Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Μνήμη της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου
Στις πιο σκληρές στιγμές της εικονομαχικής λαίλαπας, η Εκκλησία του Χριστού βρήκε τη δύναμη να συγκαλέσει τη Σύνοδο που έσωσε τη θεολογία της εικόνας. Την Κυριακή μετά τις ένδεκα Οκτωβρίου, η ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη των αγίων Πατέρων της Εβδόμης Οικουμενικής Συνόδου με βαθιά ευλάβεια. Η σύνοδος αυτή συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας από τις είκοσι τέσσερις Σεπτεμβρίου έως τις δεκατρείς Οκτωβρίου του έτους εφτακόσια ογδόντα επτά. Πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία της αυτοκράτειρας Ειρήνης, που ασκούσε χρέη αντιβασιλέως για τον ανήλικο γιο της Κωνσταντίνο τον Έκτο.
Πρόεδρός της ορίστηκε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως άγιος Ταράσιος, που είχε εκλεγεί στον θρόνο με τον σαφή όρο της σύγκλησης Οικουμενικής Συνόδου. Συγκεντρώθηκαν στην ιερή πόλη της Νίκαιας τριακόσιοι πενήντα ορθόδοξοι επίσκοποι, και αργότερα προστέθηκαν άλλοι δεκαεπτά ιεράρχες. Δίπλα τους βρίσκονταν δύο αντιπρόσωποι του Πάπα Ρώμης Αδριανού, καθώς και επίσημοι εκπρόσωποι των Πατριαρχείων Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. Οι μοναχοί, που υπέφεραν πολλά κατά την περίοδο της εικονομαχίας, αποτελούσαν επίσης έντονη και ζωντανή παρουσία στη σύνοδο.
Ήταν περίπου εκατόν τριάντα έξι ομολογητές της πίστεως, που είχαν δεχθεί διωγμούς και εξορίες για την αγάπη τους στις εικόνες. Όλοι αυτοί μαζί ήρθαν για να αποκαταστήσουν την παράδοση της Εκκλησίας, μετά από δεκαετίες πολέμου εναντίον των ιερών εικόνων. Η αίρεση της εικονομαχίας είχε ξεσπάσει στις αρχές του ογδόου αιώνα από τον αυτοκράτορα Λέοντα τον Τρίτο τον Ίσαυρο. Με αυτοκρατορικό διάταγμα διέταξε να ξηλωθούν οι εικόνες από τους ναούς και τα σπίτια και να καούν δημόσια στις πλατείες.
Παράλληλα, διέταξε την καταστροφή των εικονισμάτων του Σωτήρος, της Παναγίας και των αγίων από τους τοίχους των ναών και τις πύλες των πόλεων. Όταν ο πιστός λαός αντιστάθηκε σθεναρά στην εκτέλεση των διαταγμάτων, ο αυτοκράτορας τόνισε τη βία με ακόμη μεγαλύτερη σκληρότητα. Πολλοί χριστιανοί, και ιδιαίτερα γυναίκες, σφάχτηκαν από τα ξίφη των εικονομάχων εκείνη την ημέρα της πρώτης αντίδρασης. Έκλεισε επίσης την περίφημη ανώτερη θεολογική σχολή της Κωνσταντινουπόλεως, για να στερήσει από τους ορθοδόξους το πιο ισχυρό τους θεολογικό όπλο.
Λέγεται μάλιστα από Βυζαντινούς ιστορικούς ότι κάηκε και η πλούσια βιβλιοθήκη της σχολής με τους ανεκτίμητους θησαυρούς της. Από κάθε γωνιά της οικουμένης όμως ο διώκτης συναντούσε σθεναρή και ζωηρή αντίδραση από τους πιστούς υπερασπιστές των εικόνων. Από τη Δαμασκό υψώθηκε η θεολογική φωνή του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, που γέμισε την Ανατολή με σοφία και επιχειρήματα. Από τη Ρώμη απαντούσε με σταθερότητα ο Πάπας Γρηγόριος ο Τρίτος, διάδοχος του Γρηγορίου του Δευτέρου.
Σε άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας ξέσπασαν μάλιστα και ανοιχτές εξεγέρσεις των λαϊκών στρωμάτων εναντίον της εικονομαχίας. Ο γιος και διάδοχός του, ο Κωνσταντίνος ο Κοπρώνυμος, συνέχισε τον σκληρό διωγμό κατά της τιμής των εικόνων. Στράφηκε κυρίως ενάντια στους κληρικούς και τους μοναχούς, που αποτελούσαν την πιο δραστήρια αντίσταση κατά της αιρέσεως. Συγκάλεσε μάλιστα και μία λαμπρή ψευδοσύνοδο, η οποία καταδίκασε επίσημα την εικονοπροσκύνηση και έδωσε επιφανειακή νομιμοποίηση στις φοβερές διώξεις.
Άμεση συνέπεια αυτής της ψευδοσυνόδου ήταν να πεταχτούν οι εικόνες έξω από τις εκκλησίες και να πυρποληθούν. Οι ζωγραφικές και ψηφιδωτές παραστάσεις στους τοίχους των ναών καλύφθηκαν με ασβέστη και χάθηκαν για πάντα. Δεν γλίτωσε ούτε ο περίφημος ναός των Βλαχερνών, όπου είχε εικονιστεί ολόκληρη η επίγεια ζωή του Θεανθρώπου. Από τη δίωξη των εικόνων ο Κοπρώνυμος προχώρησε γρήγορα και στη δίωξη των αγίων λειψάνων με την ίδια μανία. Διέταξε να πεταχτούν στη θάλασσα ακόμη και τα μαρτυρικά λείψανα της αγίας Ευφημίας, και μετέτρεψε τον χαλκηδόνιο ναό της σε στρατώνα.
Έκλεισε επίσης πολλά μοναστήρια της Κωνσταντινουπόλεως, αρχίζοντας από το ιστορικό μοναστήρι του Δαλμάτου που ήταν προπύργιο της Ορθοδοξίας. Πολλά από αυτά μετατράπηκαν σε στρατιωτικούς στρατώνες ή κατεδαφίστηκαν εντελώς από τους εμπρηστές υπηρέτες της εικονομαχικής αιρέσεως. Πολλοί μοναχοί βασανίστηκαν φρικτά και θανατώθηκαν πάνω στις εικόνες που υπερασπίζονταν με την ίδια τους τη ζωή. Οι διώκτες χτυπούσαν τα κεφάλια τους πάνω στις σπασμένες εικόνες, χλευάζοντας έτσι την ίδια την πίστη που εκείνοι ομολογούσαν θαρρετά.
Με τον τρόπο αυτό η εικονομαχία μετατράπηκε σε ολοκληρωμένο διωγμό κατά της παραδόσεως, της τέχνης και του μοναχισμού. Στη βασιλεία του διαδόχου του Λέοντος του Τετάρτου, οι ορθόδοξοι μπόρεσαν να αναπνεύσουν λίγο πιο ελεύθερα. Η πλήρης όμως αποκατάσταση της εικονοπροσκυνήσεως συντελέστηκε μόνο όταν ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο η ευσεβής αυτοκράτειρα Ειρήνη. Εκείνη ανέλαβε τη διοίκηση της αυτοκρατορίας λόγω της μικρής ηλικίας του γιου της Κωνσταντίνου του Έκτου.
Πρώτη της κίνηση ήταν να επαναφέρει από την εξορία όλους τους ομολογητές μοναχούς που είχαν εξοριστεί για τις εικόνες. Παραχώρησε επίσης πολλές χηρεύουσες επισκοπικές έδρες σε ορθοδόξους εικονοπροσκυνητές, στηρίζοντας έτσι ξανά την παράδοση της Εκκλησίας. Απέδωσε ταυτόχρονα στα ιερά λείψανα όλες τις τιμές που τους είχαν αφαιρέσει οι σκληροί εικονομάχοι αυτοκράτορες. Η αυτοκράτειρα όμως κατάλαβε ότι αυτές οι ενέργειες δεν επαρκούσαν για την οριστική αποκατάσταση της αλήθειας.
Χρειαζόταν οπωσδήποτε η σύγκληση μίας νέας Οικουμενικής Συνόδου, η οποία θα ακύρωνε επίσημα την παράνομη ψευδοσύνοδο του Κοπρωνύμου. Σε αυτό ακριβώς το ζήτημα επέμενε με ιδιαίτερη σταθερότητα ο Ταράσιος, όταν προτάθηκε για τον πατριαρχικό θρόνο. Δήλωσε με σταθερή φωνή ενώπιον της αυτοκράτειρας και ολόκληρου του ανακτορικού συμβουλίου τις απαραίτητες προϋποθέσεις της αποδοχής του. Δέχτηκε να αναλάβει το βαρύ έργο της πατριαρχείας μόνο υπό τον όρο να συγκληθεί άμεσα η Οικουμενική Σύνοδος.
Έτσι χειροτονήθηκε πατριάρχης ανήμερα των Χριστουγέννων του έτους εφτακόσια ογδόντα τέσσερα, και ξεκίνησε αμέσως τις απαραίτητες ενέργειες. Η σύνοδος επρόκειτο αρχικά να αρχίσει το καλοκαίρι του έτους εφτακόσια ογδόντα έξι, στον ναό των αγίων Αποστόλων της Κωνσταντινουπόλεως. Παραμονή της ενάρξεως όμως ξέσπασε ξαφνικά μέσα στην πόλη στρατιωτική ανταρσία, και ματαίωσε την προγραμματισμένη πρώτη συνεδρίαση. Η σύνοδος τελικά άνοιξε ένα χρόνο αργότερα, στις είκοσι τέσσερις Σεπτεμβρίου, στη Νίκαια και στον ιστορικό ναό της Αγίας Σοφίας.
Στον ίδιο τόπο είχε συνέλθει και η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος, γεγονός που έδινε ιδιαίτερη σημασία στην επιλογή της πόλεως. Ο πατριάρχης Ταράσιος εκφώνησε λαμπρό εναρκτήριο λόγο, και αμέσως μετά αναγνώστηκε δημόσια η αυτοκρατορική επιστολή της Ειρήνης. Στη συνέχεια οι Πατέρες εξέτασαν προσεκτικά την υπόθεση των επισκόπων που είχαν συμπορευθεί με την εικονομαχική αίρεση. Διαβάστηκαν επίσης στη σύνοδο οι σπουδαίες θεολογικές επιστολές του Πάπα Αδριανού προς τον αυτοκράτορα και τον πατριάρχη.
Αυτές οι επιστολές αποκάλυπταν την αποστολική αρχαιότητα της εικονοπροσκυνήσεως και τη συνεχή πρακτική της αρχαίας Εκκλησίας. Ο Ταράσιος δέχτηκε με χαρά κάθε λέξη που έγραφε ο Πάπας και τόνισε τη συμφωνία του με την ορθόδοξη παράδοση. Όλοι οι άγιοι Πατέρες της Συνόδου ομόφωνα δήλωσαν ότι ασπάζονται και τιμούν με αγάπη τις σεπτές και άγιες εικόνες. Ταυτόχρονα όμως υπογράμμισαν ότι αληθινή λατρεία αρμόζει μόνο στον ένα και αληθινό Θεό της χριστιανικής πίστεως.
Έτσι ξεκαθαρίστηκε από την αρχή της συνόδου η κρίσιμη διάκριση μεταξύ τιμητικής προσκυνήσεως και αληθινής λατρείας του Θεού. Οι Πατέρες αφιέρωσαν πολλές συνεδρίες στη μελέτη χωρίων της Γραφής και στις πατερικές μαρτυρίες υπέρ των ιερών εικόνων. Καταδίκασαν με αναθεματισμό τους αιρετικούς, που για περισσότερα από πενήντα χρόνια εμπόδιζαν τους πιστούς να τιμούν τις εικόνες. Επίσης αναθεμάτισαν τους εικονομάχους πατριάρχες Αναστάσιο, Κωνσταντίνο και Νικήτα, για τη φοβερή τους συμμετοχή στη δίωξη.
Απέρριψαν επίσημα τη δήθεν οικουμενική σύνοδο που είχε συγκαλέσει ο Κωνσταντίνος ο Κοπρώνυμος το έτος εφτακόσια πενήντα τέσσερα. Κήρυξαν αιωνία τη μνήμη των ομολογητών της Ορθοδοξίας, μεταξύ των οποίων ο άγιος Γερμανός και ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός. Στη θεολογική τους δικαιολόγηση εξήγησαν ότι η εικόνα του Χριστού αποτελεί φυσική συνέπεια του μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως. Παλαιά δεν εικονιζόταν ο ασώματος και ασχημάτιστος Θεός, αλλά τώρα που φανερώθηκε σαρκικά ζωγραφίζεται το ορώμενο της θεότητάς του.
Η τιμή που αποδίδουμε στην εικόνα δεν μένει στην ύλη, αλλά διαβαίνει στον αληθινό εικονιζόμενο εαυτό του. Έτσι κατοχυρώθηκε για πάντα η ορθόδοξη οδός της τιμητικής προσκυνήσεως των εικόνων μέσα στη ζωή της Εκκλησίας. Η Δευτέρα Σύνοδος της Νίκαιας υπήρξε η έβδομη και τελευταία Οικουμενική Σύνοδος που αναγνωρίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία μέχρι σήμερα. Σφράγισε την περίοδο των μεγάλων δογματικών αγώνων και τα όρια της ορθοδόξου πίστεως, με τον αριθμό επτά να συμβολίζει την τελειότητα. Είθε με τις πρεσβείες των αγίων Πατέρων να φυλάσσει ο Κύριος την Εκκλησία του και να μας στηρίζει στην αληθινή πίστη, αμήν.