Άγιος Βατάς ο Πέρσης ο Ιερομάρτυρας

Εικόνα: Άγιος Βατάς ο Πέρσης ο Ιερομάρτυρας

Στα τριάντα του χρόνια ο Βατάς άφησε γονείς, σύζυγο και παιδιά, για να ακολουθήσει τον Χριστό στην έρημο της Περσίας. Μοίρασε όλη του την περιουσία στους φτωχούς και φόρεσε το μοναχικό σχήμα, γιατί ποθούσε με όλη του την καρδιά να βαδίσει τον δρόμο των μαρτύρων. Καταγόταν από οικογένεια Χριστιανών της περσικής γης, που είχε κρατήσει με κόπο την πίστη ανάμεσα στους πυρολάτρες του τετάρτου αιώνα. Από μικρό παιδί έμαθε τα νάματα του Ευαγγελίου, και με τα χρόνια διψούσε για όλο και βαθύτερη αφιέρωση στον Κύριο.

Όταν ωρίμασε, εγκατέλειψε τα πάντα και κλείστηκε σε ένα μοναστήρι, όπου ξεκίνησε αμέσως σκληρή ασκητική πάλη. Με νηστεία, αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή νέκρωσε τα πάθη του και ένωσε ολόκληρη την καρδιά του με τον Χριστό. Σύντομα ξέσπασε σφοδρότατος διωγμός κατά των Χριστιανών από τους Πέρσες αυτοκράτορες της εποχής, και η μονή απειλήθηκε. Οι συμμοναστές του εγκατέλειψαν τα κελιά τους και σκόρπισαν στα γύρω βουνά, για να γλιτώσουν τη σύλληψη.

Μόνος εκείνος έμεινε στο κελί του και περίμενε τους στρατιώτες, σαν να ετοιμαζόταν να υποδεχθεί νυμφίο της ψυχής. Οι διώκτες τον βρήκαν ήρεμο, τον έδεσαν με σχοινιά και τον οδήγησαν στη Νίσιβη, μεγάλη πόλη της Μεσοποταμίας. Εκεί τον παρέδωσαν στον άρχοντα Ιασδήχ, αδελφό του γνωστού δικαστή Βαρζαβανά, που φημιζόταν για τη σκληρότητά του. Ο άρχοντας πίστευε ότι θα λύγιζε εύκολα τον μοναχό με απειλές και με υποσχέσεις πλούτου.

Ο Βατάς όμως στάθηκε όρθιος και άφοβος μπροστά του, έτοιμος να σφραγίσει την πίστη του με το αίμα. Ο Ιασδήχ διέταξε τον μάρτυρα να προσκυνήσει τον ήλιο και το ιερό πυρ των Περσών μάγων. Ο Άγιος απάντησε με πνευματική ανδρεία και ομολόγησε καθαρά τον Χριστό ως μόνο αληθινό Θεό. Ξεσκέπασε την πλάνη της ειδωλολατρίας και κήρυξε ότι ο ήλιος είναι κτίσμα, όχι Δημιουργός του κόσμου.

Ο δικαστής εξοργίστηκε από την παρρησία του και πρόσταξε αμέσως να αρχίσει η φρικτή βασανιστική διαδικασία. Οι δήμιοι έδεσαν τα χέρια του Αγίου με χοντρά σχοινιά και τα τέντωσαν με τόση δύναμη. Από τη βία ξεκλειδώθηκαν οι ώμοι του και βγήκαν τα μπράτσα του από τις αρθρώσεις τους. Όμως ο μάρτυρας δεν έβγαλε κραυγή ούτε ζήτησε έλεος, αλλά ψιθύριζε ευχαριστήρια λόγια στον Χριστό.

Έπειτα τον έσυραν δεμένο πάνω στις πέτρες και τον χτυπούσαν με ραβδιά σε όλο του το σώμα. Τέλος τον κατέκοψαν με κοφτερές μάχαιρες, και μια τελευταία σπαθιά απέκοψε την τίμια κεφαλή του. Διά πρεσβειών του αγίου μάρτυρος Βατά, Χριστέ ο Θεός, ελέησε και σώσε τις ψυχές μας.