Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Ιερομάρτυς Αθηνογένης Επίσκοπος και οι Δέκα Μαθητές του
Ποιος επίσκοπος της Εκκλησίας δεν συγκινήθηκε όταν άκουσε για τον γέροντα ποιμένα που έσπευσε στο μαρτύριο για να βρει εκεί τους δέκα μαθητές του; Στα χρόνια του δυσεβούς ρωμαίου αυτοκράτορα Διοκλητιανού ξέσπασε φοβερός διωγμός κατά των χριστιανών σε όλη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Όλοι όσοι ζούσαν θεοφιλώς βρίσκονταν σε δοκιμασίες και παντού επικρατούσε ταραχή και αστάθεια στις πόλεις της οικουμένης. Πολλοί μάλιστα παρέδιδαν ο ένας τον άλλο για να αφανιστούν, ο πατέρας τον γιο, ο αδελφός τον αδελφό από τον φόβο.
Έφτασε στην αρμενική πόλη της Σεβάστειας ένας σκληρός ηγεμόνας ονόματι Φιλόμαρχος, που είχε πάθος για την ειδωλολατρία. Συγκάλεσε πλήθος ειδωλολατρών ιερέων με στεφάνια στα κεφάλια και διέταξε να τελεστούν δημόσιες θυσίες στα μάταια ξόανα. Διέταξε να ανακοινωθεί στον λαό με σαλπίγγες, κύμβαλα και κιθάρες να συμμετέχει στη μεγάλη ειδωλολατρική γιορτή. Ο κήρυκας του δικαστηρίου φώναζε δυνατά να υπακούσουν οι πολίτες στην αυτοκρατορική προσταγή και να θυσιάσουν στους θεούς.
Ο πιστός λαός όμως, στο μεγαλύτερο μέρος του χριστιανός, απάντησε δυνατά ότι είναι χριστιανοί και δεν προσκυνούν είδωλα. Ο σκληρός ηγεμόνας διέταξε αμέσως τους στρατιώτες να σφαγιάσουν όσους πρόβαλαν αντίσταση και πολλοί έλαβαν τον στέφανο του μαρτυρίου. Στην πόλη της Σεβάστειας οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν χριστιανοί και αρνήθηκαν να συμμετέχουν στην ασεβή ειδωλολατρική γιορτή του ηγεμόνα. Πολλοί παρέδωσαν την ψυχή τους στον Δεσπότη Χριστό μέσα από τη γενναία ομολογία τους και την υπομονή στις βασανιστικές δοκιμασίες.
Μετά τη σφαγή πλήθους χριστιανών της Σεβάστειας πλησίασε στον ηγεμόνα ο αρχηγός κάποιας στρατιωτικής μονάδας ονόματι Νικόλαος. Του είπε ότι στην περιοχή ζει ένας χριστιανός επίσκοπος ονόματι Αθηνογένης, που μεταστρέφει τους ανθρώπους στην πίστη του Δεσπότου Χριστού. Ο επίσκοπος Αθηνογένης κατοικούσε σε ένα μικρό μοναστήρι κοντά στο χωριό Πιδαχθόνη μαζί με δέκα μαθητές του. Ο ηγεμόνας έστειλε αμέσως στρατιώτες να συλλάβουν τον επίσκοπο και να τον φέρουν στο δικαστήριο της Σεβάστειας.
Όταν οι στρατιώτες έφτασαν στο μοναστήρι, βρήκαν μόνο τους δέκα μαθητές, διότι ο επίσκοπος είχε αναχωρήσει για κάποιον λόγο. Έδεσαν τους νέους ασκητές με αλυσίδες και τους οδήγησαν στη Σεβάστεια, όπου ο ηγεμόνας διέταξε να τους ρίξουν στις φυλακές. Ο επίσκοπος Αθηνογένης, επιστρέφοντας στο μοναστήρι του, βρήκε τα κελλιά άδεια και τον προσευχητικό ναό έρημο από αδελφούς. Δοκίμασε μεγάλη λύπη και άρχισε να θρηνεί μπροστά στον τίμιο σταυρό για τους χαμένους μαθητές του.
Έβλεπε τα μέρη της προσευχής τους έρημα και αναρωτιόταν πού είχαν πάει οι ωραίες κλάδοι της ελιάς της αδελφότητάς του. Στην έξοδό του από το μοναστήρι ένα νεαρό ελάφι, που ο ίδιος είχε ταΐσει με τα χέρια του, έτρεξε κοντά του και τον αγκάλιασε. Το ευλογημένο ζώο γλείφε τα χέρια του γέροντα με αδελφική στοργή σαν να ήθελε να τον παρηγορήσει στη μοναξιά του. Ένας γνωστός χωρικός που πέρασε από εκεί ρώτησε τον επίσκοπο πού βρισκόταν όταν συνέλαβαν τους μαθητές του οι στρατιώτες.
Διηγήθηκε στον γέροντα ότι ο ηγεμόνας έστειλε στρατιώτες, τους έδεσε με αλυσίδες και τους πήγε στην πόλη για να τους μαρτυρήσει. Ακούγοντας αυτά τα λόγια του χωρικού, ο άγιος γέροντας χάρηκε και κοιτάζοντας τον ουρανό ευχαρίστησε με δάκρυα τον Δεσπότη Χριστό. Είπε ότι ο Κύριος κάλεσε τους άξιους δούλους του στην ουράνια βασιλεία πριν από αυτόν τον ίδιο. Έστειλε το ελάφι πίσω στην έρημο και έσπευσε ο ίδιος στη Σεβάστεια για να ενωθεί με τους μαθητές του.
Φτάνοντας στο δικαστή της πόλης φώναξε δυνατά γιατί με τυραννείς, παράνομε ηγεμόνα, και λεηλατείς την Εκκλησία μου; Ζήτησε από τον Δεσπότη Χριστό να δει την ανομία του ηγεμόνα και να εκδικηθεί την αδικία. Οι στρατιώτες τον έπιασαν αμέσως και τον οδήγησαν στον σκληρό ηγεμόνα Φιλόμαρχο, ο οποίος τον αναγνώρισε αμέσως. Ο ηγεμόνας διέταξε να τον ρίξουν στην ίδια φυλακή με τους δέκα μαθητές του για να μη χωρίζονται. Ο γέροντας χάρηκε όταν είδε τα πνευματικά του παιδιά μέσα στη σκοτεινή φυλακή και τα χαιρέτισε με ειρήνη του Δεσπότου Χριστού.
Τους είπε ότι αυτή τη νύχτα θα ετοιμάζονταν για το ουράνιο δείπνο της βασιλείας του Δεσπότου με χαρά πνευματική. Τους είπε με χαρά ότι η χάρη του Δεσπότου Χριστού να είναι μαζί τους, διότι αξιώθηκαν να κληθούν σε ουράνιο δείπνο. Τους ενίσχυσε λέγοντας να μη φοβούνται τις απειλές του τυράννου, διότι θα αξιωθούν αύριο να συμμετέχουν στους χορούς των αγγέλων. Την επόμενη μέρα ο ηγεμόνας έκατσε στο δικαστήριο και διέταξε να φέρουν μπροστά του τον επίσκοπο Αθηνογένη μαζί με τους δέκα μαθητές του.
Τους πρότεινε να θυσιάσουν στους θεούς σύμφωνα με την αυτοκρατορική προσταγή ή να υποστούν φοβερά μαρτύρια. Ο επίσκοπος Αθηνογένης απάντησε γενναία ότι όσοι κατά τον ηγεμόνα χάθηκαν δεν χάθηκαν πραγματικά, αλλά ευφραίνονται μαζί με τους αγγέλους στον ουρανό. Όταν ο ηγεμόνας απείλησε με σκληρό θάνατο, ο επίσκοπος αποκάλεσε τον τύραννο παράνομο σκυλί αναιδή και του είπε ότι όλα είναι έτοιμοι να υπομείνουν. Ο εξαγριωμένος ηγεμόνας διέταξε να κρεμάσουν γυμνούς τους δέκα μαθητές πάνω σε δρυ και να τους ξύσουν με σιδερένιες χτένες.
Οι γενναίοι αθλητές υπέμειναν ψάλλοντας ότι είναι έτοιμοι για τις πληγές χάριν του αθανάτου Δεσπότου Χριστού. Δηλώνοντας ότι δεν αρνούνται ποτέ τον Κύριό τους, στεφανώθηκαν και οι δέκα με τη μαρτυρική τελείωση. Ο τύραννος, βλέποντας την υπερφυσική ανδρεία και την ακαταμάχητη υπομονή τους, διέταξε τελικά να τους αποκεφαλίσουν με ξίφος. Έτσι όλοι τους πέρασαν στους ουρανούς με δόξα και αμάραντο στέφανο μέσα στις ευλογημένες σκηνές της παραδείσου.
Μετά τον αποκεφαλισμό των δέκα μαρτύρων, ο ηγεμόνας στράφηκε προς τον επίσκοπο Αθηνογένη με ειρωνικά λόγια απογοήτευσης. Τον ρώτησε με χλευασμό πού βρίσκεται ο Χριστός που τον αποκαλεί Θεό και γιατί δεν έρχεται να σώσει τους μαθητές του από το ξίφος. Στη συνέχεια διέταξε να κρεμάσουν και αυτόν γυμνό πάνω σε δέντρο και να τον χτυπούν χωρίς οίκτο οι δήμιοι. Ο γενναίος επίσκοπος ομολογούσε δοξάζοντας τον Δεσπότη Χριστό ότι αξιώθηκε να πάθει για το πανάγιο όνομά του αυτό το τιμητικό μαρτύριο.
Ο τύραννος συνέχισε να τον ειρωνεύεται με χυδαία λόγια, αλλά ο μάρτυρας απάντησε ότι ο Δεσπότης Χριστός τον λυτρώνει από κάθε κακία του τυράννου. Ο ηγεμόνας τον έδειρε στις πλευρές με νέα μανία και ο μάρτυρας επικαλέστηκε τον Κύριο Ιησού για βοήθεια στις σκληρές πληγές του. Τότε ακούστηκε φωνή από τον ουρανό που έλεγε σε αυτόν ότι ο Δεσπότης είναι μαζί του και τον φυλάσσει. Τη φωνή την άκουσαν όχι μόνο ο ίδιος ο μάρτυρας, αλλά και οι δήμιοι που τον βασάνιζαν εκείνη τη στιγμή.
Καταληφθέντες από τρόμο, οι δήμιοι ένιωσαν τα χέρια τους να μουδιάζουν και δεν μπορούσαν πια να βασανίζουν τον άνθρωπο του Θεού. Ο φίλος του ηγεμόνα ονόματι Φίλιππος, που καθόταν δίπλα του, του είπε να αποκεφαλίσει αμέσως τον μάρτυρα. Τότε ο ηγεμόνας έδωσε εντολή να τον αποκεφαλίσουν με ξίφος για να τελειώσει η δοκιμασία του. Ο γενναίος όμως επίσκοπος ζήτησε ως τελευταία ταπεινή επιθυμία να τον θανατώσουν στο αγαπημένο του μοναστήρι των μαθητών.
Πορεύτηκε στον τόπο του μαρτυρίου ψάλλοντας στίχους από τους ψαλμούς του Δαβίδ και χαιρόμενος για τη μέλλουσα λύτρωσή του από τον επίγειο κόσμο. Καθώς πλησίαζε στο μοναστήρι του, εμφανίστηκε ξανά μπροστά του το ευλογημένο ελάφι, που είχε εκπαιδεύσει με τα χέρια του. Έσκυψε με σεβασμό στα πόδια του γέροντα και τον προσκύνησε σαν παιδί που χαιρετά τον πατέρα του. Ο μάρτυρας το ευλόγησε λέγοντάς του ότι έχασε τους αδελφούς και τώρα χάνει και αυτόν που το είχε αναθρέψει.
Παρακάλεσε τον Δεσπότη Χριστό να μην παραδώσει το ζώο και τους απογόνους του στα χέρια των κυνηγών. Έδωσε σε αυτό την εντολή να φέρνει κάθε χρόνο ένα παιδί του στη μνήμη των μαρτύρων ως ζωντανή προσφορά. Το ελάφι, βρέχοντας με δάκρυα τα πόδια του γέροντα, υποτάχθηκε με υπακοή και εξαφανίστηκε ξανά στην έρημο. Έπειτα ο επίσκοπος εισήλθε στο ναό και γονάτισε στο πάτωμα για να προσευχηθεί την τελευταία του προσευχή. Παρακάλεσε τον Δεσπότη να δεχθεί την ψυχή του εν ειρήνη και να τον αξιώσει να ενωθεί με τους μαθητές του.
Ζήτησε αιώνια ευλογία για όλους όσους θα τιμούν με αγάπη τη μνήμη του και θα προσεύχονται με το όνομά του. Άκουσε ξανά φωνή από τον ουρανό που του υποσχόταν ότι σήμερα θα είναι μαζί του στον παράδεισο. Με χαρά υπέκυψε στο ξίφος του δημίου και η αγία ψυχή του εισήλθε στους ουρανούς της παραδείσου του Θεού. Διά πρεσβειών του ιερομάρτυρος Αθηνογένους και των δέκα μαθητών του, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον τον λαόν σου τον περιούσιον.