Άγιος Αβέρκιος ο Ισαπόστολος Επίσκοπος Ιεραπόλεως

Εικόνα: Άγιος Αβέρκιος ο Ισαπόστολος Επίσκοπος Ιεραπόλεως

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Άγιος Αβέρκιος ο Ισαπόστολος Επίσκοπος Ιεραπόλεως

Στα τέλη του δεύτερου αιώνα, όταν η Φρυγία ασφυκτιούσε ακόμη μέσα στη βαθιά νύχτα της ειδωλολατρίας, η πόλη της Ιεραπόλεως είχε επίσκοπό της έναν άνδρα φωτεινό και αληθινά αποστολικό. Το όνομά του ήταν Αβέρκιος, και η ζωή του ολόκληρη έγινε λυχνία ζωντανή για όσους περιπλανώνταν στο σκοτάδι των ψεύτικων θεών. Έζησε επί αυτοκρατορίας Μάρκου Αυρηλίου, σε καιρό που οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλεως λάτρευαν είδωλα και ελάχιστοι ομολογούσαν τον Χριστό.

Κάποτε γινόταν μεγάλη ειδωλολατρική γιορτή, και ο επίσκοπος βλέποντας τόσες ψυχές υποδουλωμένες στους δαίμονες έκλαψε με βαθύ πόνο. Κλείστηκε στο σπίτι του και προσευχήθηκε θερμά στον Θεό να δείξει έλεος και να φωτίσει αυτούς τους τυφλωμένους ανθρώπους. Μετά την προσευχή τον επισκέφθηκε σε όραμα νεαρός υπέρλαμπρος, που του έδωσε μια ράβδο στα χέρια. Του είπε να πάει στο όνομά Του και να συντρίψει με αυτήν τους αρχηγούς της πλάνης μέσα στον ναό. Αφού ξύπνησε, γέμισε από θεϊκό ζήλο και πήρε αμέσως τον δρόμο για τον ναό του Απόλλωνα.

Με τη δύναμη που του χάρισε ο Κύριος συνέτριψε όλα τα ψεύτικα είδωλα μέσα στον σκοτεινό εκείνο ναό. Οι ειδωλολάτρες ιερείς ξύπνησαν από τον θόρυβο, έτρεξαν έντρομοι προς τον ναό και είδαν με φρίκη όλους τους θεούς τους πεσμένους κατάχαμα σε κομμάτια. Στράφηκε σε αυτούς με αγία οργή και τους πρόσταξε να αναγγείλουν στους άρχοντες ότι οι θεοί τους μέθυσαν και τσακώθηκαν αναμεταξύ τους στη γιορτή. Όταν ξημέρωσε η μέρα και η είδηση έφτασε από τους ιερείς στους άρχοντες, όλη η πόλη ξεσηκώθηκε εναντίον του Αβερκίου ζητώντας τον θάνατό του.

Οι πιστοί που βρίσκονταν κοντά του τον παρακαλούσαν να φύγει για λίγο μακριά, ώσπου να καταλαγιάσει η οργή του πλήθους. Όμως ο Αβέρκιος δεν φοβήθηκε διόλου, αλλά τους θύμισε την εντολή του Κυρίου προς τους αποστόλους να κηρύσσουν αφόβως τον λόγο της σωτηρίας. Βγήκε λοιπόν από το σπίτι του και πήγε στην κεντρική πλατεία της πόλεως, ακολουθούμενος από τους χριστιανούς αδελφούς. Από εκεί άρχισε να διδάσκει τους ανθρώπους τον αληθινό Θεό και την ματαιότητα των ειδώλων που ο ίδιος είχε συντρίψει.

Καθώς το πλήθος όρμησε επάνω του, τρία νέα παιδιά κυριευμένα από δαιμόνια άρχισαν να φωνάζουν τρομερά μέσα στον κόσμο. Έπεσαν στη γη με αφρούς και σπαρακτικές κραυγές, ζητώντας από τον Αβέρκιο να μην τα βασανίσει πριν από την ώρα τους. Ο Άγιος γονάτισε και προσευχήθηκε θερμά στον Πατέρα να ελευθερώσει τα παιδιά από την κυριαρχία των πονηρών πνευμάτων. Άγγιξε απαλά τα κεφάλια τους με τη ράβδο και πρόσταξε τα δαιμόνια στο όνομα του Χριστού να βγουν χωρίς βλάβη.

Τα παιδιά σηκώθηκαν θεραπευμένα, και ολόκληρη η πόλη φώναξε με μια φωνή πως ένας μόνος αληθινός Θεός υπάρχει. Δίδαξε όλη την ημέρα μέχρι το δειλινό, και την επομένη βάφτισε πεντακόσιους άνδρες μαζί με τις οικογένειές τους. Η φήμη του Αβερκίου εξαπλώθηκε γρήγορα στις γύρω πόλεις και στα κοντινά χωριά της Φρυγίας, και πλήθος αρρώστων κατέφθανε για θεραπεία. Μια αρχόντισσα ονομαζόμενη Φριέλλα, μητέρα του ανθυπάτου της Ανατολής Ευξενιανού Ποπλίωνος, ήρθε τυφλή στον Άγιο και τον ικέτευσε.

Ο Άγιος τη ρώτησε πρώτα αν πιστεύει στον Χριστό που άνοιξε τα μάτια του εκ γενετής τυφλού στα Ιεροσόλυμα. Όταν εκείνη ομολόγησε μέσα από τα δάκρυά της την πίστη, ο Αβέρκιος προσευχήθηκε και της χάρισε αμέσως το φως. Λίγο αργότερα τρεις άλλες τυφλές γυναίκες ζήτησαν την ίδια χάρη, και ο Άγιος ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό προσευχόμενος. Τότε κατέβηκε από τον ουρανό φως υπερβολικά λαμπρό, ασύγκριτο με τον ήλιο, και φώτισε τον τόπο της προσευχής. Όλοι έπεσαν στη γη μη μπορώντας να αντέξουν τη λάμψη, μόνο όμως οι τρεις τυφλές έμειναν όρθιες αναπνέοντας ησυχία.

Όταν η ακτίνα άγγιξε τα μάτια τους, αμέσως είδαν, και η μία έλεγε ότι αντίκρισε τον Παλαιό των ημερών στον ουρανό. Η άλλη ομολόγησε ότι είδε ωραιότατο νέο, και η τρίτη έναν ολόλαμπρο Παίδα να αγγίζει τα δικά της μάτια. Όλοι μαζί δόξασαν τον ένα Θεό στην Αγία Τριάδα, που εργάζεται τέτοια θαυμαστά και υπερφυή σημεία. Ο Άγιος γύριζε τις γύρω περιοχές διδάσκοντας, βαφτίζοντας και θεραπεύοντας κάθε νόσο με τη χάρη του Κυρίου. Σε κάποια τοποθεσία κοντά σε ποτάμι, που ονομαζόταν Σελίτσε, ο Αβέρκιος γονάτισε και προσευχήθηκε για ένα ξεχωριστό σημείο της φιλανθρωπίας.

Παρακάλεσε τον Κύριο να αναβλύσει εκεί πηγή θερμών νερών, ώστε όσοι λούζονται σε αυτά να γιατρεύονται από κάθε ασθένεια. Μόλις τελείωσε την προσευχή, ξαφνικά ακούστηκε βροντή στον καθάριο ουρανό και ανέβλυσε πηγή ζεστού νερού στο σημείο εκείνο. Έδωσε εντολή να ανοίξουν λάκκους βαθείς για να μαζεύονται τα θερμά νερά και να εγκαθίστανται οι ασθενείς. Όσοι βυθίζονταν στα ευλογημένα εκείνα ύδατα έπαιρναν αμέσως θεραπεία ψυχής και σώματος με τις άγιες πρεσβείες του.

Κάποτε ο διάβολος, θέλοντας να τον δοκιμάσει, παρουσιάστηκε σαν γυναίκα και ζητούσε ευλογία από τον Άγιο επίσκοπο. Καθώς ο Αβέρκιος γύριζε με αποστροφή το κεφάλι, χτύπησε στα βράχια το πόδι του και πληγώθηκε στο κνήμη. Ο πονηρός γέλασε καυχώμενος ότι είναι ο αρχηγός των δαιμόνων και ότι θα τον στείλει υποχρεωτικά στη Ρώμη. Πέρασε επτά ολόκληρες ημέρες ο Άγιος σε νηστεία και αδιάλειπτη προσευχή ζητώντας από τον Κύριο φύλαξη. Την έβδομη νύχτα ο Κύριος εμφανίστηκε στον ύπνο του και τον διαβεβαίωσε ότι θα πάει στη Ρώμη με τη χάρη Του.

Ο Αβέρκιος ανέκτησε θάρρος και διηγήθηκε στους αδελφούς το θαυμαστό όραμα της θείας προστασίας, με την οποία θα έβγαινε νικητής από κάθε επιβουλή του πονηρού. Στη Ρώμη εκείνες τις ημέρες μια θλίψη βαριά είχε πέσει πάνω στον αυτοκρατορικό οίκο του Μάρκου Αυρηλίου. Η κόρη του Λουκίλλα, αρραβωνιαστικιά του συναυτοκράτορα Λουκίου Βήρου, βασανιζόταν από φοβερό δαιμόνιο που κανείς δεν μπορούσε να εκβάλει. Το πονηρό πνεύμα φώναζε μέσα από το στόμα της κόρης ότι μόνο ο Αβέρκιος ο επίσκοπος Ιεραπόλεως μπορεί να το διώξει.

Ο αυτοκράτορας έστειλε αμέσως δύο αξιωματούχους του, τον Βαλέριο και τον Βασσιανό, ζητώντας με τιμή τον επίσκοπο. Ο γέροντας Άγιος ετοίμασε σύντομα τα του ταξιδιού του και πήρε μαζί λίγο ψωμί και έναν δερμάτινο ασκό. Μέσα στον ίδιο τον ασκό έχυσε κρασί, λάδι, ξύδι και νερό, και θαυματουργικά οι ουσίες δεν αναμίχθηκαν ποτέ μεταξύ τους. Κάθε υγρό έβγαινε χωριστά κατά την ανάγκη του οδοιπόρου, μαρτυρώντας τη χάρη που συνόδευε τον δούλο του Θεού. Φτάνοντας στη Ρώμη ο Άγιος έγινε δεκτός με μεγάλη τιμή από τον αυτοκράτορα και τη Φαυστίνα.

Με την προσευχή του εκδίωξε αμέσως το δαιμόνιο, προστάζοντάς το να σηκώσει στον αέρα έναν τεράστιο βράχο. Το πονηρό πνεύμα μετέφερε τον βράχο ως την Ιεράπολη και τον απέθεσε δίπλα στη νότια πύλη, όπου είχε ορίσει ο Άγιος. Η κόρη του αυτοκράτορα σηκώθηκε από τη γη υγιής και ολόκληρο το παλάτι ξέσπασε σε λαμπρή ευχαριστία προς τον αληθινό Θεό. Ο αυτοκράτορας προσέφερε στον Αβέρκιο πλούσια δώρα από χρυσό και άργυρο, εκείνος όμως αρνήθηκε κάθε επίγειο πλούτο.

Ζήτησε μόνο δύο πράγματα για την αγαπημένη του πόλη, αληθινά αποστολικά στη σκέψη και στην καρδιά. Ζήτησε πρώτον να μοιράζονται κάθε χρόνο στους φτωχούς της Ιεραπόλεως τρεις χιλιάδες μέτρα σιτάρι από τους βασιλικούς φόρους. Παρακάλεσε επίσης τον αυτοκράτορα να χτίσει λουτρά κοντά στη θαυματουργική πηγή των θερμών υδάτων για τους πάσχοντες. Ο Μάρκος Αυρήλιος δέχθηκε με χαρά και έδωσε γραπτή εντολή για την εκτέλεση των δύο αγαθοεργιών. Μετά από κάποιο καιρό φάνηκε στον Άγιο πάλι ο Κύριος και του είπε να πορευθεί στη Συρία και στις άλλες ανατολικές χώρες.

Επιβιβάστηκε σε πλοίο και έφτασε πρώτα στην Αντιόχεια, έπειτα στην Απάμεια και στις άλλες κοντινές πόλεις. Διέσχισε τον Ευφράτη, επισκέφθηκε τη Νισίβη, ολόκληρη τη Μεσοποταμία, την Κιλικία, την Πισιδία και τη φρυγική Σύναδα. Παντού στερέωνε τους πιστούς στην ορθή πίστη, ντρόπιαζε τους αιρετικούς Μαρκιωνίτες και έφερνε πολλούς απίστους στην ομολογία του Χριστού. Όλοι τότε άρχισαν να τον αποκαλούν ισαπόστολο, διότι κανείς εκτός από τους αποστόλους δεν περιόδευσε τόσες χώρες.

Επιστρέφοντας στην Ιεράπολη βρήκε τον λαό του να τον υποδέχεται πανηγυρικά, σαν παιδιά που υποδέχονται τον πατέρα. Στα τελευταία του χρόνια προφήτεψε την κοίμησή του, ετοίμασε ο ίδιος τον τάφο του και παρέδωσε εβδομηνταριέταρο τη μακαρία ψυχή του στον Κύριο. Διά πρεσβειών του αγίου ισαποστόλου Αβερκίου του θαυματουργού επισκόπου Ιεραπόλεως, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.

Το διάβασαν10μοναδικοί αναγνώστες

Θέματα

ΑπόστολοιΙεράρχες