Αγία Γυναίκα και το Άγιο Βρέφος της

Εικόνα: Αγία Γυναίκα και το Άγιο Βρέφος της

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Αγία Γυναίκα και το Άγιο Βρέφος της

Σε μια εποχή φοβερών διωγμών κατά της Εκκλησίας του Χριστού, μια ευλαβική γυναίκα έγινε αιτία να στεφανωθεί με μαρτυρικό στέφανο ένα μικρό παιδί πέντε μόλις ετών. Η Αγία αυτή γυναίκα και το άγιο βρέφος της μαρτύρησαν μαζί με τον Άγιο Αρέθα και τους συντρόφους του στη χώρα της Αραβίας. Όταν αποκεφαλίστηκε ο μέγας μάρτυς Αρέθας και οι συναγωνιστές του, η ευλαβική αυτή γυναίκα πλησίασε στο τίμιο λείψανο του γέροντος. Πήρε λίγο από το χυμένο αίμα του μάρτυρα και άλειψε με αυτό τον εαυτό της και τον μικρό υιό της που την συνόδευε στο μαρτυρικό τόπο.

Έπειτα κατανύχθηκε ολόκληρη από τον θείο έρωτα, θερμάνθηκε εσωτερικά από τη φλόγα της πίστεως και ξεκίνησε να ομολογεί. Άρχισε να καταράται με δυνατή φωνή τον τύραννο Εβραίο για όσα κακά είχε διαπράξει εις βάρος των πιστών Χριστιανών. Οι σκληροί στρατιώτες άκουσαν τα τολμηρά λόγια της Αγίας και αμέσως την άρπαξαν με μεγάλη βία από εκεί. Την οδήγησαν δεμένη στον βασιλιά Δουναάν, αναφέροντάς του όσα είχε ξεστομίσει εκείνη εναντίον της εξουσίας και του προσώπου του.

Εκείνος, χωρίς να ακούσει καμία απολογία της Αγίας ή να ρωτήσει τίποτε, έδωσε αμέσως απόφαση να καεί στη φοβερή πυρά. Το γεγονός αυτό αποτελεί χαριέστατο και κατανυκτικό διήγημα, όπως σημειώνει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στον Συναξαριστή του. Οι σκληροί στρατιώτες άναψαν ευθύς μεγάλη πυρκαγιά στην αγορά και ετοίμασαν τα ξύλα και τα δεσμά για το μαρτύριο. Έδεσαν την Αγία γυναίκα με σχοινιά, ενώ εκείνη αγαλλόταν και χαιρόταν εσωτερικά για τον αιώνιο στέφανο που την περίμενε στους ουρανούς.

Το πεντάχρονο παιδί όμως θλιβόταν και αναστέναζε πικρά, καθώς δεν μπορούσε να υποφέρει την επικείμενη στέρηση της μητέρας του. Έμοιαζε με μικρό πωλάρι που φωνάζει και θλίβεται σπαρακτικά όταν χωρίζεται ξαφνικά από τη μητέρα του στο λιβάδι. Το μακάριο εκείνο παιδί έστρεφε τα μάτια του από το ένα μέρος στο άλλο, ψάχνοντας με αγωνία βοήθεια από κάπου. Δεν επικαλούνταν τίποτε άλλο μέσα στην απελπισία του, παρά μόνο το όνομα της πολυαγαπημένης του μητέρας.

Έπειτα βλέποντας τον βασιλιά Δουναάν να κάθεται στον υψηλό θρόνο του, έτρεξε προς αυτόν με τόλμη και θάρρος. Έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε κλαίγοντας, με την άναρθρη και ψελλίζουσα φωνή του, για τη ζωή της μητέρας του. Ο βασιλιάς ωρέχθη το μικρό παιδί, καθώς ήταν ωραίο στην όψη και χαριέστατο, και η λαλιά του ήταν γλυκύτατη. Πέρνωντας το παιδί στα γόνατά του, ο βασιλιάς το ρώτησε ποιο πράγμα του κόσμου αγαπά καλύτερα από όλα τα άλλα. Η ψελλίζουσα λαλιά του παιδιού, αν και άναρθρη, ήταν τόσο νόστιμη και γλυκύτατη που μάγεψε για λίγο τον σκληρό βασιλιά.

Το θεόσοφο νήπιο απάντησε χωρίς δισταγμό πως αγαπά πιο πολύ από όλα τα πράγματα του κόσμου τη μητέρα του. Πρόσθεσε ότι για χάρη της είχε έρθει να παρακαλέσει τον βασιλιά να διατάξει να την λύσουν αμέσως από τα δεσμά. Ζητούσε επίσης να την πάρει μαζί της στο μαρτύριο, για το οποίο πολλές φορές η μητέρα του τον είχε διδάξει. Ο βασιλιάς τον ρώτησε με μεγάλη απορία τι ακριβώς είναι αυτό το μαρτύριο, για το οποίο μιλούσε με τόση γνώση. Το θεοφώτιστο βρέφος απάντησε καθαρά πως μαρτύριο σημαίνει να πεθάνεις για τον Χριστό και πάλι να ζήσεις μαζί με Αυτόν αιώνια.

Ο τύραννος ρώτησε στη συνέχεια ποιος είναι αυτός ο Χριστός για τον οποίο μιλά το μικρό παιδί με τόση πεποίθηση. Το παιδί απάντησε με σιγουριά πως αν πηγαίνανε μαζί στην Εκκλησία, εκεί ο μικρός θα του δείξει τον Χριστό. Τότε όμως είδε τους στρατιώτες να σύρουν τη μητέρα του προς τη φωτιά για να την ρίξουν δεμένη μέσα. Άρχισε να κλαίει σπαρακτικά και να παρακαλεί τον τύραννο να τον αφήσει να τρέξει αμέσως κοντά στη μητέρα του. Ο τύραννος του είπε να αφήσει τη μητέρα του και να μείνει μαζί του στο παλάτι, δίνοντάς του διάφορα φρούτα.

Τότε όμως το χαριτωμένο και θεόσοφο βρέφος απάντησε με σύνεση και σταθερότητα που ξεπερνούσε κατά πολύ την ηλικία του. Είπε πως μέχρι εκείνη τη στιγμή λογάριαζε ότι ο βασιλιάς είναι Χριστιανός, και γι αυτό είχε πλησιάσει με εμπιστοσύνη. Τώρα όμως που κατάλαβε πως είναι Εβραίος, του είπε ξεκάθαρα πως ποτέ δεν θα συγκατοικήσει με Εβραίο στο παλάτι. Ούτε καταδεχόταν καθόλου να λάβει τίποτε από τα χέρια του τυράννου ή τις δωρεές και τα δώρα του. Ζητούσε μόνο να τον αφήσει να πάει κοντά στην αγαπημένη μητέρα και να μαρτυρήσει μαζί της.

Ο βασιλιάς θαύμασε τη φρόνηση και τη σύνεση του παιδιού και σκέφτηκε να το στείλει στη βασίλισσα για κολακείες. Ελπίζε ότι εκείνη με τα γυναικεία της δώρα θα μπορούσε να το πείσει να μείνει μόνιμα στο παλάτι. Η γνώση όμως του θεοσόφου παιδιού νίκησε όλες τις πανουργίες τους και τα μηχανήματα της δαιμονικής τους πλάνης. Όταν είδε πως έριξαν δεμένη τη μητέρα του στη φωτιά, η καρδιά του παιδιού συμπόνεσε φοβερά. Καθώς ήταν καθισμένο στα γόνατα του βασιλιά, έσκυψε ξαφνικά και δάγκωσε δυνατά τον μηρό του τυράννου.

Ο βασιλιάς πόνεσε από το απρόσμενο δάγκωμα και έριξε αμέσως το παιδί από τα γόνατά του στο έδαφος. Πρόσταξε έναν άρχοντα να το πάρει και να το αναθρέψει στον εβραϊκό νόμο, μακριά από τη χριστιανική πίστη. Το παιδί όμως ξέφυγε με μεγάλη δύναμη από εκείνον που το έσερνε επιτηδείως προς το παλάτι του βασιλιά. Έτρεξε με μεγάλη χαρά και πήδηξε αμέσως μέσα στο φλεγόμενο κέντρο της καμίνου, αναζητώντας την αγαπημένη του μητέρα. Αγκαλιάστηκε γλυκά με την ποθεινή μητέρα του και κάηκε μαζί της στις φλόγες, κληρονομώντας τον αμάραντο στέφανο. Ταις πρεσβείαις της αγίας μάρτυρος γυναικός και του αγίου βρέφους αυτής, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.

Το διάβασαν3μοναδικοί αναγνώστες

Θέματα

Αγίες Γυναίκες