Προφήτης Ιερεμίας

Εικόνα: Προφήτης Ιερεμίας

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Προφήτης Ιερεμίας

Δεκαπέντε ετών μόλις, ο Ιερεμίας άκουσε τον Κύριο να τον καλεί στο προφητικό αξίωμα από την ίδια τη μήτρα της μητέρας του. Έζησε εξακόσια χρόνια προ Χριστού και προέβλεψε με τρομακτική ακρίβεια την πτώση και την πύρινη καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Βαβυλώνιους. Καταγόταν από την Αναθώθ, μικρή ιερατική πόλη της φυλής Βενιαμίν, λίγο βορειοανατολικά της αγίας πόλης του Δαυίδ. Ο πατέρας του ονομαζόταν Χελκίας και υπηρετούσε ως ιερέας με αυστηρή ευλάβεια στον αληθινό Θεό του Ισραήλ.

Μέσα σε αυτή την ευλαβική οικογένεια ο νεαρός Ιερεμίας μελετούσε με προσοχή τους προηγούμενους προφήτες, τον Ησαΐα και τον Ωσηέ. Όταν ο Κύριος του φανέρωσε την αποστολή του, εκείνος αρνήθηκε με ταπείνωση, λόγω της νεαρής του ηλικίας και της απειρίας του στον λόγο. Ο Θεός όμως άγγιξε τα χείλη του με το ίδιο του το χέρι και έβαλε εκεί τα λόγια του. Η μεγάλη αυτή κλήση συνέβη το δέκατο τρίτο έτος της ευσεβούς βασιλείας του Ιωσία πάνω στον θρόνο του Ιούδα.

Σε δύο οράματα ο νεαρός προφήτης είδε ραβδί καρυδιάς και βραστήρα που έκλινε ολόκληρος προς τα νότια από τον βορρά. Ο Κύριος του εξήγησε ότι από τον βορρά θα ξεχυνόταν η συμφορά πάνω σε όλους τους κατοίκους της γης αυτής. Ο νεαρός προφήτης βρήκε τον λαό του Θεού βυθισμένο στην ειδωλολατρία και στις αιματηρές θυσίες προς τον Βάαλ και την Αστάρτη. Στους δρόμους της Ιερουσαλήμ υπήρχαν πλέον τόσοι ψεύτικοι θεοί όσοι και οι συνοικίες της πόλης του Σολομώντα.

Στην κοιλάδα του Τοφέθ, νοτίως της πόλης, οι ασεβείς πατέρες θυσίαζαν τα ίδια τα παιδιά τους στον φοβερό Μολώχ. Τύμπανα και σάλπιγγες έπνιγαν τις σπαρακτικές κραυγές των αθώων βρεφών μέσα στις τρομερές φλόγες των βωμών. Ο Ιερεμίας στάθηκε στις πύλες του ναού, στα ανάκτορα και στις πλατείες, ελέγχοντας ιερείς, άρχοντες και ψευδοπροφήτες χωρίς φόβο. Η ζωντανή φωνή του ηχούσε σαν δυνατό σιδερένιο σφυρί που σπάει με ορμή τους σκληρούς βράχους της καρδιάς.

Δύο μεγάλα κακά απαρίθμησε στους Ιουδαίους: εγκατέλειψαν τον Κύριο, τη μοναδική πηγή του ζωντανού νερού της ζωής. Έσκαψαν για τους ίδιους τους εαυτούς τους σπασμένες δεξαμενές, οι οποίες δεν μπορούσαν να κρατήσουν ούτε μια σταγόνα. Πέρασαν οι ταραγμένες βασιλείες του Ιωσία, του Ιωαχάζ, του Ιωακείμ και του Ιεχονία επάνω στον θρόνο του Δαυίδ. Σε καθεμιά βασιλεία ο προφήτης κήρυσσε χωρίς δειλία και χωρίς συμβιβασμό τη βαρύτητα της επερχόμενης οργής του Κυρίου.

Καλούσε με δάκρυα τους συμπατριώτες του σε ειλικρινή μετάνοια και επιστροφή στον Θεό των πατέρων. Το πέμπτο έτος της βασιλείας του Ιωακείμ, ο Ιερεμίας υπαγόρευσε στον πιστό μαθητή του Βαρούχ έναν ολόκληρο τόμο προφητειών. Ο επιμελής γραμματέας διάβασε ολόκληρο το ιερό βιβλίο μπροστά στον συναγμένο λαό μέσα στην ίδια την αυλή του ναού. Όταν έφεραν το ειλητάριο στο παλάτι, ήταν χειμώνας και ο βασιλιάς καθόταν αναπαυτικά μπροστά σε αναμμένη θερμάστρα με κάρβουνα.

Καθώς ο αναγνώστης διάβαζε τρεις και τέσσερις στήλες κάθε φορά, ο Ιωακείμ τις έκοβε με γραφίδα και τις πετούσε στη φωτιά. Ολόκληρο το ιερό κείμενο κάηκε μπροστά στους αυλικούς του, χωρίς κανένα ίχνος μετανοίας ή φόβου στο πρόσωπό του. Ο Κύριος όμως πρόσταξε αμέσως τον Ιερεμία να γράψει δεύτερο ειλητάριο, με ακόμη πιο βαριές απειλές. Για τον ασεβή βασιλιά προφήτευσε ότι θα είχε ταφή όνου, ριγμένος έξω από τις πύλες της πόλης.

Πράγματι, όταν έφτασε ο Ναβουχοδονόσορ, ο Ιωακείμ συνελήφθη στον τρίτο χρόνο και το πτώμα του πετάχτηκε στα άγρια θηρία. Σε άλλη περίσταση ο Ιερεμίας πήρε στον λαιμό του ξύλινο ζυγό ως ζωντανό συμβολικό σημείο της επικείμενης σκλαβιάς. Στους πρέσβεις της Ιδουμαίας, του Μωάβ και της Τύρου εξήγησε τη θεόσταλτη υποταγή τους στους Βαβυλώνιους κατακτητές. Ο ψευδοπροφήτης Ανανίας έσπασε τότε τον ξύλινο ζυγό μπροστά στους ιερείς και ισχυρίστηκε ψεύτικα μια γρήγορη απελευθέρωση.

Ήρθε επιτέλους το ένατο έτος της βασιλείας του Σεδεκία, και ο Ναβουχοδονόσορ επέστρεψε με όλη την στρατιωτική του ορμή. Η Ιερουσαλήμ πολιορκήθηκε για μήνες σκληρούς και ατελείωτους, χωρίς ψωμί και χωρίς καμία ελπίδα διαφυγής για τους κατοίκους. Ο Ιερεμίας συμβούλευε φανερά την εκούσια παράδοση, για να σωθούν τουλάχιστον η ιερή πόλη και ο μεγάλος ναός του Σολομώντος. Οι άρχοντες όμως τον θεώρησαν προδότη της πατρίδας και έπεισαν τον αδύναμο βασιλιά να τον παραδώσει στα χέρια τους.

Τον κατέβασαν με σχοινιά σε ένα βαθύ λάκκο γεμάτο λάσπη, μέσα στην αυλή της φυλακής του παλατιού. Εκεί ο άνθρωπος του Θεού βυθίστηκε μέχρι τον λαιμό μέσα στη βρωμερή λάσπη της κοιλιάς της σκοτεινής γης. Θα είχε πεθάνει από την υγρασία και την πείνα, αν δεν τον έσωζε ένας ευλαβέστατος ξένος του παλατιού. Ο ευνούχος Αβδεμέλεχ ο Αιθίοπας μίλησε με μεγάλη τόλμη στον ίδιο τον βασιλιά για το άδικο και απάνθρωπο μαρτύριο.

Με βασιλική άδεια κατέβασε σχοινιά και παλιά κουρέλια στον λάκκο, και τράβηξε τον προφήτη πίσω στο φως του ήλιου. Έπειτα ο Σεδεκίας τον κάλεσε κρυφά σε μυστική συνάντηση και ζήτησε να μάθει αν αληθεύουν οι φοβερές απειλές. Ο προφήτης τού απάντησε καθαρά ότι μόνο η εκούσια παράδοση στον Ναβουχοδονόσορ θα γλίτωνε τη ζωή του. Στις τρεις του Ιουνίου το πεντακόσια ογδόντα εννέα προ Χριστού, οι Χαλδαίοι έσπασαν επιτέλους το μεγάλο τείχος της πρωτεύουσας.

Ο στρατηγός Ναβουζαρδάν κατέλαβε την Ιερουσαλήμ, έκαψε ολόκληρο τον ναό και κατεδάφισε ανάκτορα, σπίτια και ολόκληρες κατοικίες. Ο Σεδεκίας πιάστηκε στην πεδιάδα της Ιεριχούς και τα παιδιά του σφάχτηκαν ένα προς ένα μπροστά στα ίδια του τα μάτια. Έπειτα τον τύφλωσαν με μαχαίρι, τον έδεσαν με βαριές χάλκινες αλυσίδες και τον έσυραν στη Βαβυλώνα προς θάνατο. Στον Ιερεμία όμως ο ίδιος ο Ναβουχοδονόσορ έδωσε πλήρη ελευθερία να μείνει όπου εκείνος επιθυμούσε στην ερημωμένη χώρα.

Ο προφήτης διάλεξε να μείνει κοντά στα ερείπια της αγαπημένης του πόλης και να θρηνεί καθημερινά με δάκρυα. Πριν λεηλατηθεί ο ναός, μπήκε μέσα με ευλαβείς ιερείς και αφαίρεσε προσεκτικά την ιερή Κιβωτό της Διαθήκης. Έκρυψε επίσης το άσβεστο πυρ του θυσιαστηρίου σε ένα ξερό πηγάδι, για να μη βεβηλωθεί από τους εχθρούς. Κατόπιν ανέβηκε σε σπηλιά του όρους Ναβώ, στη Μωαβίτιδα γη πέρα από τα νερά του Ιορδάνη ποταμού.

Εκεί απέκρυψε την Κιβωτό με ασφάλεια και σφράγισε την είσοδο με μεγάλο βράχο και το άγιο όνομα του Θεού. Νεφέλη κάλυψε τότε αμέσως το ιερό σημείο και κανείς πια δεν μπόρεσε να το αναγνωρίσει ξανά μέχρι σήμερα. Μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη Γοδολία, οι Ιουδαίοι αποφάσισαν να φύγουν φοβισμένοι στην Αίγυπτο για να σωθούν. Παρά την ξεκάθαρη αντίθετη εντολή του Θεού να παραμείνουν στην πατρίδα, σύρανε τον προφήτη μαζί τους με τη βία.

Στην Τάφνη της κάτω Αιγύπτου ο Ιερεμίας έζησε τέσσερα ολόκληρα χρόνια με υψηλό σεβασμό από τους ντόπιους κατοίκους. Με τις προσευχές του θανάτωνε τους κροκόδειλους και τις δηλητηριώδεις ασπίδες που μάστιζαν τότε τις γύρω περιοχές. Προφήτευσε ακόμη ότι θα έπεφταν όλα τα είδωλα της Αιγύπτου όταν θα ερχόταν εκεί η Παρθένος με το Βρέφος. Όταν τους προειδοποίησε για τη βαβυλωνιακή εισβολή που πλησίαζε σύντομα, οι άπιστοι συμπατριώτες του εξαγριώθηκαν εντελώς.

Άρπαξαν μεγάλες πέτρες και λιθοβόλησαν τον δίκαιο μάρτυρα της αλήθειας, εκεί κοντά στην είσοδο του παλατιού. Έτσι κοιμήθηκε με μαρτυρικό θάνατο, αφού πρώτα φύτεψε μεγάλους λίθους στον πηλό ως προφητικό σημάδι. Διακόσια πενήντα χρόνια αργότερα, ο Μέγας Αλέξανδρος μετέφερε τα τίμια λείψανά του στην πόλη της Αλεξάνδρειας. Τα κατέθεσε σε τόπο που ονομαζόταν Τετράπυλο, και οι Αλεξανδρινοί τιμούσαν εκείνον τον ιερό χώρο με μεγάλη ευλάβεια.

Η σκόνη από τον τάφο του θεράπευε τα δαγκώματα φιδιών και πρόσφερε βοήθεια σε όσους έπασχαν. Είθε οι πατρικές πρεσβείες του προφήτη και μάρτυρα να μας στηρίζουν στους πνευματικούς αγώνες της ζωής μας.

Το διάβασαν5μοναδικοί αναγνώστες

Στοιχεία βίου

ΤόποςΙερουσαλήμ
Λέξεις-κλειδιάΠροφήτες, Προφήτης, Ιερεμίας, Μάρτυρες, Απόστολοι, Μετάνοια, Ιερουσαλήμ, 1 Μαΐου, Μάιος

Θέματα

ΠροφήτεςΙερουσαλήμ

Εγγραφή στο κανάλι Optiko

Τα στοιχεία αυτά θα χρησιμεύσουν αργότερα για ενημερωτικό υλικό που θα στέλνεται από την ιστοσελίδα μας στο email σας, ώστε να μένετε πάντοτε συνδεδεμένοι με το Optiko και με ό,τι καινούργιο βγαίνει σε αυτό. Το email αποθηκεύεται τοπικά με ασφάλεια και δεν εμφανίζεται δημόσια.