Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Νικόλαος από τη Χίο, ο Νεομάρτυρας
Στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όταν κάθε ορθόδοξη ομολογία πληρωνόταν με βασανιστήρια και θάνατο, ένας απλός νέος από τη Χίο φάνηκε αληθινός γίγαντας πίστεως. Ο Άγιος Νεομάρτυς Νικόλαος μαρτύρησε στις τριάντα μία Οκτωβρίου του έτους χίλια επτακόσια πενήντα τέσσερα, στη θέση Βουνάκι της Χίου. Γεννήθηκε στις Καρυές της Χίου από γονείς ευσεβείς χριστιανούς, τον Πέτρο και τη Σταματού, που του μετέδωσαν τον φόβο του Θεού. Από μικρό παιδί ήταν χαριτωμένος όχι μόνο στο σώμα αλλά και στην ψυχή, με ξεχωριστή ευλάβεια και έμφυτη εγκράτεια.
Έζησε χριστιανικά με πολλή απλότητα, αν και μεγάλωσε χωρίς πατρικές νουθεσίες, καθώς έμεινε από μικρός ορφανός από τον πατέρα του. Πάνω απ' όλα ήταν απλός, άκακος και υπομονετικός, και όλοι όσοι τον γνώριζαν θαύμαζαν τη γλυκύτητα του χαρακτήρα του. Σε ηλικία είκοσι ετών συμφώνησε μ' έναν συμπατριώτη του χτίστη να πάνε μαζί στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας για εργασία. Εκεί στη Μαγνησία ο νέος Νικόλαος συνέχιζε με συνέπεια τον χριστιανικό τρόπο ζωής και πρόκοβε καθημερινά στην αρετή.
Κάποια μέρα όμως, χωρίς προφανή αιτία, σαν κάτι να έπαθε ο νους του και έμεινε παραλογισμένος, χωρίς ωστόσο να κάνει τρελά πράγματα. Βλέποντάς τον οι Τούρκοι σ' αυτή την κατάσταση, τον έφεραν στους αρχηγούς τους με σκοπό να τον εξισλαμίσουν. Όταν εκείνοι τον εξέταζαν, ο Άγιος δεν τους αποκρινόταν αλλά έμενε σιωπηλός, σαν να μην άκουγε καθόλου τι του έλεγαν. Οι αγάδες αγανακτισμένοι από τη σιωπή του τον έδιωξαν ως τρελό, χτυπώντας τον, και επέπληξαν εκείνους που τον είχαν φέρει μπροστά τους.
Οι συμπατριώτες του φοβήθηκαν μήπως διαταραχθεί τελείως ψυχικά και τον επανέφεραν στη Χίο, στην αδελφή του, στην οποία είπαν όλα τα καθέκαστα. Εκείνη όμως από αφροσύνη δεν τα φύλαξε μυστικά, και έτσι διαδόθηκε στο νησί φήμη ότι ο Νικόλαος είχε εξισλαμισθεί στη Μαγνησία. Τα έμαθαν οι αγάδες του νησιού, τον πήραν, τον ονόμασαν Μεϊμέτη, τον έντυσαν τούρκικα, χωρίς όμως να του κάνουν περιτομή. Για να εξασφαλίζει την καθημερινή επιβίωσή του έβοσκε τα ζώα των χασάπηδων στα γύρω βουνά της περιοχής της Αγίας Υπομονής.
Εκεί, μέσα στη μοναξιά των ορεινών βοσκοτόπων του νησιού, τον συνάντησε κάποιος ευλαβής αρχιμανδρίτης που ονομαζόταν Κύριλλος. Συζήτησε μαζί του με προσοχή, είδε την απλότητά του και του έδωσε ορισμένες πατρικές πνευματικές συμβουλές. Αυτή η συνάντηση έγινε η αφετηρία της εσωτερικής αλλαγής του Νικολάου, που άρχισε σιγά σιγά να συνέρχεται πνευματικά. Κάποια νύχτα κοιμήθηκε σε έναν μισογκρεμισμένο ναό της Αγίας Άννης και είδε στο όνειρό του μια ωραιότατη κόρη.
Εκείνη τού είπε να πάει στον ιερέα του ναού του Υιού της για να τον λούσει και να γίνει καλά, για να τον πάρει γαμπρό. Σηκώθηκε αμέσως και έτρεξε γρήγορα στην αδελφή του, στην οποία διηγήθηκε με δάκρυα το θαυμαστό όνειρο της Παναγίας. Πήγαν μαζί στον ιερέα του χωριού, αλλά εκείνος δεν τους έδωσε καμιά σημασία και τους έδιωξε αδιάφορος. Τότε προσέτρεξαν στον ναό του Σωτήρος, όπου εφημέρευε ο αρχιμανδρίτης Κύριλλος, ο οποίος τους δέχθηκε με αγάπη και προσοχή.
Εκείνος έκανε αγιασμό, διάβασε στον νέο τις σχετικές ευχές και ο Νικόλαος ήρθε αμέσως πλήρως στα συγκαλά του. Ύστερα τον κατήχησε επιμελώς και τον δίδαξε τις αλήθειες της πίστεως, ετοιμάζοντάς τον για τη μεγάλη ώρα της επιστροφής του. Από εκείνη τη στιγμή ο Νικόλαος άρχισε να ζει με βαθιά μετάνοια, αδιάλειπτη προσευχή, αγρυπνία και αυστηρή νηστεία. Επειδή όμως είχε ακουστεί δημόσια ότι είχε τουρκέψει, οι συγχωριανοί του φοβόντουσαν την οργή των Τούρκων και δεν τον δέχονταν στην εκκλησία.
Παρά τα δάκρυα και τις διαμαρτυρίες του, οι δικοί του τον κρατούσαν μακριά από τη Θεία Λειτουργία και τα μυστήρια. Πράγματι κάποια μέρα έφτασαν απεσταλμένοι από τον δικαστή και τον συνέλαβαν, σαν να ήταν επικίνδυνος ληστής. Μαζί του συνέλαβαν και τον ιερέα του χωριού καθώς και δύο προεστούς, που τους φυλάκισαν χωριστά. Τον Νικόλαο τον οδήγησαν μπροστά στον τούρκικο δικαστή, για να ανακριθεί επίσημα για την επιστροφή του στον Χριστό. Ο δικαστής τον ρώτησε γιατί, ενώ προηγουμένως ήταν μουσουλμάνος, τώρα έγινε πάλι χριστιανός και αρνείται την πίστη του Μωάμεθ.
Ο Άγιος απάντησε με παρρησία ότι από χριστιανούς γεννήθηκε, χριστιανός ανατράφηκε, χριστιανός είναι και τον Χριστό του ποτέ δεν τον αρνήθηκε. Διακήρυξε ξεκάθαρα ότι ούτε έγινε ποτέ μουσουλμάνος ούτε πρόκειται να αρνηθεί ποτέ τον Κύριό του, αλλά χριστιανός θα πεθάνει. Ο δικαστής και οι σύμβουλοί του προσπάθησαν με κολακείες, υποσχέσεις και απειλές να τον πείσουν να εξισλαμιστεί. Επειδή όμως δεν κατάφεραν τίποτε, τον έδειραν σκληρότατα με πεντακόσιους ραβδισμούς στα πόδια και τον έριξαν στη φυλακή.
Έσφιξαν τα καταπληγιασμένα του πόδια στο τιμωρητικό ξύλο, ενώ οι συμπατριώτες του τον παρακινούσαν να τουρκέψει για να απαλλαγούν όλοι. Μετά από λίγες ημέρες τον οδήγησαν πάλι στο δικαστήριο, όπου άρχισαν εκ νέου οι υποσχέσεις για αξιώματα και πλούτη. Ο Άγιος απάντησε με γενναιότητα ότι ούτε τις κολακείες δέχεται ούτε τις τιμωρίες και τον θάνατο φοβάται. Πρότεινε μάλιστα ειρωνικά να τους βαπτίσει πρώτος εκείνος χριστιανούς και κατόπιν να κάνουν εκείνοι ό,τι θέλουν μαζί του.
Οι Τούρκοι θύμωσαν πάρα πολύ και επινόησαν δεινά βασανιστήρια, ξαπλώνοντάς τον πάνω σε σανίδα με καρφιά. Τοποθέτησαν στο στήθος και την κοιλιά του βαριά πλάκα, έδεσαν τον λαιμό του με αλυσίδα και τα πόδια στο ξύλο. Τη νύχτα έγινε σεισμός, η βαριά πλάκα έπεσε από πάνω του και αποκαλύφθηκε ότι κανένα κόκαλο δεν είχε σπάσει. Ούτε καν τα μυτερά καρφιά είχαν μπηχτεί στη ράχη του, ενώ ολόκληρη η φυλακή είχε πλημμυρίσει από ουράνια ευωδία. Όλοι οι φυλακισμένοι εξεπλάγησαν και φώναζαν ότι ο άνθρωπος αυτός είναι άγιος, ενώ ο ιερέας του ζητούσε δακρυσμένος συγγνώμη.
Οι Τούρκοι αποφυλάκισαν τους συγχωριανούς του για να μη βλέπουν και διαδώσουν τα θαύματα, και τον έδεσαν χειροπόδαρα. Τον έριξαν στον σταύλο των αλόγων, για να τον σκοτώσουν τα ζώα καταπατώντας τον με τα πόδια τους. Ο Άγιος όμως με τη χάρη του Θεού διαφυλάχθηκε σώος και αβλαβής, όπως ακριβώς ο Δανιήλ μέσα στον λάκκο των λεόντων. Όλες εκείνες τις ημέρες μέσα στον σταύλο νήστευε σχεδόν εντελώς άσιτος και προσευχόταν αδιάλειπτα στον αληθινό Κύριο. Αντιλαμβανόμενοι τελικά οι Τούρκοι ότι δεν κατάφερναν απολύτως τίποτε, τον καταδίκασαν αμέσως σε θάνατο με αποκεφαλισμό έξω από το κάστρο.
Τον οδήγησαν έξω από τα τείχη της Σούδας του κάστρου και τον ρώτησαν ξανά αν επιθυμεί να τουρκέψει. Εκείνος εξουθενωμένος αρνήθηκε μόνο με κίνηση της κεφαλής, χωρίς πια να έχει τη δύναμη να μιλήσει. Ο δήμιος τον γονάτισε, του έδωσε μια μπηχτή μαχαιριά στην πλάτη και τον ρώτησε εκ νέου. Στην αρνητική απάντησή του τον γονάτισε δεύτερη φορά και τον έκοψε λίγο στον λαιμό, λέγοντάς του ότι οι πληγές γιατρεύονται. Ο μεγαλομάρτυρας, από τον φλογερό του πόθο να μαρτυρήσει, έτρεξε και γονάτισε φωνάζοντας τρεις φορές: Παναγία, βοήθει μοι.
Τότε ο δήμιος τον χτύπησε με όλη του τη δύναμη, ξανά και ξανά, αλλά η πάντιμη κεφαλή δεν κοβόταν. Πιάνοντάς τον τελικά από τα μαλλιά τον έσφαξε σαν άκακο αμνό, ολοκληρώνοντας έτσι το ένδοξο μαρτύριο του γενναίου ομολογητή. Τότε συνέβη ένα συγκλονιστικό φαινόμενο, που φανέρωσε σε όλους τη δόξα του νέου μάρτυρα ενώπιον του Θεού. Αν και ήταν καταμεσήμερο, πυκνότατο σκοτάδι κάλυψε ξαφνικά ολόκληρο το νησί, ώστε ο ένας δεν έβλεπε τον άλλο. Ακόμη και τον δρόμο για τα σπίτια τους δεν διέκριναν, και πολλοί φοβήθηκαν λέγοντας πως ήταν οργή του Θεού.
Μέχρι και σήμερα οι κάτοικοι του νησιού διηγούνται από γενιά σε γενιά για το φοβερό και αξέχαστο εκείνο σκοτάδι. Και ενώ παντού γύρω επικρατούσε σκοτάδι, το πρόσωπο του αγίου μάρτυρος έλαμπε φωτεινό σαν τον ήλιο. Ουράνιο φως έλουζε επί τρεις ολόκληρες νύχτες το άγιο λείψανο, μαρτυρώντας έμπρακτα την παρρησία του Νικολάου στον θρόνο του Χριστού. Πολλοί πιστοί συγκεντρώθηκαν κρυφά γύρω από το σκήνωμα, για να δουν με τα μάτια τους το άρρητο εκείνο θαύμα του ουρανίου φωτός.
Μη υποφέροντας οι Τούρκοι τα θεϊκά αυτά σημεία, έλεγαν ότι ο Θεός ρίχνει φωτιά για να τον κάψει. Πήγαν με αναμμένα δαδιά και μαύριζαν το πρόσωπο του αγίου, για να μη φαίνεται πια λαμπρό. Πολλοί ευσεβείς χριστιανοί δωροδοκούσαν κρυφά τους φύλακες, για να τους δώσουν κομμάτια από τα ρούχα του ή χώμα βρεγμένο από το αίμα του. Άλλοι ζητούσαν με δάκρυα να τους κόψουν ένα από τα δάχτυλά του, ως ιερό αγιαστικό λείψανο για τα σπίτια τους. Τα μαρτυρικά λείψανα του Αγίου επιτέλεσαν στη συνέχεια παράδοξα θαύματα, όπως αναφέρει αναλυτικά το συναξάρι του.
Τέλος για να μην πάρουν οι χριστιανοί το ολόκληρο λείψανό του και το τιμήσουν δημόσια, οι ασεβείς το έριξαν στη θάλασσα. Κανείς δεν έμαθε ποτέ ξανά που έφτασε το σώμα του γενναίου μάρτυρα, που χάθηκε μέσα στα κύματα. Η μνήμη όμως του Αγίου Νικολάου έλαμψε σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο, στηρίζοντας το γένος μέσα στη μακρά δουλεία. Η Χίος καυχάται για τον νεομάρτυρά της και η Εκκλησία τιμά κάθε χρόνο τη μνήμη του στις τριάντα μία Οκτωβρίου. Με τις πρεσβείες του Αγίου Νικολάου, Κύριε, στερέωσέ μας στην ομολογία της πίστεως και αξίωσέ μας να μη Σε αρνηθούμε ποτέ μέχρι τέλους, αμήν.