Άγιοι Κήρυκος και Ιουλίττα η Μητέρα του

Εικόνα: Άγιοι Κήρυκος και Ιουλίττα η Μητέρα του

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Άγιοι Κήρυκος και Ιουλίττα η Μητέρα του

Ποιος γονέας δεν συγκλονίστηκε όταν άκουσε για το τριετές παιδί που μαρτύρησε για τον Δεσπότη Χριστό μπροστά στα μάτια της ίδιας της μητέρας του; Στην πόλη του Ικονίου της Λυκαονίας στη Μικρά Ασία ζούσε μία νεαρή γυναίκα ευγενικής καταγωγής, η ευλαβής Ιουλίττα. Καταγόταν από οικογένεια παλαιών ρωμαίων αυτοκρατόρων και ήταν χριστιανή στην πίστη της και στην καρδιά της. Παντρεύτηκε νόμιμα και απέκτησε ένα μικρό αγόρι, αλλά γρήγορα έχασε τον σύζυγό της και έμεινε χήρα νεαρή γυναίκα.

Βάπτισε το παιδί της και του έδωσε το όνομα Κήρυκος, που στα ελληνικά σημαίνει αυτός που κηρύττει τον λόγο. Στα χρόνια εκείνα ο δυσεβής αυτοκράτορας Διοκλητιανός εξαπέλυσε σκληρό διωγμό κατά των χριστιανών σε όλες τις επαρχίες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Στη Λυκαονία διορίστηκε άρχοντας ο σκληρός κόμης Δομητιανός, άνθρωπος αιμοβόρος και χωρίς οίκτο για τους χριστιανούς. Όταν έφτασε στο Ικόνιο, άρχισε να αναζητά με μανία τους πιστούς του Δεσπότου Χριστού και να τους βασανίζει σκληρά.

Η Ιουλίττα κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να κρυφτεί από τους διώκτες με την ευσέβειά της και αποφάσισε να φύγει για να σώσει τη ζωή του γιου της. Φοβόταν ότι ίσως δεν θα άντεχε τα φοβερά μαρτύρια και θα αρνιόταν τον Δεσπότη Χριστό κάτω από την πίεση των βασανιστηρίων. Άφησε όλα της τα υπάρχοντα, το σπίτι, τους συγγενείς, τους δούλους, τη δόξα και την κοσμική απόλαυση για την αγάπη του Δεσπότου Χριστού. Πήρε μαζί της τον τριετή γιο της Κήρυκο και δύο πιστές δούλες της και έφυγε νύκτα από την πόλη του Ικονίου.

Ταξίδεψε ως πτωχή ξένη, κρύβοντας την ευγενική καταγωγή της και τα παλαιά της αξιώματα από τους ντόπιους κατοίκους. Έφτασε πρώτα στη Σελεύκεια της Συρίας, αλλά και εκεί βρήκε τον ίδιο φοβερό διωγμό κατά των χριστιανών της εποχής. Ο άρχοντας Αλέξανδρος, σταλμένος από τον αυτοκράτορα, σκότωνε χωρίς οίκτο όσους ομολογούσαν το πανάγιο όνομα του Δεσπότου. Αναγκάστηκε λοιπόν η Ιουλίττα να φύγει και από τη Σελεύκεια και να κατευθυνθεί προς την Ταρσό της Κιλικίας.

Έζησε εκεί ανάμεσα στους πτωχούς και τους περιθωριοποιημένους της πόλης, ζώντας πτωχικά μαζί με τον γιο της και τις πιστές δούλες της. Επικαλούνταν συνεχώς το λόγο της Γραφής που λέει ότι εδώ δεν έχουμε μένουσα πόλη, αλλά την μέλλουσα επιζητούμε. Παρηγορούσε επίσης τον εαυτό της με τη σύσταση του Δεσπότου να φεύγουν οι μαθητές του από τη μία πόλη στην άλλη όταν τους διώκουν. Μετά από μερικό χρόνο όμως ο ίδιος άρχοντας Αλέξανδρος έφτασε στην Ταρσό για να συνεχίσει εκεί το αιμοχαρές του έργο.

Κάποιοι ντόπιοι αναγνώρισαν την Ιουλίττα από το παρελθόν της και την κατάγγειλαν αμέσως στον σκληρό άρχοντα της πόλης. Εκείνος διέταξε αμέσως να την συλλάβουν και κάθισε στο δημόσιο δικαστήριο μαζί με τους αξιωματικούς του. Οι στρατιώτες έπιασαν τη γενναία μάρτυρα και τον τριετή Κήρυκο, ενώ οι δύο δούλες έφυγαν για να μη συλληφθούν και αυτές. Παρακολουθούσαν όμως από μακριά για να δουν το μαρτύριο της κυρίας τους και να φυλάξουν τα ιερά της λείψανα.

Όταν η Ιουλίττα οδηγήθηκε μπροστά στον άρχοντα κρατώντας στην αγκαλιά της τον τριετή Κήρυκο, της έθεσαν τα γνωστά ερωτήματα. Τη ρώτησαν για το όνομά της, την καταγωγή της και την πατρίδα της και εκείνη ομολόγησε γενναία τον Δεσπότη Ιησού Χριστό. Είπε με παρρησία ότι το όνομά της, η καταγωγή και η πατρίδα της είναι η ουράνια βασιλεία του Δεσπότου Χριστού. Δήλωσε χωρίς δισταγμό ότι η ίδια είναι αληθινή χριστιανή και πιστή στον Δεσπότη Ιησού Χριστό μέχρι θανάτου.

Ο εξοργισμένος άρχοντας διέταξε αμέσως να της πάρουν το παιδί και να την βασανίζουν χωρίς οίκτο με σκληρά ραβδιά. Ο τριετής Κήρυκος έβλεπε τη μητέρα του να βασανίζεται και έκλαιγε σπαρακτικά, προσπαθώντας να ξεφύγει από τα χέρια εκείνων που τον κρατούσαν. Ο άρχοντας, βλέποντας την παιδική ομορφιά του, διέταξε να του τον φέρουν και τον κάθισε στα γόνατά του προσπαθώντας να τον παρηγορήσει με γλυκόλογα. Τον χάιδευε στο κεφάλι και τον φιλούσε προσπαθώντας να σταματήσει το κλάμα του, αλλά το παιδί ξέφευγε και τραβούσε το πρόσωπό του.

Ο μικρός Κήρυκος έβλεπε αδιάκοπα τη μητέρα του να βασανίζεται και φώναζε σπαρακτικά τα παιδικά του λόγια. Έλεγε ότι είναι χριστιανός και ζητούσε να αφεθεί ελεύθερος για να πάει κοντά στη μάρτυρα μητέρα του. Με τα μικρά νύχια του γρατζούνισε το πρόσωπο του τυράννου και τον κλωτσούσε με τα ποδαράκια του στην κοιλιά. Τότε ο εξαγριωμένος άρχοντας πέταξε το παιδί κάτω από τα γόνατά του και το έσπρωξε από το ψηλό βάθρο. Ο τριετής Κήρυκος έπεσε στις πέτρινες σκάλες του δικαστηρίου, χτυπώντας το κεφάλι του στις αιχμηρές γωνίες των βαθμίδων.

Όλος ο τόπος γύρω του κοκκίνισε από το αγνό αίμα του τριετούς μάρτυρα και ο μικρός παρέδωσε την αγνή ψυχή του στον Δεσπότη Χριστό. Έτσι έλαβε ο μικρός Κήρυκος τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου, πριν ακόμη γνωρίσει καλά την ίδια τη ζωή του κόσμου. Η μάρτυς Ιουλίττα, καθώς συνέχιζαν να τη βασανίζουν, έβλεπε το αιμόφυρτο σώμα του παιδιού της μπροστά στο δικαστήριο. Αντί όμως να καταρρεύσει από τη μητρική θλίψη, γέμισε χαρά πνευματική και ευχαρίστησε τον Δεσπότη Χριστό.

Είπε ότι ευχαριστεί τον Κύριο που αξίωσε τον γιο της να μαρτυρήσει πριν από αυτή και να λάβει τον στέφανο του μαρτυρίου. Στη συνέχεια ο άρχοντας διέταξε να την κρεμάσουν και να ξεσχίζουν το σώμα της με σιδερένια νύχια. Σε επόμενη φάση των βασανιστηρίων έχυσαν πάνω στις πληγές της βραστή πίσσα από καζάνι και αυτή υπέμενε δοξάζοντας τον Δεσπότη. Ο κήρυκας του δικαστηρίου της φώναζε να λυπηθεί τη νεότητά της και να προσκυνήσει τα είδωλα για να γλιτώσει από τα βασανιστήρια.

Η μάρτυς απάντησε ότι δεν προσκυνεί τα κουφά και άλαλα είδωλα, αλλά τον Δεσπότη Ιησού Χριστό, τον μονογενή Υιό του Θεού. Είπε με δάκρυα ότι σπεύδει να φτάσει κοντά στον γιο της Κήρυκο για να αξιωθούν μαζί της ουράνιας βασιλείας. Ο άρχοντας Αλέξανδρος, βλέποντας την ακαταμάχητη υπομονή της και τη γενναιότητά της, την καταδίκασε σε αποκεφαλισμό. Τη μετέφεραν έξω από την πόλη στον τόπο των εκτελέσεων και η μάρτυς πορεύτηκε σαν να βάδιζε προς γαμικό στέφανο.

Ζήτησε λίγο χρόνο για να προσευχηθεί, γονάτισε στη γη και ευχαρίστησε τον Δεσπότη που κάλεσε τον γιο της πριν από αυτή. Ο δήμιος ακόνισε το ξίφος του και της απέκοψε την τίμια κεφαλή το έτος τριακόσια τέσσερα με τριακόσια πέντε μετά Χριστόν. Τη νύκτα οι δύο πιστές δούλες πήγαν κρυφά και πήραν τα σώματα της κυρίας τους και του τριετούς αγίου, για να τα θάψουν. Η μία από αυτές έζησε μέχρι την εποχή του μεγάλου Κωνσταντίνου και έδειξε στους χριστιανούς τον τάφο των μαρτύρων, ώστε ευρέθησαν τα ιερά λείψανά τους άφθαρτα και ευωδιαστά.

Διά πρεσβειών των αγίων μαρτύρων Κηρύκου και Ιουλίττης, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον τον λαόν σου τον περιούσιον.

Το διάβασαν5μοναδικοί αναγνώστες

Στοιχεία βίου

Περίοδοςτέλη 3ου – αρχές 4ου αιώνα μ.Χ.
ΤόποςΚιλικία, Συρία
Λέξεις-κλειδιάΑγίες Γυναίκες, Κήρυκος, Ιουλίττα, Μητέρα, Μάρτυρες, Κιλικία, Συρία, τέλη 3ου – αρχές 4ου αιώνα μ.Χ., 15 Ιουλίου, Ιούλιος

Θέματα

Αγίες ΓυναίκεςΚιλικίαΣυρίατέλη 3ου – αρχές 4ου αιώνα μ.Χ.

Εγγραφή στο κανάλι Optiko

Τα στοιχεία αυτά θα χρησιμεύσουν αργότερα για ενημερωτικό υλικό που θα στέλνεται από την ιστοσελίδα μας στο email σας, ώστε να μένετε πάντοτε συνδεδεμένοι με το Optiko και με ό,τι καινούργιο βγαίνει σε αυτό. Το email αποθηκεύεται τοπικά με ασφάλεια και δεν εμφανίζεται δημόσια.