Όσιος Κορνήλιος Ηγούμενος Της Μονής Κομέλ Στην Βολογκντά

Εικόνα: Όσιος Κορνήλιος Ηγούμενος Της Μονής Κομέλ Στην Βολογκντά

Φορώντας βαριές σιδερένιες αλυσίδες κάτω από το ράσο του, ο νεαρός μοναχός ξεκίνησε τους ασκητικούς του αγώνες. Ζύμωνε ασταμάτητα τα ψωμιά της αδελφότητος μέσα στον αναμμένο φούρνο της Λαύρας ως πρώτη εξαιρετικά δύσκολη υπακοή του. Στις ώρες της αναπαύσεώς του δεν αναζητούσε ξεκούραση, αλλά αντέγραφε επίμονα τα ιερά εκκλησιαστικά βιβλία προς ωφέλεια των αδελφών. Ο Όσιος Κορνήλιος του Κομέλ καταγόταν από την επιφανή και αρχοντική οικογένεια των βογιάρων Κριούκωφ, η οποία υπηρετούσε με αφοσίωση τους πρίγκιπες της Μόσχας.

Ο μεγαλύτερος αδελφός του Λουκιανός υπηρέτησε για πολλά χρόνια στην βασιλική αυλή του Μεγάλου Πρίγκιπα της Μόσχας. Όταν ο Λουκιανός γέρασε αρκετά και αποφάσισε να εγκαταλείψει τον κόσμο, μετέβη στο μοναστήρι του Αγίου Κυρίλλου της Λευκής Λίμνης. Τον ακολούθησε εκεί ο μικρότερος Κορνήλιος, ο οποίος ποθούσε τον μοναχικό βίο από νωρίς στην νεαρή ηλικία του. Μετά την ιερή κουρά του στον αγγελικό μοναχικό βίο, ο νεαρός Κορνήλιος ξεκίνησε σκληρά την ασκητική του διακονία.

Φορώντας βαριές σιδερένιες αλυσίδες εργαζόταν στον φούρνο της Λαύρας, υπομένοντας τον σωματικό κόπο για την αγάπη του Κυρίου. Στις ώρες της αναπαύσεώς του ασχολείτο επίμονα με την προσεκτική και επιμελημένη αντιγραφή των ιερών εκκλησιαστικών βιβλίων. Από βαθύ πόθο για την μοναχική ησυχία και απομόνωση, εγκατέλειψε τελικά το μοναστήρι του Αγίου Κυρίλλου της Λευκής Λίμνης. Επισκέφθηκε στην συνέχεια την ξακουστή πόλη του Ροστώβ και στο Νόβγκοροντ, όπου ο Άγιος Γεννάδιος προσπάθησε ανεπιτυχώς να τον κρατήσει.

Ο σιωπηλός ασκητής εγκαταστάθηκε σε ερημικό και αποκομμένο τόπο κοντά στο Νόβγκοροντ, αναζητώντας την ποθητή πνευματική ησυχία και μόνωση. Όταν όμως άνθρωποι άρχισαν να επισκέπτονται και αυτό το μέρος, μετακινήθηκε στην απομονωμένη μονή Σαββατίεβα του Τβέρ. Αργότερα, στο έτος χίλια τετρακόσια ενενήντα επτά, εγκαταστάθηκε στο πυκνό δάσος του Κομέλ κοντά στην πόλη της Βολογκντάς. Έκτισε μόνος του εκεί ένα ταπεινό κελί και ξεκίνησε καινούργια ησυχαστική ζωή με νηστεία και αδιάλειπτη προσευχή.

Σταδιακά μοναχοί άρχισαν να συγκεντρώνονται γύρω από το ταπεινό του κελί, αναζητώντας πνευματική καθοδήγηση και πατρική φροντίδα. Στο έτος χίλια πεντακόσια ένα έκτισε ξύλινο ναό αφιερωμένο στα Εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου εις τον ναό. Την ίδια χρονιά ο Μητροπολίτης της Μόσχας Σίμων τον χειροτόνησε ιερομόναχο, χαρίζοντάς του την επίσημη ιερατική Χάρη του Θεού. Στο έτος χίλια πεντακόσια δώδεκα, όταν ο αριθμός των αδελφών είχε αυξηθεί σημαντικά, ο Άγιος έκτισε λίθινο ναό.

Συνέταξε επίσης κανόνα ζωής για τους αδελφούς, βασισμένο πάνω στους κανόνες του Ιωσήφ του Βολοκολάμσκ και του Νείλου της Σόρας. Αυτό υπήρξε ο τρίτος μοναστικός κανόνας που γράφτηκε από Ρώσο άγιο μέσα στην παράδοση της εκεί Εκκλησίας. Ο Όσιος Κορνήλιος του Κομέλ διακρινόταν για την μεγάλη φιλανθρωπία του απέναντι σε όλους τους δυστυχισμένους και ταλαίπωρους ανθρώπους. Σε εποχή σοβαρού λιμού οικοδόμησε μάλιστα ορφανοτροφείο μέσα στον αυλόγυρο του μοναστηριού για να βοηθήσει τα ορφανά παιδιά.

Λόγω της μεγάλης αγάπης του προς τους φτωχούς και ορφανούς, αξιώθηκε από τον Θεό να βλέπει επανειλημμένα οράματα του Μεγάλου Αντωνίου. Είχε μάλιστα ιδιαίτερη και βαθιά ευλάβεια προς τον γέροντα ασκητή, στον οποίο αφιέρωσε ναό μέσα στο μοναστήρι του Κομέλ. Η αυστηρότητα της ασκητικής ζωής του προκάλεσε δυστυχώς γογγυσμό σε ορισμένους από τους αδελφούς του μοναστηριού. Έτσι ο Άγιος αναγκάστηκε με συνεχή πόνο ψυχής να εγκαταλείψει το αγαπημένο του μοναστήρι του Κομέλ.

Εγκαταστάθηκε τότε στην μακρινή και απομονωμένη Λίμνη Σούρσκ, σε απόσταση εβδομήντα βερστίων από το αρχικό του μοναστήρι. Κατά καιρούς διέμενε επίσης στην ευλογημένη Λαύρα της Αγίας Τριάδος του Αγίου Σεργίου του Ραντονέζ του θαυματουργού. Μεσιτεύοντας υπέρ των μοναχών της μονής Κορνηλίεβ, ο Μέγας Πρίγκιπας Βασίλειος Ιβάνοβιτς παρακάλεσε τον Άγιο να επιστρέψει στους αδελφούς. Ο σεβάσμιος ασκητής ενέδωσε στις πιεστικές παρακλήσεις του Μεγάλου Πρίγκιπα και επέστρεψε γαλήνια στο αγαπημένο του μοναστήρι.

Παρέδωσε όμως αμέσως την ηγουμενία στον δοκιμασμένο μαθητή του Λαυρέντιο και κλείστηκε με ησυχία στο ταπεινό του κελί. Όταν στην συνέχεια οι Τάταροι εισέβαλαν επιθετικά στην ευρύτερη περιοχή της Βολογκντάς, ο Άγιος μετέβη με τους αδελφούς προς την Λευκή Λίμνη. Ο Όσιος Κορνήλιος ο μέγας ασκητής εκοιμήθη ειρηνικά σε ηλικία ογδόντα δύο ετών στις δεκαεννιά Μαΐου του χίλια πεντακόσια τριάντα επτά. Πολλοί από τους μαθητές του δοξάστηκαν ομοίως από την Εκκλησία για την προσωπική αγιότητα του βίου τους. Με τις πρεσβείες του Οσίου Κορνηλίου ηγουμένου του Κομέλ, αξίωσε και εμάς, Κύριε, της επουρανίου σου βασιλείας.