Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Μαρκιανός και Μαρτύριος οι Νοτάριοι της Κωνσταντινουπόλεως
Στη μεγάλη Βασιλίδα των πόλεων, την εποχή που η ασέβεια του Αρείου σκορπούσε την ταραχή μέσα στην Εκκλησία του Χριστού, ζούσαν δύο νέοι ομολογητές. Τα ονόματά τους ήταν Μαρκιανός και Μαρτύριος, και υπηρετούσαν στον πατριαρχικό ναό της Κωνσταντινουπόλεως κοντά στον άγιο Παύλο τον Ομολογητή. Ο Μαρκιανός ήταν αναγνώστης και ο Μαρτύριος υποδιάκονος, και οι δύο όμως λειτουργούσαν ως νοτάριοι, δηλαδή ως γραμματείς του πατριάρχου. Με τη γραφίδα τους κατέγραφαν τις θείες διδασκαλίες, αποτύπωναν τις πατριαρχικές πράξεις και διέσωζαν τα κείμενα που στήριζαν την ορθόδοξη πίστη.
Έγιναν έτσι εργάτες της αληθείας, αληθινοί ποιμένες των ψυχών και μεγάλοι κήρυκες του λόγου του Θεού στην ταραγμένη εκείνη εποχή. Σαν δύο ασπίδες προστάτευαν την Εκκλησία από τα βέλη των αιρετικών, υπερασπιζόμενοι με σθένος τη θεότητα του Ιησού Χριστού. Ο Κύριος τους χάρισε στόμα και σοφία, στην οποία δεν μπορούσαν να αντισταθούν ούτε να αντιμιλήσουν οι θιασώτες του Αρείου. Η ζωή τους ήταν ένας αδιάκοπος αγώνας για την αλήθεια, διανθισμένος με τη βαθιά αγάπη τους προς τον διδάσκαλό τους πατριάρχη.
Στάθηκαν δίπλα του ως μαθητές πιστοί, σε χρόνια που η αλήθεια διωκόταν και η ομολογία κόστιζε ακόμη και την ίδια τη ζωή. Οι πατέρες της Εκκλησίας τους παρομοίαζαν με δύο μαστούς εκκλησιαστικούς, οι οποίοι ανέβλυζαν ζωηρό το γάλα της διδασκαλίας και πότιζαν τα πνευματικά τέκνα του Χριστού. Η αίρεση του Αρείου είχε ενισχυθεί ιδιαίτερα όταν ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος, υιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, παρεσύρθη στις ίδιες κακόδοξες ιδέες. Πλησίασε τότε στην αυλή του δύο μεγάλους αρειανούς αξιωματούχους, τον Ευσέβιο και τον Φίλιππο, οι οποίοι με ζήλο δίωκαν τους ορθοδόξους.
Εκείνοι ήταν οι κύριοι υπαίτιοι της εξορίας και του θανάτου του αγίου πατρός ημών Παύλου του Ομολογητού. Παρακίνησαν τους ομόφρονές τους να τον στραγγαλίσουν στον τόπο της εξορίας, και εκείνοι εκτέλεσαν το ανόσιο σχέδιο με δολιότητα. Στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ανέβασαν τότε τον αιρετικό Μακεδόνιο, για να αλώσουν την Εκκλησία από τα μέσα. Πολλοί άλλοι ομολογητές και διδάσκαλοι της ευσεβείας θανατώθηκαν τότε με ποικίλους τρόπους, ώστε να καταργηθεί κάθε φωνή που υπερασπιζόταν την ορθή πίστη.
Μετά την εξορία και τον θάνατο του πατριάρχου Παύλου, οι αρχηγοί της αιρέσεως έστρεψαν το δηλητήριό τους κατά των δύο μαθητών του. Έκρυψαν στην αρχή την κακία τους με δολιότητα, όπως κρύβεται η σπίθα μέσα στη στάχτη, και προσπάθησαν να τους εξαπατήσουν. Δοκίμασαν να τους τραβήξουν από την Ορθοδοξία προς την αρειανική αίρεση με κολακείες, με τεχνάσματα και με υποσχέσεις πλούτου και δόξης. Πίστευαν ότι με αυτό τον τρόπο θα κάμπτονταν εύκολα οι ομολογητές και θα πρόδιδαν την πατερική παράδοση της Εκκλησίας του Χριστού.
Πρόσφεραν στους δύο αγωνιστές πολύ χρυσάφι και υπόσχονταν να μεσιτεύσουν στον αυτοκράτορα, ώστε να λάβουν μεγάλες τιμές και ευνοϊκές χάριτες. Διαβεβαίωναν τους ομολογητές ότι θα τους αναγόρευαν σε αρχιερατικούς θρόνους και θα τους έκαναν κυρίους πλούσιων κτημάτων και προσοδοφόρων επαρχιών. Οι άγιοι όμως περιφρόνησαν όλα αυτά τα δολώματα και απέρριψαν με αποτροπιασμό την υποκρισία των δωροδοκούντων διωκτών τους. Δεν δέχτηκαν το προσφερόμενο χρυσάφι, απέρριψαν αμετάκλητα τις τιμές των αιρετικών και χλεύασαν τις πανουργίες των ασεβών διωκτών τους.
Προτίμησαν να δεχτούν για χάρη της αληθινής ευσεβείας ονειδισμό, βαθιά ατίμωση, σκληρά βασανιστήρια και αυτόν ακόμη τον επώδυνο θάνατο. Θεώρησαν προτιμότερο να πεθάνουν αληθινοί παρά να ζουν μέσα στην αίρεση, απολαμβάνοντας πλούτο, δόξα και πρόσκαιρες τιμές. Όταν οι αιρετικοί είδαν ότι με τίποτε δεν μπορούσαν να λυγίσουν τους ομολογητές, στράφηκαν στις απειλές και στους εκβιασμούς. Φοβέρισαν να τους διαβάλουν στον αυτοκράτορα και να τους εξαναγκάσουν να αρνηθούν με βασανιστήρια και με τον φόβο του θανάτου.
Οι μάρτυρες όμως ομολογούσαν σταθερά την Ορθοδοξία, όπως ακριβώς την είχαν παραδώσει οι θεοφόροι πατέρες της Εκκλησίας. Μέσα τους έκαιγε η φλόγα του ζήλου για την αλήθεια, και καμία απειλή δεν μπορούσε να σβήσει αυτή την ιερή πυρπόληση. Στις αρχιερατικές υποσχέσεις απαντούσαν με σιωπή και στις απειλές του ξίφους απαντούσαν με ολόψυχη παράδοση στην πρόνοια του Σωτήρος Χριστού. Καταδίκασαν τότε οι αιρετικοί τους δύο σε θάνατο, βλέποντας ότι ούτε δωροδοκίες ούτε φοβέρες θα τους έκαμπταν ποτέ.
Οι άγιοι, μακριά από κάθε λύπη, ποθούσαν τη σφαγή για το όνομα του Χριστού περισσότερο και από την ίδια τη ζωή. Συνελήφθησαν λοιπόν και οδηγήθηκαν στον τόπο της εκτελέσεως, με χαρά και αγαλλίαση ψυχής που ξεπερνούσε κάθε ανθρώπινη κατανόηση. Ζήτησαν εκεί λίγο χρόνο, για να προσευχηθούν προς τον Κύριο πριν παραδώσουν τις τίμιες ψυχές τους. Ύψωσαν τα μάτια στον ουρανό, σήκωσαν τα χέρια τους και προσευχήθηκαν με βαθιά κατάνυξη και απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό.
Είπαν: «Κύριε ο Θεός, ο πλάσας αοράτως τις καρδιές μας, ο κατευθύνων όλα τα έργα μας, πρόσδεξε με ειρήνη τις ψυχές των δούλων σου». Συνέχισαν λέγοντας ότι θανατώνονται για χάρη του Κυρίου και λογαριάζονται ως πρόβατα σφαγής, σύμφωνα με τον λόγο του ψαλμωδού. Δήλωναν με ευγνωμοσύνη ότι χαίρονται που με τέτοιον θάνατο φεύγουν από αυτή τη ζωή για το άγιο όνομά του. Παρακάλεσαν τέλος να γίνουν συμμέτοχοι της αιωνίου ζωής κοντά σε εκείνον, την αληθινή και άχραντη πηγή της ζωής.
Έπειτα έκλιναν τις τίμιες κεφαλές τους κάτω από το ξίφος και απετμήθησαν από τους αρειανούς για την ομολογία του Χριστού. Το μαρτυρικό τους τέλος συνέβη γύρω στο έτος τριακόσια τριάντα πέντε, και τα τίμια λείψανά τους τιμήθηκαν αμέσως από τους πιστούς. Ορισμένοι ευσεβείς χριστιανοί πήραν τα άγια σώματα και τα ενταφίασαν με ευλάβεια κοντά στις Μελαντίας Πύλες της Κωνσταντινουπόλεως. Αργότερα ο άγιος πατήρ ημών Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αρχιεπίσκοπος της Βασιλεύουσας, ανήγειρε προς τιμήν τους περικαλλή ναό.
Στον ιερό εκείνο ναό δινόντουσαν πολλές θαυματουργικές θεραπείες στους ασθενείς, με τις μεσιτείες των αγίων μαρτύρων προς τον Θεό. Πιστοί από κάθε τάξη και ηλικία προσέρχονταν με δάκρυα στα αγιάσματα του ιερού τόπου και έβρισκαν εκεί παρηγοριά. Με την επίκληση των ονομάτων του Μαρκιανού και του Μαρτυρίου, οι ασθένειες υποχωρούσαν προς δόξαν της Παναγίας Τριάδος. Η Εκκλησία τους ψάλλει ως νέους αθλητές του Παύλου του Ομολογητού και ως νικητές της αρειανικής κακοδοξίας στην εποχή της δοκιμασίας.
Με την υπακοή στη γραμμή του διδασκάλου τους κατέρριψαν τον αποστάτη Άρειο και διαφύλαξαν αλώβητη την ορθόδοξη πίστη. Στο πρόσωπό τους η Εκκλησία τιμά την παρρησία των γραμματέων, την ανδρεία των μαρτύρων και την υπακοή των αληθινών μαθητών. Ταις πρεσβείαις των αγίων μαρτύρων Μαρκιανού και Μαρτυρίου των νοταρίων της Κωνσταντινουπόλεως μαθητών Παύλου του Ομολογητού, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.