Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Ο Άγιος Ιγνάτιος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως
Σε καιρούς ταραγμένους από πολιτικές μηχανορραφίες και αυτοκρατορικές αντιπαλότητες, η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως απέκτησε έναν ποιμένα ακλόνητο στην αρετή και την παρρησία. Ο Άγιος Ιγνάτιος έλαμψε με τον σταθερό χαρακτήρα του και με την ισχυρή μορφή της προσωπικότητάς του ανάμεσα στους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας. Ήταν ο νεότερος γιος του βασιλιά Μιχαήλ του Πρώτου Ραγκαβέ και της βασίλισσας Προκοπίας, κόρης του αυτοκράτορα Νικηφόρου του Πρώτου.
Στον κόσμο ονομαζόταν Νικήτας πριν λάβει το αγγελικό σχήμα, και η ζωή του άλλαξε ριζικά μαζί με τον προορισμό του. Όταν ο Λέων ο Πέμπτος ο Αρμένιος κατέλαβε με βία τον αυτοκρατορικό θρόνο, εκθρόνισε τον πατέρα του και έκλεισε το νεαρό βασιλόπουλο σε μοναστήρι. Ο Ιγνάτιος ήταν τότε μόλις δεκαπέντε ετών, και δέχτηκε ευχάριστα τη ζωή της ευσέβειας και της αρετής μέσα στα τείχη της μονής. Αφού αποδεσμεύτηκε εντελώς από τη ζωή των ανακτόρων και των αυτοκρατορικών αυλών, προχειρίστηκε μοναχός και κατόπιν ιερεύς.
Διέπρεψε ως ηγούμενος της Μονής του Αρχαγγέλου, η οποία ονομαζόταν τότε του Ανατέλλοντος και αργότερα ονομάστηκε του Σατύρου. Με τις πολλές αρετές και τη σοφία του φανέρωσε σε όλους ότι ήταν προικισμένος με βαθιά χαρίσματα από τον Θεό. Έγινε γρήγορα γνωστός για την αρετή και την ασκητικότητά του σε όλη την αυτοκρατορία της Ανατολής. Όταν βασίλισσα ήταν η ευλαβής Θεοδώρα, ο Ιγνάτιος εκλήθη να διαδεχτεί στον πατριαρχικό θρόνο τον κοιμηθέντα Μεθόδιο τον Πρώτο.
Έδειξε αμέσως τον ισχυρό χαρακτήρα του, όταν ο Βάρδας, αδελφός της Θεοδώρας και θείος του βασιλέα Μιχαήλ του Τρίτου, άρχισε να επιβάλλει την επιρροή του. Ο Βάρδας ζούσε ασεβή και ακόλαστη ζωή, καθώς συζούσε ανοιχτά με τη νύφη του προσβάλλοντας τους ιερούς θεσμούς της Εκκλησίας. Παρέσυρε τον ανήλικο ανιψιό του βασιλέα και προσπάθησε να εξαναγκάσει τη μητέρα του Θεοδώρα και τις αδελφές του να γίνουν αναγκαστικά μοναχές. Σκοπός ήταν να την απομακρύνει από τη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας και να εξασφαλίσει για τον εαυτό του την απόλυτη εξουσία.
Ο Ιγνάτιος αντιστάθηκε σθεναρά και αρνήθηκε με παρρησία να προβεί σε μια τέτοια καταναγκαστική κούρα της ευλαβούς βασίλισσας. Γνώριζε καλά την επικίνδυνη έχθρα του μοχθηρού Βάρδα, αλλά προτίμησε την αλήθεια από τη δική του ασφάλεια και τη βολή του. Στον ίδιο τον Βάρδα δεν δέχτηκε να δώσει τη θεία κοινωνία, εξαιτίας της παράνομης συμβίωσής του. Ο πατριάρχης τον επιτίμησε δημόσια για την παρανομία του και τον αφόρισε, ώστε να εννοήσει τη σοβαρότητα της κατάστασής του ενώπιον του Θεού.
Η αντίσταση αυτή θα πλήρωνε βαρύ τίμημα στα επόμενα χρόνια, καθώς ο μοχθηρός Βάρδας ετοίμαζε ήδη μέσα του την εκδίκηση. Ο άγιος όμως προτίμησε τη συνείδησή του και την αλήθεια από κάθε προσωπική ασφάλεια και ανθρώπινη εύνοια. Ο Βάρδας περίμενε υπομονετικά την κατάλληλη ώρα για να εκδικηθεί τον δίκαιο και άκαμπτο πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως. Στις είκοσι τρεις Νοεμβρίου του οκτακοσιοστού πεντηκοστού εβδόμου έτους ο Βάρδας κατήγγειλε ψευδώς ότι ο Ιγνάτιος συνωμοτούσε εναντίον του βασιλέα.
Το αποτέλεσμα της συκοφαντίας ήταν ότι ο άγιος πατριάρχης βασανίστηκε για δεκαπέντε ολόκληρες ημέρες, ώστε να αναγκαστεί να παραιτηθεί από τον θρόνο. Στη συνέχεια εξορίστηκε στο μικρό νησί Τερέβινθο, όπου έζησε σε στέρηση και θλίψη χωρίς να χάσει την ειρήνη της καρδιάς του. Στη θέση του πατριαρχικού θρόνου ανέβηκε ο Φώτιος, που ήταν πρωτοσπαθάριος και πρωτοσηκρήτης της Κωνσταντινουπολίτικης Εκκλησίας. Όταν ο Βασίλειος ο Μακεδών κατέλαβε την εξουσία, ανακάλεσε τον άγιο από την εξορία στις δεκατρείς Νοεμβρίου του οκτακοσιοστού εξηκοστού εβδόμου έτους.
Ο Ιγνάτιος επανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο και τον κράτησε ειρηνικά για δέκα ακόμη χρόνια διακονώντας την Εκκλησία του Χριστού. Διαφύλαξε με σταθερότητα την ορθή πίστη και ενίσχυσε τους πιστούς με τη διδασκαλία και το παράδειγμα της ζωής του. Εκοιμήθη ειρηνικά σε μοναστήρι σε ηλικία ογδόντα εννέα ετών, αφού πέρασε δοκιμασίες και χαρές στη μακρά διακονία του. Τον διαδέχτηκε ένας άλλος μεγάλος αστέρας της Ορθοδοξίας, ο Μέγας Φώτιος, με τον οποίο τελικά συμφιλιώθηκε. Πρέσβευε άγιε Ιγνάτιε υπέρ ημών, στήριξε τους ποιμένες της Εκκλησίας με την παρρησία και την αρετή σου στους αιώνες των αιώνων, αμήν.