Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Όσιος Ελισσαίος του Λαβρισέφ
Μέσα στα πυκνά δάση της παλαιάς Λιθουανίας έλαμψε ένας πρίγκιπας που άφησε τα ανάκτορα για να βρει τη Βασιλεία του Χριστού. Η ζωή του Οσίου Ελισσαίου του Λαβρισέφ είναι μία ιστορία που συνδυάζει αυλική δόξα, ασκητική σιωπή και αιματηρό τέλος από χέρι αγαπημένου μαθητή. Σύμφωνα με το σλαβονικό συναξάριο, ο Ελισσαίος ήταν γιος του πρίγκιπα Τροϊνάτ και κατείχε υψηλή θέση στην αυλή του ηγεμόνα Μιντόβγκ. Όταν όμως γνώρισε τον Χριστό και βαπτίστηκε, εγκατέλειψε κάθε επίγεια τιμή και αναχώρησε για την έρημο μακριά από τους ανθρώπους.
Εκεί, μέσα στη σιωπή των δασών κοντά στο Νοβογκρούντοκ, τον ανακάλυψε ένας ορθόδοξος μοναχός, ο Όσιος Λαυρέντιος ο έγκλειστος των Σπηλαίων του Κιέβου. Οι δύο άνδρες ένωσαν τους αγώνες τους και έκτισαν μαζί λαύρα αφιερωμένη στο όνομα του Λαυρεντίου περί το χίλια διακόσια εικοσιπέντε. Στον τόπο όπου σήμερα στέκει ο ενοριακός ναός της Κοιμήσεως υψώθηκε τότε ανδρικό μοναστήρι με τους πρώτους ταπεινούς ασκητές. Ανάμεσα στα ευλογημένα μέλη της νέας αδελφότητας υπήρξε και ο πρίγκιπας Βόισελκ, που ζούσε σε ιδιαίτερο μέρος της μονής με αυστηρότερη άσκηση.
Έτσι η νέα λαύρα έγινε καταφύγιο πολλών ψυχών που εγκατέλειψαν τον κόσμο για να ζήσουν την αγγελική πολιτεία της μετανοίας. Οι καιροί όμως ήταν σκληροί και αιματηροί στα εδάφη της παλιάς Λιθουανίας και της γειτονικής Ρωσίας εκείνη την εποχή. Οι πρίγκιπες σκοτώνονταν συχνά μεταξύ τους και πολλοί έπεφταν θύματα δολοφονικών χεριών των ίδιων των υπηρετών τους ή πληρωμένων εκτελεστών. Μέσα σε αυτή την εποχή του αίματος, ο ηγούμενος Ελισσαίος δολοφονήθηκε από τον νεαρό μαθητή και υπηρέτη του τη νύχτα της εικοστής τρίτης Οκτωβρίου περί το χίλια διακόσια πενήντα.
Η μαρτυρική του κοίμηση δεν έσβησε όμως τη χάρη του οσίου, αλλά αντίθετα την κατέστησε φανερή σε όλο τον κόσμο. Τα τίμια λείψανά του δοξάστηκαν από τον Κύριο με πολλά και διάφορα θαύματα προς τους πιστούς που τα πλησίαζαν. Παλιά παράδοση διηγείται ότι κάποιος δαιμονισμένος θεραπεύτηκε στιγμιαία όταν άγγιξε τυχαία τα ιερά λείψανα του οσίου ηγουμένου. Η φήμη της αγιότητας του Ελισσαίου εξαπλώθηκε γρήγορα στις γύρω περιοχές και προσέλκυσε πλήθος προσκυνητών στη μονή.
Όσοι έρχονταν με πίστη και ταπείνωση λάμβαναν παρηγοριά για τις θλίψεις τους και ίαση για τις σωματικές τους αρρώστιες. Η μονή του Λαυρεντίου έγινε έτσι κέντρο πνευματικής αναφοράς για τους ορθοδόξους χριστιανούς της ευρύτερης περιοχής. Ο ίδιος ο όσιος συνέχισε να φροντίζει την αδελφότητά του ακόμη και μετά την οδυνηρή έξοδό του από τον κόσμο. Νέο θαύμα φανέρωσε ο Κύριος δια του οσίου Ελισσαίου περί το χίλια πεντακόσια πέντε όταν οι Τάταροι επιτέθηκαν στη μονή.
Είχαν ήδη ερημώσει τα περίχωρα του Νοβογκρούντοκ και πλησίαζαν με βία τη λαύρα του αγίου Λαυρεντίου για να την λεηλατήσουν. Καθώς όμως ετοιμάζονταν για επίθεση, φάνηκε στα μάτια τους ότι η αυλή της μονής ήταν γεμάτη από εφίππους πολεμιστές παρατεταγμένους σε μάχη. Από τον φόβο τους τράπηκαν αμέσως σε φυγή και εγκατέλειψαν την επίθεση, σώζοντας έτσι τους μοναχούς και τα λείψανα. Αυτό το παράδοξο γεγονός υπήρξε πιθανότατα η αιτία για την επίσημη αναγνώριση του οσίου Ελισσαίου από την Εκκλησία.
Ο μητροπολίτης Ιωσήφ Σολτάν διακήρυξε την αγιότητά του σε σύνοδο που συγκλήθηκε στο Βίλνιους περί το χίλια πεντακόσια δεκατέσσερα. Τα τίμια λείψανά του φυλάσσονταν στον ναό της μονής και τιμούνταν με ευλάβεια από τους πιστούς της περιοχής. Σε κάποιον πόλεμο όμως κρύφτηκαν βαθιά μέσα στη γη για να γλιτώσουν από βεβήλωση και αρπαγή. Μετά την πυρπόληση της μονής δεν στάθηκε δυνατό να βρεθούν ποτέ ξανά, παρά τις πολλές προσπάθειες των μοναχών. Μνημονεύεται και την τρίτη Κυριακή της Πεντηκοστής μαζί με όλους τους αγίους της Λευκορωσίας, πρέσβευε αδιάλειπτα και υπέρ ημών, αμήν.