Μνήμη Ανωνύμου Ομολογητού επί Ιουλιανού του Παραβάτου

Εικόνα: Μνήμη Ανωνύμου Ομολογητού επί Ιουλιανού του Παραβάτου

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Μνήμη Ανωνύμου Ομολογητού επί Ιουλιανού του Παραβάτου

Σε μια από τις πιο σκοτεινές ώρες της Εκκλησίας, όταν ο Ιουλιανός ο Παραβάτης προσπαθούσε να αναστήσει την ειδωλολατρία, ένας νέος αγνώστου ονόματος έλαμψε με την ομολογία του. Ο Άγιος αυτός έζησε στα χρόνια του Ιουλιανού και ήταν γιος ενός ιερέα των ειδώλων, μεγαλωμένος μέσα στην ασέβεια του πατρικού του οίκου. Στην πίστη του Χριστού τον οδήγησε σιγά σιγά μια ευσεβής χριστιανή Διακόνισσα, φίλη της μητέρας του, που τον υποδεχόταν με αγάπη σε κάθε επίσκεψη.

Όταν η μητέρα του πέθανε, ο νέος συνέχισε να πηγαίνει μόνος του στη θεοφιλή Διακόνισσα και να ακούει με δίψα τη διδασκαλία της. Δεχόμενος στην ψυχή του τις συμβουλές της, τη ρώτησε με ποιον τρόπο μπορούσε να φύγει από την πλάνη του πατρός του και να ασπαστεί τη χριστιανική ευσέβεια. Εκείνη του είπε ότι έπρεπε να αποστραφεί τον πατέρα του και να προτιμήσει τον Θεό, τον δημιουργό και του ίδιου και εκείνου του γέροντα. Του υποσχέθηκε επίσης ότι η ίδια θα φρόντιζε να τον στείλει σε μια πόλη μακριά από τα χέρια του δυσσεβούς βασιλέως.

Ο νέος δέχτηκε με χαρά και υποσχέθηκε ότι θα παρέδιδε στα χέρια της την ψυχή του και τη ζωή του. Έτσι έβαλε στην καρδιά του το δύσκολο σχέδιο της δραπετεύσεως από την ειδωλολατρία και της πλήρους παραδόσεως στον Κύριο. Λίγες ημέρες αργότερα ο Ιουλιανός ανέβηκε στη Δάφνη της Αντιοχείας, για να τελέσει εορτή προς τους δαίμονες με κοινή ειδωλολατρική τράπεζα. Μαζί του ανέβηκε και ο πατέρας του νέου, που ως ιερέας συνόδευε πάντοτε τον αυτοκράτορα στις θυσίες.

Πήρε μαζί του και τους δύο γιους του, οι οποίοι, ως νεωκόροι του ναού των ειδώλων, ράντιζαν τα φαγητά του βασιλέως κατά τις τελετές. Από την πρώτη κιόλας ημέρα ο νέος ομολογητής, μετά τον ραντισμό των μιαρών φαγητών, αναχώρησε δρομαία και έτρεξε στην Αντιόχεια ζητώντας την ευσεβή Διάκονο. Της είπε ότι ήρθε χωρίς να γίνει ψεύστης στην υπόσχεσή του και της ζήτησε να φροντίσει για τη σωτηρία και τη ζωή του. Εκείνη σηκώθηκε αμέσως και τον οδήγησε στον άνθρωπο του Θεού Μελέτιο τον Αντιοχείας, ζητώντας τη συμβουλή και την προστασία του.

Ο Άγιος Μελέτιος του είπε να καθίσει προσωρινά σε ένα υπερώο, μέχρι να βρεθεί τρόπος να φυγαδευτεί ασφαλώς. Στο μεταξύ ο πατέρας περιπλανιόταν στη Δάφνη και κατόπιν στην Αντιόχεια, ψάχνοντας απελπισμένος τον χαμένο του γιο. Σηκώνοντας τα μάτια του ψηλά, είδε τυχαία τον νέο να σκύβει από τα κάγκελα και έτρεξε αμέσως να τον κατεβάσει. Τον επέστρεψε στο σπίτι, τον έδειρε σκληρά και του έβαλε πυρωμένα σουβλιά στα χέρια, στα πόδια και στις πλάτες. Αφού τον βασάνισε, τον έκλεισε στον κοιτώνα και τον κλείδωσε εξωτερικά, και ανέβηκε πάλι στη Δάφνη για την ειδωλολατρική εορτή.

Ο νέος όμως μέσα στη φυλακή του κοιτώνα γέμισε με θεία χάρη και κάηκε από ιερό ζήλο για τον αληθινό Θεό. Συνέτριψε όλα τα είδωλα του πατρός του που υπήρχαν στον οίκο και περιγέλασε δυνατά την αδυναμία και την κενότητα της ειδωλολατρικής πλάνης. Μετά όμως φοβήθηκε για τον επικείμενο ερχομό του πατρός του και παρακάλεσε τον Δεσπότη Χριστό να ελευθερωθεί από τη φυλακή του. Ζήτησε να σπάσουν οι κλειδωνιές και να ανοίξουν οι πόρτες, ομολογώντας ότι όλα όσα έπαθε και έπραξε ήταν για χάρη του Κυρίου.

Αμέσως οι κλειδωνιές έπεσαν στο πάτωμα και οι πόρτες άνοιξαν θαυματουργικά μπροστά του, ελευθερώνοντάς τον από τη φυλακή. Έτρεξε αμέσως στη θεοφιλή του διδασκάλισσα, η οποία τον έντυσε με γυναικεία φορέματα για να μη τον αναγνωρίσουν στον δρόμο. Τον κράτησε για λίγο στον οίκο της και έπειτα τον προσέφερε πάλι στον θείο Μελέτιο για ασφαλέστερη φυγή. Ο Άγιος Μελέτιος τον απέστειλε νύχτα στην Παλαιστίνη, προς τον επίσκοπο των Ιεροσολύμων, τον θείο Κύριλλο.

Έτσι ο νέος γλίτωσε από τα χέρια του πατρός του και του δυσσεβούς αυτοκράτορα και βρέθηκε σε ασφαλές καταφύγιο. Όταν στη συνέχεια ο Ιουλιανός ο Παραβάτης πέθανε, ο νέος επέστρεψε στην πατρίδα του και άρχισε ευρύτερη ιεραποστολική εργασία ανάμεσα στους δικούς του. Με την υπομονή, τη σύνεση και την αγάπη του κατόρθωσε να οδηγήσει στη χριστιανική πίστη και τον ίδιο τον γέροντα πατέρα του. Εκείνος δέχθηκε το βάπτισμα και ομολόγησε ανοιχτά την αλήθεια, φέροντας στο σώμα του τα στίγματα και τα σημάδια των πληγών που είχε προκαλέσει στον γιο του.

Έγινε ο ίδιος μάρτυρας του θαύματος, αφηγούμενος σε όλους πώς ο γιος του είχε ελευθερωθεί θαυματουργικά από τις κλειστές πόρτες. Πολλούς άλλους ειδωλολάτρες νέους έφερε επίσης ο Άγιος στην αληθινή επίγνωση της ευσεβείας, μέσα από τα λόγια του και την ενάρετη πολιτεία του. Η ζωή του υπήρξε ζωντανή απόδειξη ότι η χάρη του Χριστού νικά ακόμη και τους πιο στενούς δεσμούς της σαρκικής συγγένειας. Αφού πέρασε ολόκληρη τη ζωή του σε ανώτερη πνευματική πολιτεία και σε ασταμάτητο κήρυγμα, απεβίωσε τελικά ειρηνικά.

Το περιστατικό αυτό μας το παραδίδει ο μακάριος Θεοδώρητος στην Εκκλησιαστική του Ιστορία, από το στόμα του ίδιου του πατρός. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης το διασώζει επίσης στο Συναξάριό του, ως φωτεινό υπόδειγμα νεανικής ομολογίας μέσα στους διωγμούς. Με τις πρεσβείες του Αγίου Ομολογητού, Κύριε, χάρισέ μας θαρραλέα ομολογία πίστεως μέσα στις δοκιμασίες και αληθινή ελευθερία στο όνομά Σου, αμήν.

Το διάβασαν3μοναδικοί αναγνώστες

Θέματα

Ομολογητές
Επισκέπτες σήμερα: … Συνολικές επισκέψεις: …