Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Αθανάσιος ο Πατελλάρος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Μέσα στα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας, ένας κρητικός λόγιος ανεβαίνει δύο φορές στον οικουμενικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως και αποκαλύπτει σπάνια θεολογική ευρυμάθεια. Ο Αθανάσιος ο Πατελλάρος αγωνίστηκε εναντίον των λατινοφρόνων και κατέθεσε τέτοια ευσέβεια, ώστε το σκήνωμά του μένει άφθαρτο και θεραπευτικό. Γεννήθηκε στο χωριό Αξός Μυλοποτάμου του Ρεθύμνου της Κρήτης, μεταξύ των ετών χίλια πεντακόσια ογδόντα και χίλια πεντακόσια ενενήντα επτά. Σπούδασε αρχαία ελληνική φιλολογία, φιλοσοφία και θεολογία, και διακρίθηκε νωρίς για το ευρύ μορφωτικό του υπόβαθρο και το χάρισμα του λόγου.
Γνώριζε άριστα ελληνικά και λατινικά, ενώ συνέθετε ποίηση και κήρυττε με ζήλο τον λόγο του Θεού στους πιστούς. Μελετούσε καθημερινά την Αγία Γραφή και μάλιστα μετέφρασε ένα μέρος της στη νεοελληνική γλώσσα για το ορθόδοξο ποίμνιο. Στη Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους σώζεται μέχρι σήμερα η μετάφραση του Ψαλτηρίου, την οποία εκπόνησε ο ίδιος με μεγάλη φιλοπονία. Εκάρη μοναχός στο Σιναϊτικό μετόχι του Χάνδακα και κατόπιν αναχώρησε για το Άγιο Όρος, το πνευματικό κέντρο της Ορθοδοξίας.
Εγκαταστάθηκε σε κελί που έκτισε ο ίδιος στην περιοχή της Μονής Παντοκράτορος και αφοσιώθηκε εκεί στην προσευχή και τη μελέτη. Χειροτονήθηκε διάκονος, ιερέας και κατόπιν επίσκοπος στη Θεσσαλονίκη, αναλαμβάνοντας ποιμαντικά καθήκοντα μέσα στον σκοτεινό ζυγό της οθωμανικής δουλείας. Το χίλια εξακόσια τριάντα ένα εξελέγη μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, διακρινόμενος για το διδακτικό του έργο και τη φλογερή του πίστη. Τον Μάρτιο του χίλια εξακόσια τριάντα τέσσερα εξελέγη οικουμενικός πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, με τη βοήθεια του Σουλτάνου, λατινοφρόνων και Ιησουιτών.
Η διάρκεια της πρώτης πατριαρχίας του δεν είναι γνωστή, αλλά εκθρονίστηκε συντομότατα, πιθανότατα μέσα στο ίδιο έτος της εκλογής του. Επέστρεψε αμέσως στο Άγιο Όρος και διέμεινε στο αρχαίο μονύδριο του Ξύστρου, το οποίο βρισκόταν κοντά στις Καρυές. Με προσωπική εργασία και κόπο μεγάλωσε το μονύδριο και το μετέτρεψε σε ακμαία σκήτη, η οποία είναι η σημερινή Σκήτη του Αγίου Ανδρέα. Από εκεί επιδίωξε τη βοήθεια του Πάπα για να επανέλθει στον πατριαρχικό θρόνο, χωρίς όμως να βρει την ανταπόκριση που ζητούσε.
Το χίλια εξακόσια τριάντα πέντε βρέθηκε στη Βενετία, από όπου κατηγορούσε τον πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρι ως αιρετικό. Κατηγορούσε επίσης τον ίδιο τον Πάπα της Ρώμης, ο οποίος δεν τον υποστήριζε όσο εκείνος περίμενε στις δύσκολες εκείνες στιγμές. Το χίλια εξακόσια τριάντα εννέα ο πατριάρχης Παρθένιος ο Πρώτος του παραχώρησε τη μητρόπολη Θεσσαλονίκης και τη Μονή Βλατάδων. Το χίλια εξακόσια σαράντα τρία ο Αθανάσιος μετέβη στη Μολδαβία και στη Βλαχία και κέρδισε τη συμπαράσταση του τοπικού ηγεμόνα Βαλείου.
Με τη στήριξη αυτή αναρριχήθηκε εκ νέου στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως το χίλια εξακόσια πενήντα δύο για δεκαπέντε μόνο ημέρες. Την ημέρα της εκθρόνισής του εκφώνησε κήρυγμα με βάση το ευαγγελικό χωρίο όπου ο Κύριος εμπιστεύεται στον Πέτρο τη θεμελίωση της Εκκλησίας Του. Στο κήρυγμα εκείνο αντέκρουσε με ιδιαίτερη οξύτητα τα επιχειρήματα που συνιστούν το παπικό πρωτείο και αποστόμωσε όσους πίστευαν τις παπικές αξιώσεις. Το κήρυγμά του προκάλεσε τη μήνι των λατινοφρόνων με προεξάρχοντα τον Αθανάσιο τον Κύπριο, ο οποίος αργότερα του απάντησε εγγράφως.
Εκείνος το χίλια εξακόσια πενήντα πέντε κυκλοφόρησε πραγματεία με τον αντιορθόδοξο τίτλο Αντιπατελλάριον για να ανατρέψει τις θεολογικές θέσεις του αγίου. Μετά τη νέα έκπτωσή του από τον θρόνο, ο Αθανάσιος μετέβη στη Ρωσία και αργότερα στο Ιάσιο της Ρουμανίας. Στη Ρωσία άσκησε σημαντικό ιεραποστολικό έργο και έντονη αντιλατινική δράση, πράγμα που δικαιολογεί την ξεχωριστή τιμή των Ρώσων στο πρόσωπό του. Απεβίωσε στις πέντε Απριλίου του έτους χίλια εξακόσια πενήντα τέσσερα, στη Μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος του Λούμπνι.
Η μονή αυτή βρισκόταν στην περιοχή του Χάρκοβο της σημερινής Ουκρανίας και τον ενταφίασε καθήμενο, σύμφωνα με το αρχαίο τυπικό της Ανατολικής Εκκλησίας. Ο τάφος του αναδείχθηκε αμέσως πηγή αγιάσματος και πολλών θαυμαστών ιαμάτων για όσους πιστούς προσέρχονταν με ευλάβεια. Η Ρωσική Εκκλησία αναγνώρισε επίσημα την αγιότητά του την πρώτη Φεβρουαρίου του χίλια εξακόσια εξήντα δύο και έκανε την ιερή ανακομιδή των λειψάνων. Όρισε ως ημερομηνία εορτής του τη δεύτερη Μαΐου, ενώ αργότερα η μνήμη του εορτάστηκε και στις είκοσι μία Αυγούστου.
Στις είκοσι μία Αυγούστου του χίλια εννιακόσια ενενήντα τρία η Αξός υπεδέχθη μικρό τεμάχιο του ιερού λειψάνου του από το Χάρκοβο. Ταις πρεσβείαις του αγίου Αθανασίου του Πατελλάρου, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.