Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Αιμιλιανός ο Μάρτυς της Σιλιστρίας
Με σιδερένιο σφυρί στα χέρια ένας ταπεινός Σλάβος δούλος συνέτριψε τα είδωλα του ναού και έσωσε αθώο πιστό. Ο άγιος μάρτυς Αιμιλιανός υπέφερε για τον Σωτήρα Χριστό κατά τη βασιλεία του Ιουλιανού του Παραβάτου, του ασεβούς αυτοκράτορος. Ο Ιουλιανός ήθελε να ανανεώσει την παλαιά λατρεία των ειδωλικών θεών σε ολόκληρη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Εξέδωσε φοβερό αυτοκρατορικό διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο όσοι χριστιανοί δεν τιμούσαν τα είδωλα θα τιμωρούνταν με σκληρό θάνατο.
Ο άγιος Αιμιλιανός ήταν Σλάβος καταγωγής και ζούσε στη θρακική πόλη του Δοροστόλου, στις όχθες του ποταμού Δουνάβεως. Διετέλεσε δούλος ενός σκληρού και φανατικού ειδωλολάτρου άρχοντα, αλλά ήταν εν κρυπτώ ευλαβής χριστιανός μυστικά πιστός. Σύμφωνα με ορισμένες αρχαίες πηγές ήταν παιδί ενός τοπικού στρατιωτικού αξιωματικού ονόματι Σαββατιανού της ευρύτερης μεθορίου περιοχής. Όταν ο πατέρας του πληροφορήθηκε ότι ο γιος του πίστευε στον Χριστό, εξαγριώθηκε σε μέγιστο βαθμό.
Τον προσέβαλε με αισχρά λόγια και διέταξε να μαστιγωθεί σκληρά ως παράδειγμα για τους άλλους πιστούς. Του υπέδειξε ότι θα τον περίμεναν χειρότερα δεινά αν επιμένει να παραμένει στην ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Όμως ο νέος δεν φοβήθηκε καθόλου τις απειλές αυτές και ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την πίστη του στον Σωτήρα Χριστό. Φλεγόμενος από αληθινή ευσέβεια αποφάσισε να αναλάβει τολμηρό έργο μαρτυρικής ομολογίας στην ίδια την καρδιά της ειδωλολατρίας.
Στην πόλη του Δοροστόλου έφθασε ως ηγεμών ο σκληρός Καπιτωλίνος, ένας ανελέητος βασανιστής και υπηρέτης των ειδωλολατρικών θεών. Φθάνοντας στην πόλη πήγε αμέσως στον ειδωλολατρικό ναό, πρόσφερε θυσία στους δαίμονες και προσκύνησε τα άψυχα είδωλα. Την επόμενη ημέρα εξήλθε στην ανοικτή αγορά της πόλεως και κάθισε σε υψηλό τιμητικό θρόνο για να φοβίσει τους χριστιανούς. Διακήρυξε επίσημα τη βασιλική διαταγή και ανέκρινε με αυστηρότητα αν υπήρχαν στην πόλη αντίθετοι προς τους ειδωλολατρικούς θεούς.
Οι κάτοικοι διαβεβαίωσαν με όρκους ότι όλοι ήταν πιστοί στους θεούς και πρόσφεραν καθημερινές θυσίες προς τιμήν τους. Ο σκληρός ηγεμών χάρηκε υπερβολικά και προσκάλεσε όλους τους επισήμους πολίτες σε λαμπρό συμπόσιο τιμής στον οίκο του. Την ώρα του πολυτελούς συμποσίου ο νεαρός Αιμιλιανός εκμεταλλεύτηκε την ησυχία και εισήλθε αθόρυβα στον ειδωλολατρικό ναό. Είχε πάρει μαζί του ένα στιβαρό σιδερένιο σφυρί και άρχισε αμέσως να συντρίβει τα άψυχα είδωλα στον τόπο.
Έσπασε όλα τα είδωλα σε χίλια κομμάτια, αναποδογύρισε τα ειδωλικά θυσιαστήρια και διασκόρπισε τις προσφερόμενες θυσίες. Σύντριψε επιπλέον τα τεράστια λυχνάρια που στέκονταν εμπρός από τα είδωλα και κατάστρεψε όλη την κακόδοξη ειδωλολατρική επίσημη διακόσμηση. Έπειτα έφυγε με νικηφόρο πνεύμα ως γενναίος αληθινός χριστιανός στρατιώτης, χαίροντας και θριαμβεύοντας μέσα στην ψυχή του. Λίγο αργότερα ένας ειδωλολάτρης εισήλθε στον ναό και συγκλονίστηκε αντικρίζοντας την πλήρη καταστροφή των ιερών ειδώλων του.
Έσπευσε αμέσως στο συμπόσιο και ανέφερε τη φοβερή ιεροσυλία στον ηγεμόνα και στους συνεστιωμένους επισήμους κατοίκους της πόλεως. Όλοι οι παρευρισκόμενοι αναστατώθηκαν, ο ηγεμών εξαγριώθηκε αμέτρητα και διέταξε αμέσως να ανακαλυφθεί ποιος είχε διαπράξει αυτό το έγκλημα. Στρατιώτες έσπευσαν να ερευνήσουν την περιοχή και βρήκαν έναν αθώο χωρικό που περνούσε από κοντά στον ειδωλολατρικό ναό. Τον συνέλαβαν αμέσως και τον οδήγησαν δεμένο με κτυπήματα προς τον ηγεμόνα ως πιθανό ένοχο της φοβερής ιεροσυλίας.
Πολύ πλήθος συνέρρευσε μαζί με τους ιερείς και κραύγαζαν για την προσβολή των θεών απαιτώντας σκληρή τιμωρία. Ο μακάριος Αιμιλιανός βλέποντας τη φρικτή αυτή σκηνή σκέφτηκε βαθιά μέσα στην ευλαβή και πιστή χριστιανική του ψυχή. Είπε στον εαυτό του ότι αν έκρυβε την πράξη του θα γινόταν συνεργός ενός φόνου αθώου ανθρώπου. Έτρεξε λοιπόν αμέσως προς το πλήθος και προς τους στρατιώτες, φωνάζοντας με δυνατή φωνή για όλους. Τους ζήτησε με σταθερότητα να αφήσουν αθώο τον χωρικό, διότι αυτός ήταν ο πραγματικός υπεύθυνος της καταστροφής.
Διακήρυξε με γενναιότητα ότι ο ίδιος είχε συντρίψει και είχε ποδοπατήσει τους άψυχους ειδωλολατρικούς θεούς της πόλεως. Δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να επιβαρύνει τη συνείδησή του με τον φόνο ενός εντελώς αθώου ανθρώπου. Οι στρατιώτες τότε άφησαν αμέσως τον αθώο χωρικό και άρπαξαν με μεγάλη μανία τον γενναίο μάρτυρα του Χριστού. Τον οδήγησαν με κτυπήματα και φοβερές προσβολές προς τον σκληρό ηγεμόνα Καπιτωλίνο για τη δική του δικαστική κρίση.
Ο Καπιτωλίνος τοποθετημένος στον επίσημο θρόνο του δικαστηρίου ρώτησε τον λαό ποιος ακριβώς ήταν αυτός που τον προσήγαγαν. Οι κάτοικοι απάντησαν ότι αυτός ήταν ο φοβερός κακούργος που είχε συντρίψει τους θεούς και είχε ποδοπατήσει τις ιερές θυσίες. Εξαγριωμένος ο ηγεμόνας ρώτησε τότε τον γενναίο μάρτυρα ποιο ακριβώς ήταν το όνομά του και η ταυτότητά του. Ο μάρτυς απάντησε με γενναία ομολογία ότι οι γονείς του τον ονόμασαν Αιμιλιανό, αλλά ο Χριστός τον αξίωσε να ονομάζεται χριστιανός.
Όταν ρωτήθηκε ποιος τον δίδαξε αυτή τη φοβερή προσβολή των αθανάτων θεών, απάντησε με σθένος και θάρρος. Είπε ότι ο Θεός και η ψυχή του τον διέταξαν να συντρίψει τα άψυχα είδωλα, ώστε να φανεί η αλήθεια. Πρόσθεσε ότι τα άψυχα είδωλα είναι κωφά και αναίσθητα, μόνο πέτρα και ξύλο χωρίς καμία θεϊκή δύναμη. Τα είχε ρίξει με γενναιότητα στη γη για να καταστραφούν εντελώς και αιωνίως ως μάταια αντικείμενα ψεύτικης λατρείας. Διακήρυξε δυνατά ότι μόνο στον αληθινό Θεό, τον Δημιουργό όλων των ορατών και αοράτων, ανήκει η αληθής λατρεία.
Ο εξαγριωμένος ηγεμόνας τότε διέταξε αμέσως να γυμνώσουν τον μάρτυρα και να τον κτυπήσουν σκληρά με τα ραβδιά του. Όταν αφαίρεσαν τα ενδύματα από τον γενναίο μάρτυρα ο Καπιτωλίνος επανέλαβε τη φρικτή του ερώτηση εξαγριωμένος. Ο γενναίος όμως μάρτυς απάντησε ότι ο Θεός και η ψυχή του τον προέτρεψαν να πράξει αυτό το έργο. Ο ηγεμόνας διέταξε τους υπηρέτες να τον γυμνώσουν εντελώς και να τον κτυπούν με δύναμη ώστε να φοβηθεί.
Άρχισαν λοιπόν να κτυπούν με αφάνταστη ωμότητα τον γενναίο μάρτυρα μέχρι που η γη γέμισε με το ευλογημένο μαρτυρικό αίμα του. Ο μάρτυς όμως ομολόγησε ξανά μέσα στους πόνους ότι μόνο ο Θεός και η ψυχή του τον προέτρεψαν στο έργο. Τόνισε ότι δεν έπραξε κακό αλλά μέγα αγαθό, διότι κατήσχυνε τους δαίμονες και δόξασε τον αληθινό Θεό. Ο σκληρός ηγεμόνας διέταξε τότε να τον αναποδογυρίσουν και να τον κτυπούν στην κοιλιά και στο στήθος.
Τον κτυπούσαν επί ώρες χωρίς το παραμικρό έλεος, αλλά ο μάρτυς αντέχει με υπερφυσική δύναμη του ουρανίου Σωτήρος. Όταν ρωτήθηκε αν ήταν δούλος ή ελεύθερος πολίτης, απάντησε ότι ήταν δούλος του τοπικού άρχοντα της πόλεως. Ο ηγεμόνας οργίστηκε και τότε ξανά και επέβαλε στον αρχοντικό κύριό του πρόστιμο μιας λίτρας πολυτίμου ασημιού. Με τελευταία απόφαση ο σκληρός Καπιτωλίνος καταδίκασε τον γενναίο μάρτυρα Αιμιλιανό σε φοβερό μαρτυρικό θάνατο διά πυρός.
Οι υπηρέτες και πλήθος λαού άρπαξαν αμέσως τον άγιο και τον οδήγησαν εκτός των τειχών της παλαιάς πόλεως. Στις όχθες του μεγάλου ποταμού Δουνάβεως άναψαν φοβερή τεράστια πυρκαγιά και έριξαν μέσα τον αγαπητό μάρτυρα του Σωτήρος. Η φλόγα της φωτιάς περιέβαλε τον άγιο, αλλά παράδοξα δεν τον άγγιζε ούτε τον έβλαπτε καθόλου. Η φωτιά διαδόθηκε ξαφνικά γύρω σε μεγάλη απόσταση και κατέκαψε πολλούς από τους ασεβείς ειδωλολάτρες που στέκονταν δίπλα.
Άλλους τους τραυμάτισε σοβαρά με σοβαρά εγκαύματα και άλλοι μετά βίας κατάφεραν να ξεφύγουν τρομαγμένοι από τη μανία της. Όσοι μυστικοί χριστιανοί υπήρχαν στο πλήθος δεν έπαθαν τίποτε από τη φωτιά, ακόμη και αν αυτή τους πλησίαζε. Ο μάρτυς στεκόταν όρθιος μέσα στη φωτιά με το πρόσωπό του στραμμένο προς την ευλογημένη ανατολή. Σφράγιζε ακαταπαύστως τον εαυτό του με το σημείο του τιμίου σταυρού, ευλογώντας τον φιλάνθρωπο Σωτήρα Χριστόν.
Ικέτευσε τον φιλάνθρωπο Κύριο να δεχθεί ευμενώς την ευλογημένη ψυχή του στους ουρανούς ως καθαρό θύμα ενδόξου μαρτυρίου. Παρέδωσε ειρηνικά το ευλογημένο πνεύμα του στον Χριστόν, την ώρα που η φωτιά πια έσβηνε ολοσχερώς. Διά πρεσβειών του αγίου ενδόξου μάρτυρος Αιμιλιανού, Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον ημάς τους αμαρτωλούς δούλους Σου.