Άγιος Μαρτίνος ο Ελεήμων Επίσκοπος Τουρ της Γαλλίας

Εικόνα: Άγιος Μαρτίνος ο Ελεήμων Επίσκοπος Τουρ της Γαλλίας

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Άγιος Μαρτίνος ο Ελεήμων Επίσκοπος Τουρ της Γαλλίας

Στην παγωμένη Παννονία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μέσα σε μια οικογένεια εθνικών και αξιωματικών του στρατού, γεννήθηκε ένας άγιος που σημάδεψε τα χρόνια του με την ασύγκριτη ευσπλαχνία του. Ο Άγιος Μαρτίνος καταγόταν από την πόλη Σαβαρία της Παννονίας και είχε γονείς ειδωλολάτρες, χωρίς γνώση του αληθινού Θεού. Ο πατέρας του υπηρετούσε αρχικά ως απλός στρατιώτης, αλλά με την επιμελή υπηρεσία του ανήλθε στον υψηλό βαθμό του στρατιωτικού τριβούνου.

Τα παιδικά χρόνια του Μαρτίνου τα πέρασε στο Τικίνο, όπου ο πατέρας του είχε μεταφερθεί λόγω των στρατιωτικών του υπηρεσιών στην αυτοκρατορία. Από την πιο νεαρή ηλικία ο Άγιος ευαρέστησε τον Θεό με την πραότητα, το μεγάλο έλεος και την καθαρότητα της ψυχής του. Η χριστιανική πίστη εξαπλωνόταν τότε γρήγορα και ανοιχτά στα όρια της εκτεταμένης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με αθρόες προσηλύσεις. Ο Μαρτίνος γνωρίστηκε με πιστούς χριστιανούς, άκουσε από αυτούς τις αλήθειες της πίστεως του Σωτήρα Χριστού.

Στράφηκε με ολόκληρη την ψυχή του προς αυτές, κατανοώντας τη βαθιά αλήθεια με την καθαρή και ανίδεη καρδιά του. Φλεγόμενος από αγάπη για τις αρετές και την άγια χριστιανική ζωή, ο νεαρός Άγιος αποφάσισε να βαπτιστεί. Στην ηλικία των δέκα ετών, ενάντια στη θέληση των ειδωλολατρών γονέων του, έγινε δημόσια κατηχούμενος της Εκκλησίας. Δεν παρακολούθησε ιδιαίτερες σπουδές της εποχής του, αρκούμενος μόνο και αποκλειστικά στο σωτήριο μάθημα του Χριστού.

Στα δώδεκα του χρόνια συνέλαβε την ευλαβή επιθυμία να γίνει αναχωρητής, μιμούμενος την αυστηρή ασκητική ζωή του μεγάλου Αντωνίου. Ο Θεός όμως όρισε αλλιώς τα πράγματα, για να φανερωθεί έτσι ακόμη πιο καθαρά η ευσέβειά του στους ανθρώπους. Ο πατέρας του Μαρτίνου ήταν εξαιρετικά δυσαρεστημένος με τις φιλικές σχέσεις του υιού του με τους χριστιανούς της εποχής. Φιλόδοξος όπως ήταν, ήθελε να κάνει από τον δυνατό και δραστήριο νεαρό αυτόν αξιωματικό, που θα δόξαζε το όνομά του.

Όταν λοιπόν ο Μαρτίνος έφθασε στην ηλικία των δεκαπέντε ετών, ο πατέρας του τον υποχρέωσε να γίνει στρατιώτης. Σύμφωνα με αυτοκρατορικό διάταγμα, οι υιοί των βετεράνων όφειλαν να εισέρχονται στις γραμμές του ρωμαϊκού στρατού. Τον άρπαξε με τη βία και τον υποχρέωσε να δώσει τον επίσημο στρατιωτικό όρκο της εποχής. Ως υιός τριβούνου και νεαρός υγιής και δυνατός, ο Μαρτίνος έγινε αξιωματικός του ιππικού και απέκτησε εμπιστοσύνη. Η νέα του εξέχουσα θέση δεν άλλαξε στο ελάχιστο τον ταπεινό και ευσεβή τρόπο ζωής του Αγίου.

Διέθετε μέσα για να έχει στην υπηρεσία του δύο ή και περισσότερους στρατιώτες, αρκούνταν όμως μόνο με έναν. Σ' αυτόν δε σχετιζόταν όχι σαν αφέντης σε δούλο, αλλά σαν αγαπημένος φίλος και αδελφικός σύντροφος. Ο Άγιος υπηρετούσε τότε στη μακρινή Γαλατία και βρέθηκε με τον στρατό του στα χειμερινά καταλύματα της Αμιένης. Ο χειμώνας εκείνη τη χρονιά ήταν εξαιρετικά σκληρός και πραγματικά παγωμένος, με σφοδρές παγωνιές και ανηλεείς θύελλες. Ο φιλάνθρωπος Μαρτίνος μοιραζόταν πιο γενναιόδωρα από κάθε άλλη φορά τα υπάρχοντά του για τη συντήρηση των φτωχών.

Μια ημέρα, διασχίζοντας τις πύλες της πόλεως, συνάντησε έναν μισόγυμνο ζητιάνο σχεδόν παγωμένο από τη φοβερή ψυχρή στιγμή. Οι περαστικοί δεν τού έδιναν την παραμικρή προσοχή και τον άφηναν χωρίς καμία απολύτως ανθρώπινη βοήθεια. Ο Μαρτίνος δεν είχε εκείνη τη μέρα τίποτα να τού δώσει, γιατί είχε μοιράσει νωρίτερα όλα τα χρήματά του. Η καρδιά του όμως σπάραζε από βαθιά λύπη και σπλαχνική συμπόνια στη θέα του ταλαίπωρου εκείνου ανθρώπου. Χωρίς να σκεφθεί καθόλου, έβγαλε γρήγορα τη ζώνη και τον στρατιωτικό μανδύα από τους ώμους του Αγίου.

Τον χώρισε με το ξίφος σε δύο όμοια κομμάτια, και έδωσε αμέσως το ένα στον παγωμένο ζητιάνο. Έπειτα ο ίδιος τυλίχθηκε με την άλλη υπόλοιπη μισή φορεσιά, μη φοβούμενος καθόλου το παγερό κρύο της Αμιένης. Μερικοί περαστικοί που είδαν τη σκηνή άρχισαν να γελούν σαρκαστικά μαζί του στη θέα του παράξενου ντυσίματός του. Ο φιλόθεος εκείνος στρατιώτης δεν ταράχθηκε καθόλου από τα ειρωνικά τους σχόλια, ενθυμούμενος ζωηρά τα λόγια του Σωτήρα. Τη νύχτα εκείνη ο Σωτήρας Χριστός εμφανίστηκε στον ύπνο του Μαρτίνου, φορώντας το μισό κομμάτι του μανδύα του.

Με μεγάλη ευχαρίστηση έδειξε στους ολόλαμπρους αγγέλους που τον περιστοίχιζαν το αξιοθαύμαστο εκείνο ένδυμα του νεαρού στρατιώτη. Έλεγε ότι ο Μαρτίνος, αν και ακόμη απλός κατηχούμενος, τον είχε ντύσει με αυτή την αγαθή του πράξη. Συγκλονισμένος από το ουράνιο εκείνο όραμα, ο νεαρός Μαρτίνος ξύπνησε με αμέτρητη χαρά μέσα στη φτωχική σκηνή του. Λίγο αργότερα βαπτίστηκε επίσημα χριστιανός, σε ηλικία δεκαοκτώ μόλις ετών, αφού πέρασαν τρία χρόνια από τη στράτευσή του.

Συνέχισε όμως ακόμη να υπηρετεί στον στρατό για άλλα δύο χρόνια, υπακούοντας στις παρακλήσεις του τριβούνου του. Όταν ήρθε τέλος η στιγμή της απελευθερώσεως, παραιτήθηκε ευθαρσώς από τον στρατό, αψηφώντας τις κατηγορίες δειλίας. Ο κατάπληκτος καίσαρας Ιουλιανός τον προκάλεσε να σταθεί τελείως άοπλος στην πρώτη γραμμή της επόμενης φοβερής μάχης. Ο Μαρτίνος δέχθηκε με ευγνωμοσύνη και θαρραλέα πίστη στο όνομα του Χριστού και τη δύναμη του Σταυρού. Την επομένη όμως οι Αλαμανοί ζήτησαν ειρήνη χωρίς μάχη, και έτσι ο Άγιος απελευθερώθηκε από τον στρατό.

Κατευθύνθηκε αμέσως προς τον φημισμένο Άγιο Ιλάριο, τον σεβαστό επίσκοπο της πόλεως του Πουατιέ της Γαλατίας. Ο σεβάσμιος Ιλάριος τον δέχθηκε με μεγάλη πατρική αγάπη και τον δοκίμασε προσεκτικά στον χαρακτήρα και την ψυχή του. Ο Άγιος όμως αρνήθηκε με βαθιά ταπείνωση τη χειροτονία σε διάκονο, και δέχθηκε να γίνει μόνο εξορκιστής. Σύντομα όμως ταξίδεψε στην πατρίδα του, για να μεταστρέψει τους ειδωλολάτρες γονείς του στον αληθινό χριστιανισμό. Στις δύσβατες Άλπεις έπεσε σε ληστές, και ένας από αυτούς ύψωσε το σπαθί του πάνω από το κεφάλι του.

Σώθηκε από τον σύντροφό του ληστή, τον οποίον αργότερα μετέστρεψε στον Χριστό με τους ευλογημένους λόγους του. Έφθασε στην πατρίδα του και έπεισε με δυσκολία τη μητέρα του να ασπαστεί την ορθή χριστιανική πίστη. Ο πατέρας του όμως δυστυχώς παρέμεινε ανυποχώρητος στις ειδωλολατρικές δοξασίες του, και δεν δέχθηκε το ευλογημένο βάπτισμα. Στη Σαβαρία τότε επικρατούσε η αρειανική αίρεση, και ο Μαρτίνος αναγκάστηκε να την αντιμετωπίσει σθεναρά με την αληθή ομολογία.

Υπέστη γι' αυτή την ομολογία πολλά σωματικά βασανιστήρια και εξορίστηκε από τους ίδιους τους αιρετικούς συμπατριώτες του. Μετά από κάποια χρόνια ασκητικής ζωής σε ερημικά νησιά της Ιταλίας, επανενώθηκε με χαρά με τον Άγιο Ιλάριο. Εκείνος τού επέτρεψε τότε με χαρά να ιδρύσει ιερό μοναστήρι κοντά στο Πουατιέ, στο γραφικό χωριό Λιγκουζέ. Γύρω από τον ευσεβή νέο ασκητή συγκεντρώθηκαν γρήγορα φίλοι και μαθητές, διψώντας για την τέλεια μοναχική ζωή. Έτσι ιδρύθηκε εκεί το πρώτο μοναστήρι ολόκληρης της Γαλατίας, και ο Άγιος Μαρτίνος αναδείχθηκε φωτεινός πατέρας του δυτικού μοναχισμού.

Όταν η επισκοπική έδρα της πόλεως Τουρ έμεινε χήρα, ο λαός με δόλο τον προχειρίσθηκε δικό του επίσκοπο. Ένας πιστός χριστιανός τού ζήτησε να επισκεφθεί την άρρωστη σύζυγό του, και έτσι παρασύρθηκε στην ευλογημένη πόλη. Ως επίσκοπος ο Μαρτίνος δεν άλλαξε καθόλου τον ταπεινό και ασκητικό τρόπο ζωής του, παραμένοντας υπόδειγμα όλων των αρετών. Διάλεξε ένα ερημικό σημείο κοντά στην πόλη του Τουρ, καλυμμένο από βράχια και πλαισιωμένο από τον ποταμό Λίγηρα.

Εκεί ίδρυσε μια νέα μεγάλη μοναστική κοινότητα, που έγινε γνωστή με το όνομα Μαρμουτιέ της Γαλατίας. Συγκεντρώθηκαν εκεί ογδόντα περίπου αδελφοί, ζώντας με αυστηρό κανόνα νηστείας, σιωπής και αδιάλειπτης προσευχής στον Θεό. Ο Άγιος εργάστηκε ακάματα για την επιστροφή των ειδωλολατρών της Γαλατίας στην αληθινή ορθόδοξη πίστη του Χριστού. Γκρέμισε αμέτρητα ειδωλολατρικά ναΐσκια, έκοψε τα ιερά δένδρα των ειδωλολατρών και ίδρυσε στη θέση τους χριστιανικούς ναούς.

Παράλληλα φρόντισε με αγάπη να κατηχήσει τους εθνικούς στη μία και αληθινή πίστη του Σωτήρα Χριστού. Η ευαγγελική προσφορά του Αγίου συνοδεύτηκε από αμέτρητα θαύματα, που γίνονταν θαυμαστά μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων. Ανάστησε πεθαμένα παιδιά με την παντοδύναμη προσευχή του, θεράπευσε λεπρούς, άνοιξε τα μάτια τυφλών και έλυσε γλώσσες βωβών. Έδωσε αμέτρητες φορές το ίδιο του το ένδυμα σε φτωχούς που ζητιάνευαν στους δρόμους, γι' αυτό ονομάστηκε Ελεήμων.

Συχνά οι αδελφοί τού μοναστηριού του τον είδαν να φωτίζεται από ουράνιο φως κατά την ώρα της θείας Λειτουργίας. Στο τέλος της ζωής του πήγε στην ταραγμένη περιοχή της Κανδής για να ειρηνεύσει τους ντόπιους κληρικούς. Εκεί τελικά κοιμήθηκε εν Κυρίω, και τον συνόδευσαν με δάκρυα στο Τουρ δύο χιλιάδες πιστοί μοναχοί. Άγιε Μαρτίνε Ελεήμων Επίσκοπε του Τουρ, που έντυσες τον γυμνό Χριστό με την αγάπη σου, πρέσβευε υπέρ ημών των αμαρτωλών στον Κύριο, αμήν.

Το διάβασαν4μοναδικοί αναγνώστες

Θέματα

Ιεράρχες