▶Video Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Αγία Ειρήνη η Μεγαλομάρτυς
Ένα άγριο άλογο, λυμένο από τα δεσμά του, ξερίζωσε το δεξί χέρι του πατέρα της και τον ποδοπάτησε μέχρι θανάτου. Μέσα σε πυρακτωμένο χάλκινο ταύρο, που έκαιγε σαν κάρβουνο, ο ίδιος ο ταύρος βάδισε μόνος του και διαλύθηκε, ενώ η κόρη βγήκε άθικτη. Η αγία γεννήθηκε στην πόλη Μαγεδώνα της Περσίας από τον άρχοντα Λικίνιο και τη σύζυγό του Λικινία, οι οποίοι την ονόμασαν αρχικά Πηνελόπη. Όταν ήταν έξι ετών, ο πατέρας της έχτισε γι' αυτήν έναν περίτεχνο πύργο μακριά από την πόλη, για να μην έλθει σε επαφή με τους χριστιανούς.
Έβαλε μέσα στον πύργο δεκατρείς όμορφες παρθένες ως συντροφιά της και πολλά χρυσά είδωλα που θα τη φυλούσαν από κάθε κίνδυνο. Όρισε επίσης τη σεβάσμια γερόντισσα Καρία ως τροφό της και της παρείχε για παιδαγωγό τον γέροντα Απελλιανό, έναν κρυφό χριστιανό. Εκείνος της φανέρωσε σιγά σιγά την πίστη του Χριστού μέσα από τα καθημερινά μαθήματα και της δίδαξε γράμματα και αρετές. Τα έπιπλα, οι λυχνίες, τα τραπέζια και τα σκεύη ήταν χρυσά και πανάκριβα, για να ταιριάζουν στην αρχοντική θυγατέρα.
Έτσι περνούσε η Πηνελόπη τα παιδικά της χρόνια ανάμεσα στις δεκατρείς παρθένες μέσα σε μια χρυσή φυλακή. Τρεις χιλιάδες πεντακόσιοι εργάτες και τριακόσιοι επιστάτες είχαν χρειαστεί δέκα μήνες για να χτίσουν αυτόν τον περίτεχνο πύργο. Όταν συμπλήρωσε τα δώδεκα χρόνια της, ο Λικίνιος σκέφτηκε να την παντρέψει με κάποιον από τους γιους των γειτονικών αρχόντων που είχε ξεχωρίσει. Μια ημέρα μπήκαν θαυμαστά στον πύργο της τρία διαφορετικά πουλιά, το ένα μετά το άλλο μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα.
Πρώτο ένα περιστέρι έφερε στο ράμφος του ένα κλαδί ελιάς και το άφησε επάνω στο τραπέζι του δωματίου της. Έπειτα ένας αετός μπήκε κρατώντας στεφάνι από διάφορα λουλούδια και το ακούμπησε στο ίδιο τραπέζι, δίπλα στο κλαδί της ελιάς. Τέλος ένα κοράκι μπήκε από άλλο παράθυρο και έριξε επάνω στο τραπέζι ένα μικρό φίδι, πριν φύγει βιαστικά μακριά. Η Πηνελόπη ταράχτηκε από αυτό το θαυμαστό σημάδι και ζήτησε αμέσως εξήγηση από τον δάσκαλό της.
Ο γέρων Απελλιανός, που είχε προφητικό χάρισμα, της ερμήνευσε ότι το περιστέρι σήμαινε την πραότητα, την ταπείνωση και την παρθενία της. Το κλαδί της ελιάς συμβόλιζε τη χάρη του Θεού που σύντομα θα την έβρισκε μέσω του βαπτίσματος. Ο αετός φανέρωνε τη νίκη της επάνω στα πάθη και στους αόρατους εχθρούς της ψυχής της. Το στεφάνι των λουλουδιών έδειχνε την ανταπόδοση που θα έπαιρνε από τον Χριστό μέσα στην ουράνια βασιλεία.
Το κοράκι με το μικρό φίδι παρουσίαζε τον διάβολο και τους σκληρούς διωγμούς που θα έρχονταν επάνω της. Ο γέροντας πρόσθεσε ότι ο μεγάλος ουράνιος Βασιλέας ήθελε να την αρραβωνιαστεί ως αιώνια νύφη του και να την οδηγήσει στο μαρτύριο. Η κόρη φύλαξε τα λόγια αυτά μέσα στην καρδιά της και ζήτησε από τον πατέρα της επτά ημέρες σκέψης για την απόφαση. Εκείνη τη νύχτα έπεσε σε ύπνο και άγγελος Κυρίου της φανέρωσε ότι δεν θα λεγόταν πια Πηνελόπη αλλά Ειρήνη.
Της προφήτευσε ότι θα γινόταν ειρηνικό λιμάνι για χιλιάδες ψυχές και ότι σύντομα θα ερχόταν ο πρεσβύτερος Τιμόθεος. Ο Τιμόθεος είχε χειροτονηθεί από τον απόστολο Παύλο και μετέφερε τις επιστολές του στις εκκλησίες. Πράγματι εκείνος ανέβηκε στον πύργο οδηγημένος από άγγελο και δίδαξε την κόρη μαζί με τις δεκατρείς παρθένες. Τη βάπτισε στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και της έδωσε το όνομα Ειρήνη.
Της παρήγγειλε να φυλάξει αλώβητη την παρθενία της και την προετοίμασε με στερεά λόγια για τον μαρτυρικό αγώνα. Μετά τη βάπτισή της εκείνη πέταξε ένα προς ένα τα χρυσά είδωλα από το παράθυρο του πύργου. Όταν ο πατέρας επέστρεψε ύστερα από επτά ημέρες, του ομολόγησε με θάρρος την πίστη της στον αληθινό Χριστό. Η μητέρα της δέχθηκε γρήγορα την αλήθεια, ενώ ο πατέρας οργίστηκε φοβερά εναντίον της και ζήτησε τιμωρία.
Ο Λικίνιος διέταξε να ρίξουν τη δεμένη κόρη του κάτω από τις οπλές αγρίων ίππων, για να την ποδοπατήσουν. Ένα από τα άλογα όμως όρμησε καταπάνω στον ίδιο τον άρχοντα, του ξερίζωσε το χέρι και τον σκότωσε μπροστά σε όλους. Άλλο άλογο μίλησε ξαφνικά με ανθρώπινη φωνή και μακάρισε την κόρη ως αληθινή περιστερά του Χριστού επάνω στη γη. Η Ειρήνη γονάτισε ταπεινά και ανέστησε με την προσευχή της τον νεκρό πατέρα της, θεραπεύοντας μαζί και το χέρι.
Σχεδόν τρεις χιλιάδες άνθρωποι πίστεψαν εκείνη την ημέρα στον Χριστό, μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα της. Ο Λικίνιος εγκατέλειψε την εξουσία του και πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του σε μετάνοια μέσα στον πύργο. Έπειτα η Ειρήνη έμεινε στο σπίτι του Απελλιανού και κήρυττε καθημερινά την πίστη στον λαό της Μαγεδώνας. Ο νέος ηγεμόνας ονόματι Σεδεκίας την έριξε σε λάκκο γεμάτο φίδια, όμως παρέμεινε δέκα ημέρες αβλαβής με άγγελο φύλακα.
Έπειτα οι δήμιοι τη δέσμευσαν σε δέντρο και προσπάθησαν να την πριονίσουν με τρία διαδοχικά σιδερένια πριόνια, χωρίς αποτέλεσμα. Όταν ο Θεός έστειλε αστραπή, βροντή και χαλάζι από τον ουρανό, οκτώ χιλιάδες ειδωλολάτρες προσήλθαν στην πίστη. Στον τροχό του νερόμυλου το ορμητικό ρεύμα στάθηκε σαν στερεή πέτρα και την άφησε εντελώς άθικτη. Ο εξοργισμένος λαός λιθοβόλησε τότε τον Σεδεκία και τον έδιωξε ντροπιασμένο από την πόλη, εξαιτίας των μάταιων βασανιστηρίων.
Ο γιος του ο Σαβάχ μάζεψε στρατό εκατό χιλιάδων ανδρών και πολιόρκησε τη Μαγεδώνα, θέλοντας να εκδικηθεί για τον πατέρα του. Η αγία προσευχήθηκε στον Κύριο και Εκείνος τύφλωσε ολόκληρο τον περσικό στρατό μαζί με τον αρχηγό του. Όταν ο Σαβάχ ζήτησε μετανοημένος έλεος, εκείνη ξανά προσευχήθηκε και ο στρατός θεραπεύθηκε από την τύφλωση. Ωστόσο ο νέος βασιλιάς παρέμεινε στην απιστία και άγγελος Κυρίου τον θανάτωσε εκείνη την ίδια ημέρα.
Από τότε η Ειρήνη κήρυττε μέσα στην πόλη και ανέστησε με την προσευχή της ένα νεαρό αγόρι. Σχεδόν δέκα χιλιάδες κάτοικοι της Μαγεδώνας ασπάστηκαν την αληθινή πίστη του Χριστού μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Έπειτα από τρία χρόνια αναχώρησε για την Καλλίπολη, όπου κυβερνούσε ο Νουμεριανός, συγγενής των προηγούμενων διωκτών της. Εκείνος διέταξε τους δούλους του να ανάψουν τρεις χάλκινους ταύρους στη φωτιά μέχρι να γίνουν σαν κόκκινα κάρβουνα.
Η αγία ρίχτηκε με δεσμά στον πρώτο πυρωμένο ταύρο και ο άγγελος Κυρίου δρόσισε αμέσως τη φλόγα. Μέσα στον δεύτερο πυρωμένο ταύρο έγινε το ίδιο θαύμα και η Ειρήνη βγήκε αναλλοίωτη πάλι. Στο τέλος ο τρίτος ταύρος διαλύθηκε μόνος του και εκατό χιλιάδες ψυχές πίστεψαν τότε στον Χριστό. Ο Νουμεριανός κτυπήθηκε αόρατα από άγγελο Κυρίου και πέθανε σε λίγες ημέρες από φοβερή αρρώστια.
Ο έπαρχός του Βαβδωνός μετέφερε την αγία στην πόλη Κωνσταντίνα, για να μη ξεσηκωθεί ο λαός εναντίον του. Εκεί την έδεσε με αλυσίδες σε σιδερένια σχάρα και έχυσαν λάδι, λίπος και πίσσα επάνω στη φωτιά. Η Ειρήνη όμως ψαλμωδούσε γαλήνια, σαν να την έραινε δροσερή πάχνη, και τα σιδερένια δεσμά έπεσαν μόνα τους. Τότε ο ίδιος ο έπαρχος έπεσε στα πόδια της και ζήτησε να γίνει χριστιανός μαζί με πλήθος λαού.
Έπειτα από πενήντα ημέρες η αγία συνελήφθη από τους στρατιώτες του Σαβορίου στη θρακική Μεσημβρία και αποκεφαλίστηκε. Ο άγγελος Κυρίου την ανέστησε και την έστειλε πίσω στην πόλη, κρατώντας κλαδί ελιάς στο χέρι. Ο τοπικός βασιλιάς πίστεψε αμέσως μόλις την είδε ζωντανή μπροστά του και βαπτίστηκε μαζί με όλους τους κατοίκους. Τέλος η Ειρήνη μεταφέρθηκε με νεφέλη στην Έφεσο, όπου έκανε θεραπείες και έφερε χιλιάδες στην πίστη.
Έχοντας προαίσθηση του τέλους της, μπήκε μόνη της σε έναν καινούργιο τάφο μαζί με τον γέροντα δάσκαλό της Απελλιανό. Παρήγγειλε να σφραγίσουν την είσοδο και να μην ανοίξουν την πέτρα πριν περάσουν τέσσερις ημέρες. Με το αίμα της ποτίστηκε η Εκκλησία· είθε κι εμείς να αντλούμε δύναμη από την αντοχή της.