Αγία Μόνικα μητέρα Αγίου Αυγουστίνου

Εικόνα: Αγία Μόνικα μητέρα Αγίου Αυγουστίνου

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Αγία Μόνικα μητέρα Αγίου Αυγουστίνου

Δεκαέξι ολόκληρα χρόνια έχυνε δάκρυα και προσευχόταν αδιάκοπα, ώσπου ο ειδωλολάτρης σύζυγός της Πατρίκιος δέχθηκε επιτέλους στην καρδιά του τον Χριστό. Έπειτα έκλαψε ακόμη περισσότερο για τον υιό της Αυγουστίνο, που είχε παρασυρθεί στην αίρεση των Μανιχαίων και ζούσε μακριά από την αλήθεια του Ευαγγελίου. Η Αγία γεννήθηκε στην πόλη Ταγάστη της βόρειας Αφρικής το τριακόσια τριάντα δύο, από γονείς ευσεβείς και φιλόθεους Χριστιανούς. Από μικρή ηλικία έμαθε τη νηστεία, την προσευχή και τη φροντίδα για τους πτωχούς, τους ξένους και τους ασθενείς της πόλης.

Όταν έφτασε σε ηλικία γάμου, την έδωσαν νύφη στον εθνικό διοικητή Πατρίκιο, άνθρωπο με εντελώς αντίθετο χαρακτήρα από εκείνον της Αγίας. Εκείνος είχε οξύ θυμό, ζούσε ηθικά παρεκτραπείς και ενοχλείτο πολύ από την αδιάλειπτη προσευχή της συζύγου του. Δεν μπορούσε να κατανοήσει γιατί τόσο συχνά εκείνη επισκεπτόταν τους πάσχοντες, τους φτωχούς και τους αρρώστους της γειτονιάς της. Στην αρχή ούτε καν η πεθερά της τη συμπαθούσε, όμως η Μόνικα την κέρδισε σιγά σιγά με την πραότητα και τη γλυκύτητα του χαρακτήρα της.

Έτσι, μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο εντάσεις και δυσκολίες, εκείνη κράτησε γαλήνη, σιωπή και βαθιά εμπιστοσύνη στον Θεό. Με τα πνευματικά όπλα αυτά αντιμετώπιζε καθημερινά τις πιο σκληρές δοκιμασίες ολόκληρης της οικογενειακής της ζωής. Από τον γάμο αυτόν απέκτησε τρία τέκνα, τον Αυγουστίνο, τον Ναυίγιο και την Περπέτουα, τα οποία αγωνιζόταν να αναθρέψει με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Μεγάλος πόνος ήταν για εκείνη η άρνηση του Πατρικίου να επιτρέψει το άγιο βάπτισμά τους στην ορθή πίστη.

Δεν τον αντιμετώπιζε όμως με αντιδικίες ούτε με σκληρά λόγια, αλλά με πολλή υπομονή, διάκριση και αδιάκοπη προσευχή. Γνώριζε καλά ότι όσα φαίνονται αδύνατα για τους ανθρώπους, γίνονται δυνατά μόνο με τη χάρη του παντοδύναμου Θεού. Έβλεπε καθημερινά τις ηθικές παρεκτροπές του συζύγου της και δεν αντιστεκόταν στη βίαιη ιδιοσυγκρασία του. Σιωπούσε, υπέμενε με καρτερία και παρακαλούσε νύχτα και ημέρα τον Κύριο να φωτίσει την σκληρή καρδιά του.

Στο τέλος ο Θεός εισάκουσε τις δεήσεις της και ο Πατρίκιος, λίγο πριν τον θάνατό του, βαπτίσθηκε χριστιανός με κατάδυση. Κοιμήθηκε ειρηνικά το τριακόσια εβδομήντα ένα, αφήνοντας τη Μόνικα χήρα με μεγάλη όμως πνευματική παρηγοριά μέσα της. Είχε κερδίσει επιτέλους εκείνον τον άντρα που για τόσα ολόκληρα χρόνια την πίκραινε με τη συμπεριφορά του. Τώρα ο αγώνας της θα στρεφόταν ολόκληρος στον υιό της Αυγουστίνο, που είχε φύγει στην Καρχηδόνα.

Εκεί ζούσε με μια νεαρή γυναίκα και απέκτησε μάλιστα από αυτήν παιδί εκτός γάμου, πρόσθετο πόνο για τη μάνα. Στην Καρχηδόνα ο Αυγουστίνος έπεσε στα δίχτυα της αιρετικής σέκτας των Μανιχαίων και απομακρύνθηκε ακόμη περισσότερο από τον Χριστό. Η Μόνικα έφριξε όταν το πληροφορήθηκε και προσπάθησε με κάθε δυνατό τρόπο να τον επαναφέρει στην ορθόδοξη πίστη. Σε όνειρο πήρε φωτισμό από τον Θεό να φέρεται στον υιό της με υπομονή και πραότητα, αποφεύγοντας τις σκληρές αντιπαραθέσεις.

Εκείνος όμως δεν έδινε καμία απολύτως σημασία στα επιχειρήματά της και έμεινε στην πλάνη του για εννέα ολόκληρα χρόνια. Παρά την απογοήτευσή της, η Μόνικα ποτέ δεν τον εγκατέλειψε ψυχικά ούτε σταμάτησε να ελπίζει στο άπειρο έλεος του Κυρίου. Ζήτησε μάλιστα τη βοήθεια ενός επισκόπου, που ο ίδιος είχε υπάρξει κάποτε Μανιχαίος, για να συζητήσει με τον υιό της. Εκείνος αρνήθηκε με ευγένεια, λέγοντας ότι ο νεαρός είναι ακόμη μαγεμένος από τη φρεσκάδα της αίρεσης και δεν θα ακούσει λόγια αντιρρητικά.

Της έδωσε όμως μια θερμή παρηγοριά που έμελλε να μείνει αιώνια χαραγμένη στην εκκλησιαστική μνήμη ως παράκληση. Πήγαινε στον δρόμο σου με την ευλογία του Θεού, της είπε, διότι δεν είναι δυνατόν να χαθεί ο υιός τόσων δακρύων. Η Μόνικα κράτησε τα λόγια αυτά σαν πολύτιμο θησαυρό βαθιά κρυμμένο μέσα στην πονεμένη καρδιά της. Όταν ο Αυγουστίνος έφυγε για τη Ρώμη το τριακόσια ογδόντα τρία και έπειτα πήγε στα Μεδιόλανα ως διδάσκαλος, η μητέρα του τον ακολούθησε χωρίς δισταγμό.

Εκεί ο υιός της συνάντησε τον Άγιο Αμβρόσιο, του οποίου τα φωτεινά κηρύγματα του άγγιξαν βαθιά την ψυχή. Ο επίσκοπος εκτιμούσε την αρετή της Μόνικας και συχνά συνέχαιρε τον Αυγουστίνο για τη μητέρα που είχε. Μια ημέρα ο Αυγουστίνος διάβαζε την Καινή Διαθήκη σε έναν κήπο και έφτασε στους στίχους της προς Ρωμαίους Επιστολής. Συγκλονισμένος αποφάσισε να αποθέσει τα έργα του σκότους και να ενδυθεί τον Κύριο Ιησού Χριστό.

Έτσι βαπτίσθηκε με κατάδυση τη νύχτα του Πάσχα το τριακόσια ογδόντα επτά από τον Άγιο Αμβρόσιο, με τη Μόνικα παρούσα και δοξάζουσα τον Θεό. Σύντομα μητέρα και υιός ξεκίνησαν για να επιστρέψουν στην Αφρική, σταμάτησαν όμως να αναπαυθούν στην πόλη Όστια. Εκεί η Αγία κοιμήθηκε εν Κυρίω σε ηλικία περίπου πενήντα πέντε ή πενήντα έξι ετών, αφού είχε εκπληρώσει τον ιερό σκοπό της. Το άγιο λείψανό της μεταφέρθηκε αργότερα στη Ρώμη και τιμάται ως προστάτιδα όλων των μητέρων που κλαίνε για τα τέκνα τους.

Είθε τα θερμά δάκρυα της Μόνικας να μας θυμίζουν πάντοτε τη μεγάλη δύναμη της επίμονης μητρικής προσευχής.

Το διάβασαν12μοναδικοί αναγνώστες

Στοιχεία βίου

Λέξεις-κλειδιάΑγίες Γυναίκες, Πρώτα Χριστιανικά Χρόνια, Μόνικα, Αυγουστίνου, Ομολογητές, Προσευχή, 4 Μαΐου, Μάιος

Θέματα

Αγίες ΓυναίκεςΠρώτα Χριστιανικά Χρόνια

Εγγραφή στο κανάλι Optiko

Τα στοιχεία αυτά θα χρησιμεύσουν αργότερα για ενημερωτικό υλικό που θα στέλνεται από την ιστοσελίδα μας στο email σας, ώστε να μένετε πάντοτε συνδεδεμένοι με το Optiko και με ό,τι καινούργιο βγαίνει σε αυτό. Το email αποθηκεύεται τοπικά με ασφάλεια και δεν εμφανίζεται δημόσια.