Μια θαυματουργή εμφάνιση της εικόνας του Αγίου Νικολάου σε ετοιμοθάνατο μοναχό γέννησε ένα ολόκληρο ρωσικό μοναστήρι στις άγριες όχθες του ποταμού Μαρκούζα. Ο ίδιος αυτός μοναχός, ο Όσιος Αγαπητός, σφαγιάστηκε αργότερα από εξαγριωμένους χωρικούς στις είκοσι μία Μαΐου του χίλια πεντακόσια ογδόντα τέσσερα. Ο βίος του ξεκίνησε μέσα στη Ρωσία του δέκατου έκτου αιώνα, όταν εκάρη μοναχός στη μονή των Αγίων Βόριδος και Γκλέμπ του Σολφυτσεγκόντσκ. Εκεί ασκήθηκε για χρόνια με προσευχή, νηστεία και υπακοή, ώσπου το χίλια πεντακόσια εβδομήντα έξι έπεσε σε βαριά αρρώστια.
Η ασθένειά του τον οδήγησε γρήγορα στα πρόθυρα του θανάτου και οι αδελφοί της μονής έχασαν κάθε ελπίδα ανάρρωσης. Μέσα στην οδύνη της κλίνης του εμφανίστηκε η εικόνα του Αγίου Νικολάου του Θαυματουργού, γνωστή ως Βελικορέσκαγια. Ο Άγιος ζήτησε από τον Αγαπητό να αφήσει τη μονή του, να βρει τον ποταμό Μαρκούζα και να θεμελιώσει εκεί νέο μοναστήρι. Ο Όσιος θεραπεύτηκε εκείνη ακριβώς τη στιγμή και ξεκίνησε αμέσως το έργο που του ανατέθηκε από ψηλά.
Έστησε πρώτα ένα μικρό ξύλινο παρεκκλήσι μέσα στο δάσος και αργότερα, το χίλια πεντακόσια εβδομήντα οκτώ, ανήγειρε δύο μεγαλύτερους ναούς. Τον έναν τον αφιέρωσε στον Άγιο Νικόλαο τον προστάτη του και τον δεύτερο στον Άγιο Προκόπιο του Ούγκλιχ. Το ίδιο έτος ο Όσιος Αγαπητός ταξίδεψε στη Μόσχα και παρουσιάστηκε στον τσάρο για να ζητήσει επίσημη άδεια εγκατάστασης. Πήρε από εκείνον χώρο στον ποταμό Λόχτα και πάνω σε αυτόν έστησε μύλο για τη συντήρηση του νέου μοναστηριού.
Η ευλογία απλώθηκε γρήγορα στην περιοχή, όμως οι κάτοικοι του διπλανού χωριού Καλίνιν άρχισαν να ανησυχούν για τα κτήματά τους. Φοβήθηκαν ότι η γη τους θα προσαρτιόταν στη μονή και αποφάσισαν να εξαφανίσουν τον ιδρυτή της με βίαιο τρόπο. Επικεφαλής της σκοτεινής συνωμοσίας στάθηκε ένας βλάσφημος και ασεβής χωρικός με το όνομα Βόγκνταν Λγιάτσωφ. Στις είκοσι μία Μαΐου του χίλια πεντακόσια ογδόντα τέσσερα έπεσαν πάνω στον Όσιο κοντά στον μύλο και τον σκότωσαν με αγριότητα.
Έπειτα έριξαν το άγιο σώμα του στα νερά του ποταμού Ουστγίγκα, για να σβήσουν κάθε ίχνος του εγκλήματος. Οι μοναχοί όμως ανέσυραν το τίμιο σκήνωμα και το ενταφίασαν με ευλάβεια σε παρεκκλήσι ανάμεσα στους δύο ναούς. Το χίλια επτακόσια δώδεκα ο Επίσκοπος Χολμογκόρυ Βαρνάβας επισκέφθηκε τη μονή και συγκέντρωσε μαρτυρίες για τη ζωή και τα θαύματα του Οσίου. Έτσι το χίλια επτακόσια δεκαπέντε συντάχθηκε με δική του εντολή ο επίσημος βίος του Οσιομάρτυρος Αγαπητού.
Με το αίμα του ποτίστηκε η Εκκλησία· είθε και εμείς να αντλούμε από την αντοχή του.