Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλύτης, Μεγαλομάρτυς και Πολιούχος Θεσσαλονίκης
Λίγοι άγιοι κατάφεραν να σφραγίσουν τόσο βαθιά την καρδιά της Θεσσαλονίκης όσο ο μεγαλομάρτυρας Δημήτριος, ο μυροβλύτης και ακοίμητος πολιούχος της. Γεννήθηκε γύρω στα διακόσια ογδόντα με διακόσια ογδόντα τέσσερα, γόνος μιας από τις πιο αριστοκρατικές οικογένειες της επαρχίας Μακεδονίας. Ο πατέρας του ήταν ευσεβής χριστιανός που υπηρετούσε ως ανθύπατος της πόλης, ενώ μέσα στα ανάκτορά του διατηρούσε κρυφό εικονοστάσι. Εκεί προσευχόταν με τη σύζυγό του προς τον αληθινό Θεό, ελεούσε γενναιόδωρα τους φτωχούς και διδάχθηκε ο Δημήτριος τις πρώτες αλήθειες της πίστης.
Όταν μεγάλωσε ο νεαρός, οι γονείς του έφεραν ιερέα και τον βάπτισαν κρυφά στον πατρικό ναό μέσα στα νερά της κολυμβήθρας. Ανδρωμένος και προικισμένος με αρετή, σύνεση και σωματική ομορφιά, ανελίχθηκε γρήγορα στις βαθμίδες του ρωμαϊκού στρατού. Σε ηλικία μόλις είκοσι δύο ετών έφερε τον υψηλό βαθμό του χιλιάρχου υπό τον τετράρχη Γαλέριο Μαξιμιανό. Όταν πέθαναν οι ευλαβείς γονείς του, ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός τον διόρισε ανθύπατο όλης της περιοχής της Θεσσαλονίκης.
Παρά τις υψηλές αυτές τιμές, η καρδιά του παρέμενε ολόκληρη του Χριστού, και άρχισε αμέσως να διδάσκει φανερά τον λόγο του Ευαγγελίου στην πατρίδα του. Σκορπούσε με γενναιόδωρο χέρι το πατρικό βιος στους ενδεείς, και κήρυττε τη χάρη της σωτηρίας στους ειδωλολάτρες της Θεσσαλονίκης χωρίς κανέναν δισταγμό ή φόβο. Ο Δημήτριος έγινε για τη Θεσσαλονίκη ένας νέος απόστολος Παύλος, οδηγώντας πλήθος ειδωλολατρών στη χριστιανική πίστη. Ίδρυσε μάλιστα και ιερό κύκλο νέων για τη συστηματική μελέτη της Αγίας Γραφής, με ιδιαίτερη φλόγα και ζήλο.
Όταν ο Μαξιμιανός γύρισε από τους πολέμους και έμαθε ότι ο διορισμένος ανθύπατός του ήταν χριστιανός, οργίστηκε σφόδρα. Πριν τη σύλληψή του, ο Άγιος Δημήτριος ανέθεσε σε δικό του πιστό υπηρέτη, τον Λούππο, όλη την πατρική περιουσία. Του παρήγγειλε να μοιράσει χωρίς δισταγμό το χρυσάφι, το ασήμι, τους πολύτιμους λίθους και τα ενδύματα στους φτωχούς της πόλης. Ο ίδιος αφοσιώθηκε σε προσευχή και νηστεία, ετοιμάζοντας έτσι την ψυχή του για τον στέφανο του μαρτυρίου.
Όταν παρουσιάστηκε ενώπιον του βασιλιά Μαξιμιανού, ομολόγησε άφοβα την αλήθεια του Χριστού και έλεγξε αυστηρά την παγανιστική πολυθεΐα μπροστά σε όλους τους αυλικούς. Ο μανιασμένος τύραννος διέταξε αμέσως να κλείσουν τον γενναίο ομολογητή σε σκοτεινό υπόγειο κελί, στα μουχλιασμένα κατώγια κάποιου παλαιού λουτρού. Εκεί ο Δημήτριος, ψάλλοντας τους ψαλμούς του Δαβίδ, ποδοπάτησε με τη δύναμη του Σταυρού έναν φοβερό σκορπιό. Λίγο αργότερα τον επισκέφθηκε στο κελί άγγελος Κυρίου, φέρνοντάς του ολόλαμπρο ουράνιο στέμμα και στηρίζοντάς τον για τον επερχόμενο αγώνα.
Η ψυχή του τότε σκίρτησε από ανείπωτη χαρά και ποθούσε ολοένα και περισσότερο να σφραγίσει με το αίμα της την αληθινή ομολογία της πίστης. Στο αμφιθέατρο εκείνες τις ημέρες είχε προσκληθεί από τον αυτοκράτορα ένας πελώριος μονομάχος της εποχής, ο Λυαίος από το γένος των Βανδάλων. Επάνω σε ψηλά σανίδια εκσφενδόνιζε τους αντιπάλους του σε στημένες λόγχες, και πολλοί χριστιανοί προστάζονταν να μονομαχήσουν μαζί του. Ένας νεαρός χριστιανός ονόματι Νέστωρ, πνευματικό παιδί του Δημητρίου, αποφάσισε να αντιμετωπίσει τον φοβερό αυτόν γίγαντα.
Πήγε προηγουμένως στη φυλακή του διδασκάλου του και του ζήτησε με δάκρυα την ευχή και την προσευχή. Ο Άγιος Δημήτριος του χάραξε το σημείο του τιμίου Σταυρού και προφήτευσε καθαρά τη νίκη του και το μαρτυρικό τέλος. Ο Νέστωρ μπήκε στο αμφιθέατρο και φώναξε δυνατά την ολοζώντανη επίκληση «ο Θεός του Δημητρίου, βοήθα με». Νίκησε πραγματικά τον Λυαίο και τον γκρέμισε στα κοφτερά κοντάρια, προκαλώντας την έκπληξη όλου του πλήθους. Ο Μαξιμιανός λυπήθηκε βαθιά για τον αγαπημένο του πρωταθλητή και διέταξε αμέσως την εκτέλεση του Νέστορος.
Μαθαίνοντας έπειτα ότι η νίκη έγινε με την ευχή του Δημητρίου, διέταξε να λογχιστεί και ο μάρτυρας μέσα στη φυλακή. Έτσι, μόλις χάραξε η αυγή της εικοστής έκτης Οκτωβρίου, οι στρατιώτες όρμησαν και τον λόγχισαν την ώρα που στεκόταν προσευχόμενος. Το μαρτύριό του τοποθετείται στο τριακόσια έξι, και η ευλογημένη ψυχή του παραδόθηκε στα χέρια του Δημιουργού. Νύχτα μερικοί ευσεβείς χριστιανοί πήραν κρυφά το ριγμένο σώμα του μάρτυρα και το ενταφίασαν με μεγάλη ευλάβεια.
Παρών στην ώρα της εκτέλεσης βρέθηκε και ο πιστός υπηρέτης Λούππος, ο οποίος μετά το μαρτύριο πήρε ως ευλογία τον αιματοβαμμένο χιτώνα. Πήρε επίσης από το χέρι του κυρίου του και το δαχτυλίδι, και με αυτά τα δύο επιτέλεσε πολλά θαύματα στη Θεσσαλονίκη. Μαθαίνοντάς το ο Μαξιμιανός, διέταξε και τον δικό του αποκεφαλισμό, και έτσι ο πιστός υπηρέτης ακολούθησε τον κύριό του. Αργότερα, όταν έπαψαν οι διωγμοί, στον τάφο του Αγίου ανεγέρθηκε μικρό αρχικά παρεκκλήσι, που γέμισε πάλι από θαύματα.
Όταν ένας Ιλλυριός άρχοντας ονόματι Λεόντιος θεραπεύτηκε από βαριά ασθένεια, αποφάσισε να κτίσει εκεί μεγάλο και ωραίο ναό. Σκάβοντας για τα θεμέλια, βρέθηκαν τα ιερά λείψανα τελείως άφθαρτα, και από αυτά ανέβλυσε μύρο που ευωδίαζε όλη την πόλη. Από εκεί προέρχεται και η αγαπημένη προσωνυμία του «Μυροβλύτης», όπως μας βεβαιώνουν ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, ο Γρηγόριος ο Παλαμάς και ο Δημήτριος Χρυσολωράς. Στις βυζαντινές εικόνες και στη σύγχρονη αγιογραφία ο Άγιος εικονίζεται έφιππος σε κόκκινο άλογο, σε αντιδιαστολή του λευκού του Αγίου Γεωργίου.
Πατά κάτω από τα πόδια του τον άπιστο Λυαίο και θυμίζει σε όλους ότι παραμένει ο φλογερός υπερασπιστής της πόλης του. Πολλά είναι τα θαύματα που τέλεσε ο Άγιος Δημήτριος στους αιώνες υπέρ της αγαπημένης του Θεσσαλονίκης και των κατοίκων της. Όταν στα χρόνια του αυτοκράτορα Μαυρικίου άβαροι και σλάβοι κινήθηκαν εναντίον της πόλης με στρατό εκατό χιλιάδων, εμφανίστηκε ένοπλος στα τείχη. Έσπρωξε με το ίδιο του το δόρυ τον πρώτο εχθρό που σκαρφάλωνε, και το βλέπαν όλοι σαν λαμπερό πολεμιστή σε λευκό άλογο.
Όταν αργότερα ο λιμός μάστιζε την πόλη, εμφανίστηκε ο ίδιος στα πλοία της Μεσογείου και τα έστελνε με σιτάρι προς τη Θεσσαλονίκη. Όταν ο Ιουστινιανός θέλησε μέρος των λειψάνων του για την Αγία Σοφία, στήλη πυρός βγήκε από τη λάρνακα και τους εμπόδισε. Παρόμοιες προστασίες έδειξε ο Άγιος και προς τη ρωσική γη, όπου η τιμή του ξεκίνησε αμέσως μετά τη βάπτιση των Ρως. Στα έτη χίλια εκατόν ενενήντα τέσσερα μέχρι χίλια εκατόν ενενήντα επτά ο μεγάλος πρίγκιπας Βσέβολοδ έκτισε τον περίφημο ναό του Δημητρίου στο Βλαδιμίρ.
Ο Δημήτριος ο Ντόνσκι τον τιμούσε ως ουράνιο προστάτη, και κάτω από την ευλογία του νίκησε τους Τατάρους στο Κουλίκοβο το χίλια τριακόσια ογδόντα. Ένα από τα νεότερα θαύματα συνέβη το χίλια οκτακόσια είκοσι τρία, όταν οι Τούρκοι έτοιμαζαν πυρομαχικά στην Ακρόπολη για να χτυπήσουν τους Έλληνες στον ναό του. Η πυρίτιδα έσκασε ξαφνικά στα χέρια τους και κατέστρεψε και τμήμα του Παρθενώνα, και από τότε ο ναός λέγεται Άγιος Δημήτριος ο Λουμπαρδιάρης. Ταις πρεσβείαις του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλύτου, πολιούχου της αγιοτόκου Θεσσαλονίκης, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.