτώνιο, οι υπηρέτες έφεραν μόνον την Ζωή, η οποία επιβεβαίωσε με σταθερότητα όσα δήλωσαν τα παιδιά της. Ο Κάταλλος αποφάσισε να αναβάλει την ανάκριση και έστειλε την μητέρα μαζί με τα δύο αγόρια στο Τριτώνιο, κοντά στον σύζυγό της Έσπερο.
Ήλπιζε ότι οι γονείς θα έπειθαν τα παιδιά να εγκαταλείψουν τον Χριστό όταν θα έμεναν όλοι μαζί μακριά. Εκεί η οικογένεια έζησε για ένα διάστημα ειρηνικά, και προετοιμαζόταν πνευματικά για το μαρτύριο που πλησίαζε αναπόφευκτα. Ψάλλανε καθημερινά ψαλμούς και θυμούνταν ότι ο Κύριος είναι ο ποιμένας τους και θα τους λυτρώσει από κάθε κίνδυνο. Όταν ο Κάταλλος απέκτησε γιο, διοργάνωσε λαμπρή εορτή προς τιμήν της θεάς Τύχης και κάλεσε όλους τους δούλους να συμμετέχουν στο μεγάλο συμπόσιο.
Όλοι οι κάτοικοι της Αττάλειας προσέφεραν θυσίες ευχαριστίας στην ψεύτικη θεά για την γέννηση του παιδιού. Έστειλε στους δούλους του Τριτωνίου κρασί και κρέας από τα ειδωλόθυτα του συμποσίου, για να εορτάσουν την γέννηση του γιου του. Η Ζωή πήρε τα κρέατα και τα έριξε αμέσως στα σκυλιά, ενώ το κρασί το έχυσε με αποφασιστικότητα στο χώμα μπροστά στους υπηρέτες. Ένας δούλος είδε την πράξη της και έσπευσε να την αναφέρει στον κύριό του στην Αττάλεια.
Έξαλλος από την οργή ο Κάταλλος διέταξε να φέρουν αμέσως όλη την οικογένεια ενώπιόν του στο αρχοντικό. Πρώτα κρέμασαν τα δύο αγόρια από ένα δέντρο και ξέσκισαν τις σάρκες τους με σιδερένια όργανα μπροστά στους γονείς. Ο Κυριάκος και ο Θεόδουλος υπέμειναν τα βασανιστήρια με τέτοιο θάρρος, ώστε ζητούσαν πιο φοβερά μαρτύρια για να αξιωθούν τους ουράνιους στεφάνους. Στην συνέχεια ο Κάταλλος τιμώρησε σκληρά και τους γονείς, και τελικά διέταξε να ρίξουν και τους τέσσερις μάρτυρες σε αναμμένο κλίβανο.
Μέσα στις φλόγες οι άγιοι έψαλλαν δοξολογίες με μία φωνή και παρέδωσαν τις ψυχές τους ειρηνικά στον αληθινό Θεό. Το επόμενο πρωί βρέθηκαν τα σώματά τους ακέραια, στραμμένα προς την ανατολή, σαν να κοιμούνταν ήσυχα μέσα στις στάχτες. Με το αίμα τους ποτίστηκε η Εκκλησία και είθε και εμείς να αντλούμε δύναμη από την αντοχή τους.