Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Ιωάννης Κοτσούρωφ, ο Πρωτομάρτυρας της Νεότερης Ρωσίας
Στις τριάντα μία Οκτωβρίου του χίλια εννιακόσια δεκαεπτά, στο Τσάρσκογιε Σελό κοντά στην Πετρούπολη, άνοιξε ένα νέο φωτεινό κεφάλαιο αγιότητος για τη Ρωσική Εκκλησία. Άρχισε εκείνη την ημέρα η μακρά σειρά των Νεομαρτύρων του εικοστού αιώνα, που σφραγίστηκε με το αίμα ενός σεμνού ιερέα, του πρωτοπρεσβυτέρου Ιωάννου Κοτσούρωφ. Ο Άγιος Ιωάννης Κοτσούρωφ υπήρξε ο πρώτος κληρικός θύμα της Οκτωβριανής Επανάστασης και ο πρωτομάρτυρας της νεότερης Ρωσίας.
Γεννήθηκε στις δεκατρείς Ιουλίου του χίλια οκτακόσια εβδομήντα ένα, στο χωριό Μπιγκιλντίνο της επαρχίας Ριαζάν, σε πολυμελή ευσεβή οικογένεια κληρικού. Πατέρας του ήταν ο ιερέας Αλέξανδρος Κοτσούρωφ και μητέρα του η Άννα, ενώ ο πατέρας του υπηρέτησε ολόκληρη τη ζωή του στον ναό των Θεοφανείων του χωριού του. Από παιδί δέχθηκε στην ψυχή του τη φωτεινή εικόνα του ταπεινού και εμπνευσμένου ενοριακού ιερέα, την οποία ζούσε καθημερινά μέσα στο πατρικό σπίτι.
Σπούδασε αρχικά στη Θεολογική Σχολή του Ντάνκι και αποφοίτησε με διακρίσεις από το Ιερατικό Σεμινάριο του Ριαζάν το χίλια οκτακόσια ενενήντα ένα. Στη συνέχεια εισήχθη με επιτυχία στη φημισμένη Θεολογική Ακαδημία της Αγίας Πετρουπόλεως, μία από τις καλύτερες θεολογικές σχολές της Ρωσίας. Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια συνέδεσε στενά την κλήση του ως ενοριακού ιερέα με τον πόθο της ιεραποστολικής διακονίας. Όταν αποφοίτησε το χίλια εννιακόσια ένα, στάλθηκε στην Επισκοπή των Αλεουτίων και της Αλάσκας, σύμφωνα με τον παλιό του πόθο για ιεραποστολή.
Μετά τον γάμο του με την Αλεξάνδρα Τσερνύσοβα, ο νεαρός κληρικός έφτασε στην προτεσταντική Αμερική, σε ένα περιβάλλον τελείως διαφορετικό από την ορθόδοξη Ρωσία. Στις είκοσι επτά Αυγούστου του χίλια οκτακόσια ενενήντα πέντε χειροτονήθηκε ιερέας από τον Επίσκοπο Αλάσκας Νικόλαο και τοποθετήθηκε στο Σικάγο. Ανέλαβε εφημέριος στον καθεδρικό ναό του Αγίου Βλαδιμήρου, ποιμαίνοντας μια μικρή και πολυεθνική κοινότητα Ρώσων, Σλάβων, Αράβων, Βουλγάρων και άλλων μεταναστών.
Οι ενορίτες ήταν φτωχοί εργάτες, που ζούσαν με τον ιδρώτα του προσώπου τους στις παρυφές της μεγάλης αμερικανικής πόλης. Στην ενορία ήταν προσαρτημένος και ο ναός των Τριών Ιεραρχών στην πόλη Στρίτορ, ενενήντα τέσσερα μίλια μακριά από το Σικάγο. Ο πατήρ Ιωάννης συνδύασε άριστα την ποιμαντική με την ιεραποστολική διακονία, οδηγώντας στην ορθοδοξία ογδόντα έξι Ουνίτες και πέντε καθολικούς μέσα στα πρώτα μόλις τρία χρόνια. Ίδρυσε δύο εκκλησιαστικά σχολεία, οργάνωσε τις αδελφότητες του Αγίου Νικολάου και των Τριών Ιεραρχών και ανέπτυξε πρόγραμμα αλληλοβοηθείας ανάμεσα στους ενορίτες του.
Ο τότε επίσκοπος Τύχων, ο μετέπειτα Πατριάρχης Μόσχας, εκτίμησε ιδιαίτερα τους κόπους του και τον στήριξε με κάθε τρόπο στο δύσκολο έργο του. Με βασική φροντίδα του πατρός Ιωάννη ανεγέρθηκε ο νέος μεγαλοπρεπής ναός της Αγίας Τριάδος στο Σικάγο, που εγκαινίασε ο Επίσκοπος Τύχων το χίλια εννιακόσια τρία. Για το έργο αυτό τιμήθηκε με το παράσημο της Αγίας Άννης τρίτου βαθμού και ανυψώθηκε αργότερα στο αξίωμα του Αρχιπρεσβυτέρου. Δώδεκα ολόκληρα χρόνια διακόνησε με αυτοθυσία την ενορία του Σικάγου, βλέποντάς την να μεταμορφώνεται σε μία από τις πιο ακμαίες ενορίες της βορειοαμερικανικής επισκοπής.
Διορίστηκε επίσης αρχιερατικός επίτροπος της περιοχής της Νέας Υόρκης και συμμετείχε ενεργά στην Πρώτη Ορθόδοξη Σύνοδο της Βορείου Αμερικής, που πραγματοποιήθηκε στο Μέιφιλντ τον Φεβρουάριο του χίλια εννιακόσια επτά. Παρά την επιτυχία του στην Αμερική, η νοσταλγία της Ρωσίας και η ανάγκη μορφώσεως των μεγάλων του παιδιών τον οδήγησαν τελικά να ζητήσει επιστροφή στην πατρίδα του. Το χίλια εννιακόσια επτά αναχώρησε από το αγαπημένο του ποίμνιο του Σικάγου και επέστρεψε στην Επισκοπή της Αγίας Πετρουπόλεως, για να συνεχίσει εκεί την ιερατική του διακονία.
Τοποθετήθηκε στον καθεδρικό ναό της Μεταμορφώσεως στη Νάρβα και ανέλαβε ταυτόχρονα καθηγητής του Νόμου του Θεού στα γυμνάσια αρρένων και θηλέων της πόλεως. Επί εννέα ολόκληρα χρόνια δίδαξε με συνέπεια την ορθόδοξη πίστη στους νέους, διαμορφώνοντας ολόκληρες γενιές μέσα στο πνεύμα της Εκκλησίας. Για την ποιμαντική και διδακτική του δράση τιμήθηκε με το παράσημο της Αγίας Άννης δευτέρου βαθμού και αργότερα με το παράσημο του Αγίου Βλαδιμήρου τετάρτου βαθμού.
Τον Νοέμβριο του χίλια εννιακόσια δεκαέξι μετατέθηκε ως δεύτερος ιερέας στον καθεδρικό ναό της Αγίας Αικατερίνης στο Τσάρσκογιε Σελό, εκπληρώνοντας τον παλιό του πόθο. Στο Τσάρσκογιε Σελό υποδέχθηκε με χαρά το νέο του ποίμνιο και άρχισε αμέσως να κηρύσσει με ζήλο τον λόγο του Θεού. Ο φλογερός λόγος του συγκέντρωνε ορθοδόξους χριστιανούς από όλη την πόλη, που έβλεπαν σε αυτόν έναν αληθινό ποιμένα γεμάτο αγάπη. Τρεις μήνες όμως μετά την εγκατάστασή του, ξέσπασε η Φεβρουαριανή Επανάσταση και άρχισε σιγά σιγά να παρασύρει την ήρεμη ζωή του Τσάρσκογιε Σελό στη δίνη των επαναστατικών γεγονότων.
Μέσα στους ταραγμένους εκείνους μήνες, ο πατήρ Ιωάννης συνέχισε να κηρύσσει από τον άμβωνα της Αγίας Αικατερίνης μηνύματα συμφιλιώσεως, ηρεμίας και πνευματικής περισυλλογής. Στις τριάντα Οκτωβρίου του χίλια εννιακόσια δεκαεπτά, οι μπολσεβίκικες δυνάμεις άρχισαν να βομβαρδίζουν την πόλη με πυροβολικό από τα προάστια. Πανικόβλητο πλήθος έτρεξε στους ναούς ζητώντας ψυχική γαλήνη, και ο κλήρος της Αγίας Αικατερίνης τέλεσε ειδική παράκληση για παύση του εμφύλιου σπαραγμού.
Αμέσως μετά, ο πατήρ Ιωάννης μαζί με τον δεκανέα του ναού και έναν ακόμη ιερέα οργάνωσαν λιτανεία στους δρόμους της πόλεως. Η λιτανεία γέμισε από κόσμο και τα κεριά έκαιγαν στα χέρια των πιστών, ενώ από τους άμβωνες ακούγονταν προσευχές για ειρήνη χωρίς καμία πολιτική απόχρωση. Την επόμενη ημέρα, στις τριάντα μία Οκτωβρίου, οι μπολσεβίκοι μπήκαν στο Τσάρσκογιε Σελό και άρχισαν συλλήψεις στα σπίτια των αξιωματικών. Συνέλαβαν τους ιερείς της λιτανείας με την κατηγορία ότι προσευχήθηκαν για νίκη των Κοζάκων του Τσάρου.
Οδήγησαν τον πατέρα Ιωάννη στις παρυφές της πόλεως, κοντά στον καθεδρικό ναό του Αγίου Θεοδώρου, και τον δολοφόνησαν εν ψυχρώ. Τον χτύπησαν στο πρόσωπο, σήκωσαν τα τουφέκια εναντίον του και τον πυροβόλησαν, ενώ αυτός εξακολουθούσε να ζητεί διευκρινίσεις και να εξηγεί την αλήθεια. Ο θάνατος δεν ήρθε αμέσως, αλλά οι δήμιοι τον έσυραν από τα μαλλιά και τον αποτελείωσαν επί τόπου, παίρνοντάς του ακόμη και τον επιστήθιο σταυρό από το στήθος. Το επόμενο πρωί το ιερό σκήνωμα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο του παλαιού ανακτόρου, χωρίς το πολύτιμο σταυρό που είχε δεχθεί δώρο από τους ενορίτες στο Σικάγο.
Δώδεκα χρόνια νωρίτερα, παραλαμβάνοντας εκείνον τον χρυσό σταυρό για τη δεκαετία της ιερατείας του, είχε πει προφητικά ότι αυτός θα έμενε ως κειμήλιο για τα παιδιά και τους απογόνους του. Με το αίμα του ο πατήρ Ιωάννης σφράγισε όχι μόνο τη δική του ομολογία αλλά και την αρχή μιας ολόκληρης σειράς νεομαρτύρων του ρωσικού εικοστού αιώνα. Το όνομά του μνημονεύθηκε δεύτερο, μετά από εκείνο του Μητροπολίτη Κιέβου Αγίου Βλαδιμήρου, από τον Πατριάρχη Τύχωνα κατά τη Θεία Λειτουργία στις τριάντα μία Μαρτίου του χίλια εννιακόσια δεκαοκτώ.
Έτσι ο σεμνός ιεραπόστολος της Αμερικής, ο αγαπημένος δάσκαλος της Νάρβας και ο ζηλωτής ποιμένας του Τσάρσκογιε Σελό αναγνωρίστηκε επίσημα ως μάρτυρας. Πλήθος πιστών στο Πέτρογκραντ και αλλού ταράχτηκε από την πρώτη αυτή κακόβουλη εκτέλεση ρωσικού ορθόδοξου ιερέα στον εικοστό αιώνα. Συγκροτήθηκε επιτροπή ερευνών για την ανακάλυψη των δολοφόνων, αλλά οι μπολσεβίκοι την κατήργησαν προτού καταφέρει να τους εντοπίσει. Η μνήμη όμως του Αγίου Ιωάννου Κοτσούρωφ άρχισε να λάμπει αμέσως στις ορθόδοξες καρδιές, ως φωτεινό πρότυπο πιστότητας μέχρι θανάτου. Με τις πρεσβείες του Αγίου Ιωάννου, Κύριε, στερέωσε τους ποιμένες της Εκκλησίας Σου και αξίωσέ μας να ομολογήσουμε άφοβα την πίστη μας ακόμη και ενώπιον των διωκτών, αμήν.