Όσιοι Νεκτάριος Και Θεοφάνης Οι Αυτάδελφοι Κτήτορες Της Μονής Βαρλαάμ Μετεώρων

Εικόνα: Όσιοι Νεκτάριος Και Θεοφάνης Οι Αυτάδελφοι Κτήτορες Της Μονής Βαρλαάμ Μετεώρων

Ένα υπέρλαμπρο και διαυγέστατο αστέρι στάθηκε πάνω από το κελί του Οσίου Θεοφάνους κατά τη στιγμή της οσιακής του κοιμήσεως. Έλαμπε υπερκόσμια το θαυμαστό αυτό αστέρι μέχρι τη δύση του ηλίου, οπότε έσβησε ταυτόχρονα με την έξοδο της ψυχής του Αγίου. Οι Άγιοι αυτάδελφοι ιερομόναχοι Νεκτάριος και Θεοφάνης ήταν γέννημα και θρέμμα του αρχοντικού οίκου των Αψαράδων στα Ιωάννινα. Ο οίκος αυτός των Αψαράδων διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στη ζωή της ηπειρωτικής πρωτεύουσας κατά τη διάρκεια των ταραγμένων εκείνων αιώνων.

Αρχικά το επώνυμο ξεκίνησε ως Οψαράς και σήμαινε τον ιχθυοπώλη, από το «όψον» που εξελίχθηκε σε «οψάριον» και «ψάρι». Οι δύο Όσιοι γεννήθηκαν στα Ιωάννινα στα τέλη του δεκάτου πέμπτου αιώνος και έλαβαν αξιόλογη παιδεία στη μονή των Φιλανθρωπηνών. Ηγούμενος της φημισμένης μονής εκείνη την εποχή ήταν ο Όσιος Μακάριος ο Φιλανθρωπηνός, σπουδαίος πνευματικός πατέρας της Ηπείρου. Όμως τα πλούτη, η δόξα και η ικανή μόρφωση στάθηκαν αδύνατα να νικήσουν τη θεϊκή τους αγάπη και τον πόθο.

Σε πολύ νεαρή ηλικία, οιστρηλατημένοι από τον θείο έρωτα, κατέφυγαν στον αυστηρό μοναχισμό της εποχής τους. Δικαίωσαν με την επιλογή τους τον χαρακτηρισμό της Ηπειρωτικής πρωτεύουσας ως Μοναχοπόλεως, διότι πολλοί νέοι ακολούθησαν παρόμοιο δρόμο. Το ιερό μοναχικό σχήμα περιεβλήθησαν περί το χίλια τετρακόσια ενενήντα πέντε από κάποιον Όσιο γέροντα ονόματι Σάββα της εποχής. Ο γέροντας Σάββας τιμάται από την Εκκλησία στις τρεις Φεβρουαρίου ως άγιος της ηπειρωτικής μοναστικής παραδόσεως.

Οι δύο αδελφοί έμειναν κοντά στον Σάββα δέκα ολόκληρα χρόνια στο ασκητήριο του Τιμίου Προδρόμου της νήσου των Ιωαννίνων. Συνέλεξαν εκεί τους πολυτίμους καρπούς της ησυχαστικής ζωής και ο γέροντάς τους εκοιμήθη στις εννέα Απριλίου του χίλια πεντακόσια πέντε. Μετά την κοίμηση του πνευματικού τους πατέρα Σάββα αναχώρησαν για το Άγιον Όρος, στην αστείρευτη πηγή του ορθοδόξου μοναχισμού. Ζητούσαν να αντλήσουν εκεί νέα στηρίγματα και πνευματικές οδηγίες για την κατοπινή τους μοναχική πορεία στα Ιωάννινα.

Στο «Περιβόλι της Παναγίας» έγιναν δεκτοί από τον πρώην Οικουμενικό Πατριάρχη Νήφωνα τον δεύτερο, ο οποίος μόναζε στη μονή Διονυσίου. Ο Πατριάρχης Νήφων είχε εκλεγεί για τρίτη φορά Πατριάρχης το χίλια πεντακόσια δύο, αλλά μόναζε ταπεινά στο Άγιον Όρος. Κατά το διάστημα της σύντομης παραμονής τους στη μονή Διονυσίου ζήτησαν και έλαβαν από τον φωτισμένο πνευματικό τους καθοδηγητή ξεχωριστές οδηγίες. Ο Πατριάρχης τους έδωσε «όρο και κανόνα μοναχικής καταστάσεως» και τους όπλισε με τα απαραίτητα εφόδια για τη σωτηρία τους.

Στη συνέχεια τους συμβούλεψε να επιστρέψουν στο κελί της μετανοίας τους και να συνεχίσουν εκεί τους ασκητικούς αγώνες. Υπακούοντας στις παραινέσεις και τις πατρικές εντολές του Πατριάρχου, ο οποίος στάθηκε γι' αυτούς δεύτερος πνευματικός πατέρας, γύρισαν στα Ιωάννινα. Έδωσαν την υπόσχεση ότι δεν θα παρέκλιναν από όσα τους είχε παραγγείλει ο γέροντάς τους Νήφων κατά την παραμονή τους. Ο Πατριάρχης τους τιμάται από την Εκκλησία στις ένδεκα Αυγούστου ως μέγας άγιος της ορθοδόξου παραδόσεως.

Επειδή όμως βρήκαν το παλαιό κελί τους κατειλημμένο από κάποιους κοσμικούς άρχοντες, οι οποίοι μάλιστα προέβαλαν κτιτορικά δικαιώματα, αναγκάστηκαν να φύγουν. Κατέφυγαν στα ενδότερα μέρη του νησιού και βρήκαν τόπο κατάλληλο για ησυχία και άσκηση κοντά σε ερειπωμένο ησυχαστήριο του Αγίου Παντελεήμονος. Αυτό ήταν κτισμένο σε σπηλιά επάνω από τη λίμνη, όπου τα νερά είχαν εισχωρήσει μέσα στην κοιλότητα του βράχου σχηματίζοντας πελώρια «Γούβα». Πριν πολλά χρόνια είχε αγιάσει σε αυτόν τον τόπο ένας περίφημος για την άσκησή του ερημίτης ονόματι Αντώνιος.

Δεκαοκτώ χρόνια είχε μείνει έγκλειστος ο Αντώνιος στο κελί του και είχε προικισθεί από τον Θεό με διορατικό χάρισμα. Οι Όσιοι αμέσως επισκέφθηκαν τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων και έλαβαν την ευλογία του και την έγγραφη άδεια για ανέγερση νέου ησυχαστηρίου. Για περισσότερη ασφάλεια ζήτησαν και την έγκριση του Οικουμενικού Πατριάρχου Παχωμίου του πρώτου, ο οποίος πατριάρχευσε σε δύο περιόδους. Εκείνος με ιδιόγραφο πατριαρχικό γράμμα στήριξε τις προσπάθειές τους και ενίσχυσε τη βεβαιότητά τους ότι κανείς δεν θα τους εμπόδιζε.

Αφού εξασφάλισαν τις απαιτούμενες άδειες προχώρησαν αμέσως στην ανέγερση ναού και κελιών μέσα στο νησί των Ιωαννίνων. Η κτιτορική δημιουργία στην πράξη αποδείχθηκε ένας μεγάλος και κοπιαστικός αγώνας για τους δύο αυτάδελφους ιερομονάχους. Όλη την ημέρα δούλευαν για να κόψουν μεγάλο τμήμα βράχου και να γεμίσουν με χώμα και πέτρες τη γούβα. Τελικά το χίλια πεντακόσια έξι ή επτά ανήγειραν με προσωπικά τους έξοδα τον ναό του Τιμίου Προδρόμου με ασκητικό κόπο.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα περατώθηκε επίσης η ανέγερση των κελιών και των λοιπών απαραίτητων οικοδομών της νεοσύστατης μονής. Οι ιερομόναχοι Νεκτάριος και Θεοφάνης ήταν επίσης κτίτορες ενός ακόμη μοναστηριού στην περιοχή του Λεπενού της Ηπείρου. Για τις αδελφές τους και τους γονείς τους ανήγειραν εκεί το μοναστικό ησυχαστήριο του Αγίου Νικολάου με προσωπική φροντίδα. Η μονή Αγίου Νικολάου Λεπενού με τη διαθήκη των κτιτόρων κληροδοτήθηκε αργότερα στην ιερά μονή Βαρλαάμ των Μετεώρων.

Η πορεία των δύο Οσίων συνεχίστηκε με μεγάλες δοκιμασίες και η τελευταία επίθεση εναντίον τους ήταν η πιο επώδυνη. Τα βέλη δεν προέρχονταν από τους αλλόπιστους Τούρκους κατακτητές, αλλά από τους ίδιους τους εκκλησιαστικούς και κοσμικούς άρχοντες του τόπου. Βλέποντας όλη τη δοκιμασία και την κακία των εχθρών να αυξάνεται, ήλθε στον νου τους η συμβουλή του Πατριάρχου Νήφωνος. Εκείνος προορατικά τους είχε πει «Όταν καταλάβει υμάς πειρασμός, μη αντιστείτε» και αυτό μετέφεραν στην πράξη.

Εγκατέλειψαν τη νεόκτιστη μονή τους και μετέβησαν περί το χίλια πεντακόσια δέκα ή ένδεκα στους μετεωρίτικους βράχους. Αναζητούσαν εκεί νέα εστία για την ασκητική τους τελείωση μακριά από τις φιλονικίες των ανθρώπων και τους πειρασμούς. Τους δόθηκε από τους πατέρες της Σκήτης του Μεγάλου Μετεώρου ο στύλος του Τιμίου Προδρόμου και έμειναν εκεί. Παρέμειναν για επτά ολόκληρα χρόνια στον στύλο αυτό του Προδρόμου, ασκούμενοι με μεγάλη υπομονή και αδιάλειπτη προσευχή.

Η στενότητα του βράχου και το ανθυγιεινό κλίμα από τους δυνατούς ανέμους δεν τους επέτρεψε να παραμείνουν περισσότερο εκεί. Από το πλήθος των μετεωρίτικων βράχων τους είλκυσε ένας πλατύς και ευάερος λίθος, αρκετά ευρύχωρος και κατάλληλος για κατοικία. Ο βράχος αυτός ονομαζόταν του Βαρλαάμ από τον πρώτο ερημίτη οικιστή, που είχε σκαρφαλώσει και εγκαταβιώσει στην απάτητη κορυφή. Στον βράχο λοιπόν του Βαρλαάμ ανέβηκαν οι Όσιοι με την άδεια του Μητροπολίτου Λαρίσης Βησσαρίωνος τον Οκτώβριο του χίλια πεντακόσια δεκαεπτά.

Έλαβαν επίσης την άδεια και του τότε καθηγουμένου της ιεράς μονής του Μεγάλου Μετεώρου με μεγάλη ευλάβεια. Αμέσως μετά την ανάβασή τους άρχισαν τις οικοδομικές εργασίες, αφού δεν σώζονταν τίποτε από τα παλαιότερα κτίσματα του βράχου. Με ανεξάντλητους σωματικούς κόπους και ταλαιπωρίες, με την αμέριστη συμπαράσταση των οσίων υποτακτικών τους Βενεδίκτου και Παχωμίου, ολοκλήρωσαν τα έργα. Για περισσότερα από τριάντα χρόνια φύλαξαν απαρασάλευτη την ακολουθία των θείων ύμνων και την ολονύκτια αγρυπνία των Κυριακών.

Το χίλια πεντακόσια σαράντα δύο θεμελίωσαν τον ναό των Αγίων Πάντων και τον ολοκλήρωσαν στις δεκαεπτά Μαΐου του χίλια πεντακόσια σαράντα τέσσερα. Ο Όσιος Θεοφάνης ήταν εκείνη την εποχή ασθενής στο κρεβάτι για δέκα μήνες και βρισκόταν στα πρόθυρα του θανάτου. Με τη δύση του ηλίου η ψυχή του Οσίου Θεοφάνους μετέστη στις αιώνιες μονές, ενώ έσβησε και το υπερφυσικό αστέρι. Έξι χρόνια αργότερα, στις επτά Απριλίου του χίλια πεντακόσια πενήντα, ανεπαύθη και ο Όσιος Νεκτάριος ο αυτάδελφος. Με τις πρεσβείες των Οσίων Νεκταρίου και Θεοφάνους των αυταδέλφων, Κύριε, αξίωσε κι εμάς της επουράνιας σου βασιλείας.