Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Αγία Μάρτυς Σουσάννα, Βασίλισσα της Γεωργίας
Στα ορεινά εδάφη της Καρτλίας, εκεί όπου τα ποτάμια σχίζουν πέτρινα φαράγγια κάτω από βαρύτατο περσικό σκιάδι, μια νεαρή πριγκίπισσα κρύβεται κλαίγοντας μέσα σε μια εκκλησία. Η σύζυγός του ηγεμόνα Βαρσκέν μόλις πληροφορήθηκε ότι ο άντρας της απαρνήθηκε τη χριστιανική πίστη και έγινε λάτρης της φωτιάς. Η αγία μάρτυς Σουσάννα, που στη γεωργιανή γλώσσα ονομαζόταν Σουσανίκ, ήταν σύζυγος του ηγεμόνα Βαρσκέν της Χερέτης. Είχε ανατραφεί μέσα σε ευσεβέστατη χριστιανική οικογένεια και είχε ποτιστεί από μικρή με τον φόβο και την αγάπη του Θεού.
Εκείνη την περίοδο η Καρτλία βρισκόταν κάτω από βαρύτατη πολιτική πίεση εκ μέρους της κραταιάς αυτοκρατορίας των Περσών. Ο πρίγκιπας Βαρσκέν, ελπίζοντας να διασφαλίσει φιλικότερες σχέσεις, επισκέφθηκε τον Πέρση βασιλιά Περόζ και αρνήθηκε ολοκληρωτικά την αληθινή πίστη. Υποσχέθηκε μάλιστα στον ειδωλολάτρη μονάρχη ότι θα μεταστρέψει τη σύζυγο και τα παιδιά του στη λατρεία της φωτιάς. Πλησιάζοντας τα σύνορα της Χερέτης, έστειλε αγγελιοφόρους στην πρωτεύουσα Τσουρτάβι ώστε οι υπήκοοί του να τον υποδεχθούν με τις δέουσες επίσημες τιμές.
Η μακαρία Σουσάννα έμαθε τότε την προδοσία του και έπεσε στο έδαφος θρηνώντας πικρά για τη χαμένη του σωτηρία. Πήρε αμέσως τα τέσσερα παιδιά της, εγκατέλειψε το ανάκτορο και αναζήτησε καταφύγιο σε γειτονικό ιερό ναό. Εκεί τη βρήκε το βράδυ ο πνευματικός της πατέρας, ο γέροντας Ιάκωβος, για να την προετοιμάσει για τα επερχόμενα δεινά. Της προείπε ότι την περιμένουν φοβερές δοκιμασίες και τη ρώτησε αν θα σταθεί ακλόνητη μέχρι το τέλος.
Η πριγκίπισσα απάντησε με σταθερότητα ότι προτιμούσε να πεθάνει παρά να ενωθεί μαζί του και να χάσει την ψυχή της. Τρεις μέρες αργότερα ο πρίγκιπας Βαρσκέν έφτασε στην Τσουρτάβι και προσπάθησε να μεταπείσει τη σύζυγό του στην ειδωλολατρία. Εκείνη όμως τού απάντησε σταθερά ότι όπως εκείνος απαρνήθηκε τον Δημιουργό, έτσι κι εκείνη τον απαρνείται ως άπιστο σύζυγο. Δήλωσε επίσης ξεκάθαρα ότι δεν θα μετέχει σε καμία απολύτως υπόθεση δική του, ακόμη κι αν χρειαζόταν να υποφέρει πολύ.
Σε επόμενη απόπειρα ο Βαρσκέν έστειλε τον αδελφό του Τζοτζίκ και τον επίσκοπο Απότς για να την πείσουν να γυρίσει. Η αγία αρνήθηκε για αρκετό καιρό, αλλά τελικά υποχώρησε στις θερμές παρακλήσεις των δύο απεσταλμένων του ανακτόρου. Ξεκίνησε για το ανάκτορο κρατώντας μαζί της το ιερό Ευαγγέλιο και βιβλία με τους Βίους των αγίων μαρτύρων. Όταν έφτασε στα ανακτορικά διαμερίσματα, κλείστηκε εθελοντικά μέσα σε ένα ακάθαρτο και ασφυκτικό κελί, μακριά από την πολυτέλεια.
Δύο μέρες μετά ο πρίγκιπας προσκάλεσε σε δείπνο τη Σουσάννα, τον Τζοτζίκ και τη γυναίκα του αδελφού του. Η βασίλισσα δεν μπόρεσε καν να μοιραστεί τραπέζι με εκείνον που είχε προδώσει τον Χριστό μέσα στην ψυχή του. Έσπρωξε μάλιστα το ποτήρι που της πρόσφερε η νύφη της και προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερη οργή στον σύζυγό της. Ο εξαγριωμένος Βαρσκέν χτύπησε ανελέητα τη σύζυγό του, την έδεσε με σιδερένιες αλυσίδες και την έριξε στις σκοτεινές φυλακές του ανακτόρου.
Απαγόρευσε αυστηρά στους φύλακες να επιτρέπουν σε οποιονδήποτε να την επισκέπτεται κατά τη διάρκεια του αδίκου εγκλεισμού της. Η αγία Σουσάννα παρέμεινε έξι ολόκληρα χρόνια στην αιχμαλωσία, δίχως να καμφθεί ποτέ η σταθερή ομολογία της πίστεως. Μέσα στις δύσκολες ώρες του εγκλεισμού της βοηθούσε τους φτωχούς που κατάφερναν με κόπο να φτάσουν κοντά της. Με τις θερμές προσευχές της θεραπεύονταν οι ασθενείς και χαρίζονταν παιδιά σε γονείς που δεν μπορούσαν να αποκτήσουν.
Λίγο πριν την κοίμησή της η οσιομάρτυς ευλόγησε όλους όσοι τη περιστοίχιζαν στις τελευταίες της επίγειες στιγμές. Ζήτησε μάλιστα να ταφεί ακριβώς στο σημείο από όπου ο άπιστος σύζυγός της την είχε σύρει βιαίως. Αυτό συνέβη το τετρακόσια εβδομήντα πέντε μετά την κατά σάρκα γέννηση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ο κλήρος και ο λαός θρηνούσαν πικρά για την τραγική μοίρα της νεαρής και άκακης βασίλισσας. Τα ιερά λείψανά της ενταφιάστηκαν σύμφωνα με την επιθυμία που η ίδια είχε εκφράσει πριν την κοίμησή της.
Το πεντακόσια εβδομήντα οκτώ, με την ευλογία του καθολικού της Γεωργίας Κυρίωνος του Πρώτου, μεταφέρθηκαν επισήμως στην πρωτεύουσα Τιφλίδα. Εκεί φυλάσσονται ευλαβικά μέχρι σήμερα στον ναό Μετέχι της Υπεραγίας Θεοτόκου και θαυματουργούν μέσα στους πιστούς που προσέρχονται. Ταις πρεσβείαις της αγίας μάρτυρος Σουσάννας, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.
Δεύτερη διήγηση
Στο πέμπτο αιώνα, στις άγονες και ταραγμένες περιοχές του Καυκάσου, η ορθόδοξη Γεωργία πάλευε για την επιβίωση της πίστης της. Σε αυτή την εποχή έλαμψε με τη μαρτυρική της ομολογία η Αγία Σουσάννα, που στη μητρική της γλώσσα ονομαζόταν Σουσανίκ. Ήταν σύζυγος του γεωργιανού πρίγκιπα Βαρσκέν, ο οποίος κυβερνούσε την επαρχία Ερέτι, μια ευλογημένη περιοχή στη νοτιοανατολική Γεωργία. Η Ερέτι βρισκόταν εκείνη την εποχή υπό τον σιδερένιο ζυγό των Περσών, και ο Βαρσκέν λειτουργούσε ουσιαστικά ως αντιβασιλέας τους.
Η Σουσάννα είχε ανατραφεί σε ευσεβή χριστιανική οικογένεια και η ψυχή της ήταν διαποτισμένη από την αγάπη και τον φόβο του Θεού. Η ζωή της κυλούσε ήρεμα στο παλάτι, ανάμεσα στις προσευχές, στα τέσσερα παιδιά της και στα έργα φιλανθρωπίας προς τους φτωχούς. Η ευτυχία της όμως διαλύθηκε όταν η περιοχή του Καρτλί δέχθηκε ασφυκτική πολιτική πίεση από την περσική αυλή. Ο πρίγκιπας Βαρσκέν επισκέφθηκε τον Πέρση βασιλιά Περόζ με την ελπίδα να εξασφαλίσει φιλικότερες σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες.
Εκεί όμως αρνήθηκε με τη θέλησή του την αληθινή πίστη και προσχώρησε στη λατρεία της φωτιάς των μάγων. Υποσχέθηκε μάλιστα στον βασιλιά πως θα προσηλύτιζε επιστρέφοντας και την ίδια του τη γυναίκα και τα παιδιά του. Όταν πλησίαζε τα σύνορα της Ερέτι, ο Βαρσκέν έστειλε μαντατοφόρους στην πρωτεύουσα Τσουρτάβι, ζητώντας από τους υπηκόους του να τον υποδεχθούν με όλες τις πρέπουσες τιμές. Η ευλογημένη Σουσάννα, μόλις πληροφορήθηκε την προδοσία του συζύγου της, έπεσε στο έδαφος και έκλαψε για εκείνον με πικρότατα δάκρυα.
Αμέσως πήρε τα τέσσερα παιδιά της, εγκατέλειψε το παλάτι και κατέφυγε σε έναν κοντινό ναό για προστασία. Το ίδιο βράδυ την επισκέφθηκε ο πνευματικός της πατέρας, ο γέροντας Ιάκωβος, για να την στηρίξει στην ώρα της δοκιμασίας. Της προφήτευσε με σταθερή φωνή πως η σκληρότητα του Βαρσκέν ήταν αναμφισβήτητη και πως φοβερές δοκιμασίες την περίμεναν. Η Σουσάννα τον κοίταξε με δάκρυα στα μάτια και απάντησε ότι προτιμούσε χίλιες φορές να πεθάνει παρά να ενωθεί μαζί του.
Έπειτα από τρεις ημέρες έφτασε ο πρίγκιπας στην Τσουρτάβι και προσπάθησε να πείσει τη σύζυγό του να εξωμόσει. Η Αγία του απάντησε με αταραξία πως όπως εκείνος απαρνήθηκε τον Δημιουργό του, έτσι και η ίδια τον απαρνιόταν για πάντα. Ο Βαρσκέν έστειλε αργότερα τον αδελφό του Τζοτζίκ και τον επίσκοπο Απότς να την μεταπείσουν με κάθε τρόπο. Η Αγία ενέδωσε τελικά στις πιέσεις τους και ξεκίνησε για το παλάτι κρατώντας το ιερό Ευαγγέλιο και τα μαρτυρολόγια.
Φτάνοντας εκεί κλειδώθηκε αμέσως σε ένα φτωχικό κελί, μακριά από τις πολυτελείς ηγεμονικές αίθουσες, και αφιερώθηκε στην προσευχή. Δύο ημέρες αργότερα ο Βαρσκέν επέστρεψε στο παλάτι και κάλεσε σε δείπνο τη σύζυγό του μαζί με τον αδελφό του Τζοτζίκ και τη γυναίκα του. Η βασίλισσα όμως δεν μπορούσε να μοιραστεί τράπεζα με έναν άνθρωπο που είχε προδώσει τον Χριστό για χάρη της εξουσίας. Έσπρωξε με αηδία το κύπελλο που της προσέφερε η νύφη της, εξαγριώνοντας ακόμη περισσότερο τον σύζυγό της.
Ο έξαλλος Βαρσκέν χτύπησε άγρια τη γυναίκα του, την έδεσε με σιδερένιες αλυσίδες και την έκλεισε σε σκοτεινή φυλακή. Απαγόρευσε επίσης αυστηρά στους φρουρούς να επιτρέψουν σε οποιονδήποτε να την επισκεφθεί ή να της μιλήσει έστω και μία στιγμή. Η Αγία Σουσάννα πέρασε έξι ολόκληρα χρόνια κλεισμένη μέσα σε εκείνη τη σκοτεινή φυλακή, με μοναδική παρηγοριά την προσευχή. Στο διάστημα του εγκλεισμού της βοηθούσε όσους φτωχούς κατάφερναν να φτάσουν κοντά της ζητώντας ελεημοσύνη και ευλογία.
Με τις θερμές προσευχές της οι άρρωστοι γιατρεύονταν θαυματουργικά και οι άτεκνες γυναίκες αποκτούσαν επιτέλους παιδιά. Πριν από τον θάνατό της ευλόγησε όσους βρίσκονταν γύρω της και ζήτησε να ταφεί στον τόπο από όπου την έσυρε ο άπιστος σύζυγός της. Η οσιακή της κοίμηση συνέβη το έτος τετρακόσια εβδομήντα πέντε, και ο λαός θρήνησε πικρά το τραγικό της τέλος. Το έτος πεντακόσια εβδομήντα οκτώ τα ιερά της λείψανα μεταφέρθηκαν με ευλάβεια στην Τιφλίδα, όπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα. Με τις πρεσβείες της αγίας ενδόξου μάρτυρος Σουσάννας βασιλίσσης της Γεωργίας, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησε και σώσε τις ψυχές μας, αμήν.