Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Διονύσιος ο Μέγας Επίσκοπος Αλεξανδρείας
Στην ξακουστή και πολυάνθρωπη Αλεξάνδρεια γεννήθηκε ο μέγας ποιμένας της Εκκλησίας Διονύσιος, σε εποχή δύσκολη και ταραγμένη για τους χριστιανούς. Οι γονείς του ήταν εθνικοί, πλούσιοι και επιφανείς στην κοινωνία της πόλεως, ριζωμένοι στις ειδωλολατρικές παραδόσεις του τόπου. Έδωσαν στον γιο τους εξαιρετική παιδεία και τον γαλούχησαν στη φιλοσοφία και στη ρητορική των αρχαίων δασκάλων. Όταν τέλειωσε τις σπουδές του, ο νεαρός Διονύσιος εργάστηκε ως ρήτορας και διδάσκαλος, εκπαιδεύοντας νέους στις ευγενικές τέχνες του λόγου.
Όμως η οξύτητα του πνεύματός του δεν άργησε να αναγνωρίσει τα κενά και τις πλάνες της ειδωλολατρικής θρησκείας. Η καρδιά του διψούσε για αλήθεια και η ψυχή του ζητούσε ακούραστα την πραγματική γνώση του ζωντανού και αληθινού Θεού. Έτσι μελέτησε ακούραστα ποικίλες ανθρώπινες διδασκαλίες, συγκρίνοντάς τες μεταξύ τους με κριτικό μυαλό και ανυπόκριτη αγάπη της αλήθειας. Η πορεία αυτή της ειλικρινούς αναζητήσεως τον οδήγησε ομαλά στη γνώση του ενός και αληθινού Θεού.
Πλησίασε τη χριστιανική σχολή της Αλεξανδρείας και ήρθε σε στενή επαφή με τον σπουδαίο διδάσκαλο Ωριγένη και τον Ηρακλά. Διάβασε με ιδιαίτερη προσοχή τις επιστολές των αγίων αποστόλων και κυρίως τις θαυμαστές και βαθιές επιστολές του αποστόλου Παύλου. Συγκλονισμένος από τη δύναμη του Ευαγγελίου, ζήτησε αμέσως το άγιο βάπτισμα και εντάχθηκε στη χορεία των πιστών της Εκκλησίας. Από την ώρα εκείνη ο Διονύσιος αφιερώθηκε ολόκληρος στη σπουδή του χριστιανικού δόγματος και στη διακονία της Εκκλησίας.
Έγινε μαθητής αγαπητός του Ωριγένη και μετά τη φυγή του διδασκάλου ανέλαβε τη διεύθυνση της κατηχητικής σχολής. Όταν εκοιμήθη ο επίσκοπος Ηρακλάς, ο Διονύσιος εκλέχτηκε με ομόψυχη απόφαση επίσκοπος της μεγάλης πόλεως της Αλεξανδρείας. Από εκείνη τη στιγμή ολόκληρη η ζωή του υπήρξε αδιάκοπος αγώνας υπέρ της ορθής πίστεως και της ενότητας του πληρώματος. Η Εκκλησία περνούσε τότε φοβερούς διωγμούς από τις ειδωλολατρικές αρχές και ταράζονταν εσωτερικά από διάφορες αιρέσεις και σχίσματα.
Ο νέος ποιμένας στάθηκε στέρεος βράχος και απείραχτη πέτρα μέσα στη φοβερή θύελλα των πειρασμών εκείνης της εποχής. Με την ταπεινή και θεοφιλή ζωή του κέρδισε τον σεβασμό όλων, ακόμη και των αντιπάλων και των αιρετικών. Με την οξυδέρκεια του φωτισμένου του νου διέκρινε τους κινδύνους και προστάτευε την ορθή πίστη από τη φθορά των ψευδοδιδασκάλων. Είχε ιδιαίτερη μέριμνα για την επιστροφή των απίστων στον Χριστό και ασκούσε πατρική επιείκεια στους πεσόντες.
Πάνω από όλα όμως νοιαζόταν για τη συμφιλίωση των αδελφών και την αποκατάσταση της ειρήνης μέσα στο σώμα της Εκκλησίας. Το πραγματικά αλάνθαστο μέτρο του ήταν η αγάπη του Χριστού και ο βαθύς πόθος της ψυχής για την κοινωνία των πιστών. Όταν ξέσπασε ο φοβερός διωγμός του ασεβούς αυτοκράτορα Δεκίου, ο επίσκοπος αναγκάστηκε να αναζητήσει για λίγο καταφύγιο σε ασφαλέστερο τόπο. Δεν φοβήθηκε τον θάνατο για το όνομα του Χριστού, αλλά δεν ήθελε να αφήσει την Εκκλησία χωρίς ποιμένα και στήριγμα.
Ο έπαρχος Σαβίνος έστειλε αμέσως κατάσκοπο για να τον συλλάβει, όμως ο άνθρωπος δεν σκέφτηκε να μπει στο σπίτι του. Όταν τελικά οι στρατιώτες τον συνέλαβαν, χριστιανοί χωρικοί έτρεξαν εκεί και τον ελευθέρωσαν με τρόπο εντελώς θαυμαστό και απροσδόκητο. Πιστοί φίλοι του τον τοποθέτησαν αναγκαστικά πάνω σε ένα γαϊδουράκι και τον μετέφεραν με πολλή ασφάλεια σε κρυφό μέρος. Από εκεί συνέχιζε να ποιμαίνει με γραπτά μηνύματα την αγαπημένη του πόλη και το πολυάριθμο ποίμνιο του.
Πολλοί πιστοί δεν άντεξαν τα φοβερά βασανιστήρια και αρνήθηκαν με τα χείλη τους τον αληθινό Χριστό και την ομολογία. Αργότερα όμως μετανόησαν με δάκρυα και ζητούσαν ταπεινά να ξαναγυρίσουν στην αγκάλη της μητέρας τους Εκκλησίας. Ο φιλάνθρωπος Διονύσιος τους δεχόταν με μεγάλη ευσπλαχνία, επιτιμώντας τους πάντοτε με μέτρο και κατάλληλη πνευματική φροντίδα. Στάθηκε αυστηρά αντίθετος στον Νοβατιανό και στο ψυχοφθόρο σχίσμα του, που έκλεινε τη θύρα της επιστροφής στους μετανοούντες.
Έγραψε προς αυτόν πως δεν είναι μικρότερη η δόξα να πεθάνει κάποιος για την ενότητα της Εκκλησίας. Πρόσθεσε μάλιστα πως αυτό το μαρτύριο της ενότητος υπερβαίνει ίσως και τη θυσία απέναντι στους σκληρούς ειδωλολάτρες δημίους. Μετά τον θάνατο του Δεκίου, στη σύντομη βασιλεία του Γάλλου ξανάρθε για λίγο η πολυπόθητη ειρήνη της Εκκλησίας. Ο άγιος ποιμένας στράφηκε τότε με στοργή στην καταστολή των ταραχών του Νέπωτος και της αιρέσεως του χιλιασμού. Με συγγραφή γεμάτη αγάπη και με συνοδικές συσκέψεις πειστικές οδήγησε τους πλανεμένους πίσω στην αλήθεια της Εκκλησίας.
Συμμετείχε στη διαμάχη για το βάπτισμα των αιρετικών, αγωνιζόμενος πάντα να καθησυχάσει τα κύματα της αναταραχής και της διχογνωμίας. Ταυτόχρονα αντιστάθηκε με δύναμη ενάντια στη βλάσφημη αίρεση του Σαβελλίου, η οποία προκαλούσε σύγχυση μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας. Συγκάλεσε τοπικές συνόδους και έγραψε εγκύκλιες επιστολές, υπερασπιζόμενος το άγιο μυστήριο της Αγίας Τριάδος και των τριών προσώπων. Όταν όμως ξέσπασε ο νέος και πολύ άγριος διωγμός του Βαλεριανού, οδηγήθηκε ξανά μπροστά στους σκληρούς δικαστές.
Παρά τη βαριά σωματική του ασθένεια, οδηγήθηκε μαζί με τον πρεσβύτερο Μάξιμο και τον διάκονο Φαύστο μπροστά στον έπαρχο Αιμιλιανό. Όταν του ζήτησαν να αρνηθεί τον Χριστό, ο άγιος αποκρίθηκε με θάρρος ότι πρέπει να πειθαρχούν περισσότερο στον Θεό. Ο Αιμιλιανός τον εξόρισε στο χωριό Κεφρώ μέσα στην έρημο της Λιβύης, μακριά από την αγαπημένη του ποίμνη. Αλλά και εκεί συνέχιζε ακούραστα να κηρύττει τον λόγο του Θεού στους ντόπιους κατοίκους και ειδωλολάτρες.
Πολλοί από εκείνους τους εθνικούς πίστεψαν στο όνομα του Χριστού και βαπτίστηκαν με χαρά μέσα στα ίδια ερημικά μέρη της εξορίας. Ενοχλημένος ο έπαρχος μετέφερε τον άγιο σε ακόμη πιο απομονωμένο τόπο, στην έρημη και απάτητη Κολλούθα της Λιβύης. Παρά τη σκληρότητα της εξορίας, ο επίσκοπος επικοινωνούσε με γράμματα με την ποίμνη του και τις άλλες αγαπημένες Εκκλησίες. Τρία ολόκληρα χρόνια έμεινε μέσα σε εκείνον τον σκληρό και ταλαιπωρό τόπο, υπομένοντας θλίψεις και κακουχίες αμέτρητες.
Όταν ανέβηκε στον θρόνο ο Γαλλιηνός, ο άγιος επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, προς μεγάλη παρηγοριά και αληθινή χαρά του ποιμνίου. Στην πόλη όμως τον περίμεναν νέες δοκιμασίες, καθώς εμφανίστηκαν εμφύλιος πόλεμος, τρομερός λιμός και η φοβερή και θανατηφόρα λοιμική ασθένεια. Ο άγιος Διονύσιος φρόντιζε με πατρική στοργή για όλους τους πάσχοντες, χωρίς διάκριση πιστών ή ειδωλολατρών της πόλεως. Καλούσε τους χριστιανούς να φροντίζουν με αυταπάρνηση τους αρρώστους και να θάβουν τους νεκρούς με ευλάβεια και χριστιανική αγάπη.
Έγραψε με συγκίνηση πως πολλοί αδελφοί πέθαναν φροντίζοντας τους ασθενείς, και αυτός ο θάνατος δεν είναι μικρότερος από το μαρτύριο. Έτσι ο άγιος ποιμένας ποίμαινε μέσα από τις θλίψεις, ενσαρκώνοντας τον λόγο του Χριστού για την έσχατη και τέλεια αγάπη. Παρά τις προσπάθειες αντιπάλων που υποπτεύθηκαν την ορθοδοξία του, έγραψε σαφή ομολογία της πίστεως για τα τρία πρόσωπα της Θεότητας. Η αλήθεια θριάμβευσε και η Εκκλησία απέδωσε τιμή και βαθύ σεβασμό στον φιλόθεο και φιλάνθρωπο ποιμένα της.
Στα γηρατειά του, όταν συγκλήθηκε η σύνοδος της Αντιοχείας κατά του Παύλου Σαμοσατέως, ο άγιος ήταν πλέον εξαντλημένος και βαριά άρρωστος. Αδυνατώντας να ταξιδέψει, έστειλε στους Πατέρες της συνόδου μακρά και διεξοδική επιστολή με τα ορθόδοξα φρονήματά του. Μέσα στις σελίδες αυτής της επιστολής εξέθεσε καθαρά και με σαφήνεια τις αιρετικές πλάνες του Σαμοσατέως. Λίγες μόνο ημέρες αργότερα, ενώ οι επίσκοποι ήταν ακόμη συγκεντρωμένοι στην Αντιόχεια, ο μέγας Διονύσιος παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον Κύριο.
Η Εκκλησία πένθησε βαθιά τον σπουδαίο πατέρα και διδάσκαλο, τον γενναίο ομολογητή και τον ακούραστο εργάτη της ορθής πίστεως. Έφυγε από τον κόσμο ως μέγας αστήρ της οικουμένης, αφήνοντας πίσω του φωτεινό παράδειγμα ποιμαντικής αγάπης και θεολογικής σοφίας. Ο μέγας ιστορικός Ευσέβιος τον αποκάλεσε «Διονύσιο τον Μέγαν», αναγνωρίζοντας τη μοναδική του προσφορά στη ζωή και στη θεολογία της Εκκλησίας. Διασώζονται μέχρι σήμερα αποσπάσματα των έργων του, καθώς και δύο πλήρεις επιστολές προς τον Νοβατιανό και προς τον Βασιλείδη.
Ο άγιος υπήρξε πραγματικά ευρύτερος ποιμένας και διδάσκαλος, διότι ο λόγος του ξεπερνούσε τα όρια της επισκοπής του. Επηρέαζε με τον φωτισμένο του λόγο και τις άλλες τοπικές Εκκλησίες σε όλη την ευρύτερη χριστιανική οικουμένη. Στους φοβερούς διωγμούς και στα σχίσματα στάθηκε σταθερός στύλος της Ορθοδοξίας και πατέρας στοργικός των αδυνάτων αδελφών. Η μνήμη του παραμένει αιώνια ευλογία και θησαυρός για όσους τιμούν τους αγίους πατέρες της οικουμένης. Ταις πρεσβείαις του εν αγίοις πατρός ημών Διονυσίου, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.