Όσιος Θεοφάνης Ο Μυροβλύτης Επίσκοπος Σολέας Αρχιεπίσκοπος Κύπρου

Εικόνα: Όσιος Θεοφάνης Ο Μυροβλύτης Επίσκοπος Σολέας Αρχιεπίσκοπος Κύπρου

Στη Μονή του Μέσα Ποταμού στα βουνά του Τροόδους ένας πρώην επίσκοπος εγκατέλειψε τον αρχιερατικό θρόνο και ξανάγινε ταπεινός μοναχός. Ο Άγιος Θεοφάνης ο Μυροβλύτης, παραίτησε εκουσίως την επισκοπική εξουσία μετά από αναπάντεχο και βαρύτατο γεγονός μέσα στην εκκλησιαστική του διακονία. Έζησε στην Κύπρο κατά τους χρόνους της κατοχής της νήσου από τους Ενετούς, μεταξύ του χίλια τετρακόσια ογδόντα εννέα και του χίλια πεντακόσια εβδομήντα ένα. Τα νεανικά του χρόνια παραμένουν σιωπηλά ως προς τους γονείς του, την κατά κόσμο καταγωγή και τη μόρφωση που έλαβε.

Οι λίγες γνωστές μαρτυρίες είναι σημαντικές, γιατί προέρχονται από έναν σύγχρονο του Οσίου και αυτόπτη μάρτυρα. Ο Στέφανος Λουζινιανός, ιερωμένος δομινικανός μοναχός και βικάριος της λατινικής αρχιεπισκοπής Κύπρου, παρευρέθηκε στην εκταφή του τιμίου λειψάνου. Στο έργο του «Η Χωρογραφία της Νήσου Κύπρου», το οποίο θεωρείται σημαντική πηγή για τη μεσαιωνική ιστορία της Κύπρου, διέσωσε τα στοιχεία. Το συγκεκριμένο έργο εκδόθηκε πρώτα στην ιταλική γλώσσα το χίλια πεντακόσια εβδομήντα τρία και έπειτα στη γαλλική.

Η δεύτερη γαλλική έκδοση του χίλια πεντακόσια ογδόντα είναι περισσότερο επιμελημένη και συμπληρώνει την προηγούμενη ιταλική. Ο Άγιος Θεοφάνης από νεαρή ηλικία αγάπησε υπερβολικά τον Χριστό και αποφάσισε να εγκαταλείψει εντελώς τον κόσμο. Έγινε μοναχός και άρχισε να ζει στη Μονή των Μαγγάνων, η οποία βρισκόταν μέσα στην πόλη της Λευκωσίας. Η Μονή των Μαγγάνων ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο τον Τροπαιοφόρο και υπήρχε στη Λευκωσία ήδη από τα πρώιμα βυζαντινά χρόνια.

Την ανακαίνισε όμως το χίλια τετρακόσια πενήντα τρία η Ελένη Παλαιολογίνα, σύζυγος του βασιλιά της Κύπρου Ιωάννη του δευτέρου. Σκοπός της ανακαινίσεως ήταν να στεγασθούν στη μονή οι ιερωμένοι που είχαν καταφύγει στην Κύπρο μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Το χίλια πεντακόσια εξήντα επτά οι Ενετοί κατεδάφισαν τη μονή κατά τη διάρκεια της οικοδομήσεως των νέων οχυρώσεων της Λευκωσίας. Η ζωή του μοναχού Θεοφάνη ήταν υποδειγματική σε όλες τις πτυχές της και αποτελούσε φωτεινό παράδειγμα για τους αδελφούς.

«Όσον αφορά στον βίο του, δεν θα μπορούσε κανείς να βρει κάτι μεμπτό», γράφει το βιογραφικό σημείωμα. Παρά το γεγονός ότι έκρυβε τις αρετές του ζώντας μέσα στην αφάνεια και την ταπείνωση, ο Κύριος τον φανέρωσε στους ανθρώπους. Έτσι οδήγησε τους επισκόπους της εποχής να τον εκλέξουν, παρά τη θέλησή του, ως αρχιεπίσκοπο της Κύπρου. Το ύψιστο αυτό αξίωμα ο Θεοφάνης το αποδέχθηκε με μεγάλη δυσκολία και έπειτα από έντονο εσωτερικό αγώνα ταπεινοφροσύνης.

Επειδή στη Λευκωσία, πρωτεύουσα της Κύπρου, ήταν εγκατεστημένος ο λατίνος αρχιεπίσκοπος, ο Άγιος έλαβε ιδιαίτερο τίτλο. Έφερε λοιπόν τον τίτλο επίσκοπος Σολέας και διοικητής των Ελλήνων της Λευκωσίας κατά τους ταραγμένους εκείνους καιρούς. Έτσι διακονούσε διακριτικά τον υπόδουλο ορθόδοξο πληθυσμό μέσα στις δύσκολες συνθήκες της λατινικής κυριαρχίας στη νήσο. Οι ορθόδοξοι Έλληνες επίσκοποι την εποχή της Ενετοκρατίας δεν επιτρεπόταν να μένουν στις μεγάλες πόλεις της Κύπρου, όπου ήταν οι έδρες τους.

Αναγκάζονταν να μένουν σε χωριά της υπαίθρου, μακριά από τα διοικητικά κέντρα και τις παλαιές μητροπολιτικές τους έδρες. Επί Τουρκοκρατίας οι ιεράρχες επέστρεψαν στις πόλεις τους, ο αρχιεπίσκοπος από τη Σολέα στη Λευκωσία και ο Πάφου στο Κτήμα. Ο Άγιος Θεοφάνης αποχωρίστηκε την ποθητή ησυχία και αμεριμνία του μοναχικού πολιτεύματος και ακολούθησε με υπακοή το θέλημα του Θεού. Αυτό εκφράστηκε εκείνη τη στιγμή με την εκλογή του ως αρχιερέα της ορθοδόξου εκκλησίας μέσα στις ξένες κατοχές.

Η φράση «διοικητής των Ελλήνων της Λευκωσίας» στον τίτλο του φανερώνει την περιορισμένη εξουσία που του παραχωρούσαν οι Ενετοί. Είχε δικαίωμα να ρυθμίζει μερικά μόνο από τα εσωτερικά θέματα και προβλήματα των υποδούλων Ελλήνων χριστιανών της Κύπρου. Ο χρόνος της παραμονής του στο επισκοπικό αξίωμα και το ακριβές εύρος της δραστηριότητάς του δεν σώζονται με σαφήνεια. Ένα αναπάντεχο και ασυνήθιστο περιστατικό τον οδήγησε αργότερα να υποβάλει την παραίτησή του από την υψηλή αυτή θέση.

Μία ημέρα ο Άγιος επέπληξε τον οικονόμο της επισκοπής, δηλαδή τον ανώτερο εκκλησιαστικό αξιωματούχο μετά τον επίσκοπο. Είχε σφάλει σε κάτι ο οικονόμος και ο Άγιος, ως υπεύθυνος ποιμενάρχης, του υπενθύμισε με αυστηρότητα την εκκλησιαστική τάξη. Ο οικονόμος όμως, ο οποίος ήταν άκρως υπερήφανος και θρασύς άνθρωπος, χαστούκισε τον επίσκοπο μπροστά στα μάτια του παρισταμένου λαού. Ο Άγιος επίσκοπος, βλέποντας τη σοβαρή και δυσάρεστη πράξη απέναντι στο πρόσωπό του, θεώρησε τον εαυτό του εντελώς ανάξιο για τη θέση.

Πήγε λοιπόν να συναντήσει τον λατίνο αρχιεπίσκοπο και κατέθεσε στα χέρια του την παραίτησή του από το επισκοπικό αξίωμα. Ικέτευσε με δάκρυα να γίνει δεκτή η παραίτησή του και αρχικά συνάντησε άρνηση από τις ενετικές αρχές της εποχής. Δείγμα του σεβασμού που έτρεφαν προς το πρόσωπό του και της αναγνώρισης της αρετής του ήταν η αρχική αυτή άρνηση. Μετά όμως από την επιμονή του Αγίου την έκαναν τελικά δεκτή και ο Θεοφάνης ελευθερώθηκε από το βαρύ φορτίο.

Ο άκακος, ανεξίκακος και πράος επίσκοπος δεν θύμωσε ούτε ζήτησε εκδίκηση ή τιμωρία του οικονόμου για την ασέβειά του. Θεώρησε λόγω της μεγάλης ταπεινοφροσύνης του τον εαυτό του ανάξιο να κατέχει τη θέση του ορθοδόξου επισκόπου. Η στάση του αυτή φανερώνει το ύψος της αρετής και της αληθινής αγιότητάς του ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων. Μετά την αποδοχή της παραιτήσεώς του ικανοποίησε την εσωτερική του επιθυμία για ησυχαστική ζωή σε απομονωμένο τόπο.

Έφυγε μακριά από τους κοσμικούς θορύβους των πόλεων, καταφεύγοντας σε μονή στον Μέσα Ποταμό, στα βουνά του Τροόδους. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Αρχιμανδρίτη Νικοδήμου, Εξάρχου της Μητροπόλεως Κιτίου, ο Άγιος διετέλεσε ηγούμενος της μονής. Έπειτα ανέβηκε και κατοίκησε σε κελί ογδόντα επτά μέτρα ψηλότερα από τη μονή και η τοποθεσία ονομάστηκε «Μονή του Γουμένου». Εκεί έζησε ο Άγιος μόνος μια ζωή πλήρους αγιότητος και ο φιλάνθρωπος Κύριος του χάρισε το χάρισμα της θαυματουργίας μετά την κοίμησή του.

Από τον βίο του διασώζεται το εξής χαρακτηριστικό περιστατικό για την ταπείνωσή του και την πνευματική του διάκριση. Μία νύχτα είδε σε όνειρο ότι ένας φίλος του έφερνε δοχείο γεμάτο με αρωματικό μέλι ως δώρο. Το πρωί μόλις ξύπνησε, ήλθε πραγματικά ο φίλος του φέρνοντας το δοχείο γεμάτο μέλι, όπως ακριβώς είχε δει στο όνειρο. Ο επίσκοπος, αφού ευγενικά και με ευγνωμοσύνη αποδέχθηκε το μέλι, στη συνέχεια το έχυσε προσεκτικά στον τοίχο. Είπε στον φίλο του ότι το έκανε αυτό, διότι δεν ήθελε να αφήσει τον διάβολο να τον κάνει να πιστεύει στα όνειρα.

Η αντιμετώπιση του πειρασμού αυτού φανερώνει το βάθος της πνευματικής εργασίας και της ασκητικής διακρίσεως του Αγίου. Ο Όσιος εκοιμήθη με οσιακό τέλος και ο Νεόφυτος Ρόδινος αναφέρει ότι «ο Θεοφάνης μοναχός απέθανε εις τους χίλιους πεντακόσιους πενήντα». Μετά από τέσσερα ή έξι χρόνια έγινε ανακομιδή του λειψάνου του, το οποίο βρέθηκε άφθαρτο και ευωδίαζε. Το ιερό λείψανο τοποθετήθηκε στο καθολικό της μονής και η τιμία του κάρα τοποθετήθηκε σε ασημένια θήκη.

Το χίλια εννιακόσια ενενήντα εννέα στο ναό του χωριού Τρεις Ελιές εντοπίστηκε εικόνα του έτους χίλια εξακόσια ογδόντα εννέα. Φέρει επιγραφή «Ο Άγιος Θεοφάνης ο Νέος» και απεικονίζει τον Όσιο ως επίσκοπο με αρχιερατική ενδυμασία στο χρώμα. Με τις πρεσβείες του Οσίου Θεοφάνους Επισκόπου Σολέας, Κύριε, αξίωσε κι εμάς της επουράνιας σου βασιλείας.