Στην ρωσσικήν πόλιν της Βολογκντά εγεννήθη το χίλια τριακόσια εβδομηκοστόν πρώτον έτος ο όσιος Αλέξανδρος, που είχε στον κόσμον το όνομα Αλέξιος. Εκάρη μοναχός στη μονή του Σωτήρος Πέτρας από τον ηγούμενον Διονύσιον τον Αγιορείτην, ο οποίος είχε φέρει εκεί την αυστηρά αθωνιτικήν τάξιν. Ο γέρων εκείνος αργότερα έγινε αρχιεπίσκοπος Ροστώφ, και ο νέος Αλέξανδρος ησκήτευσε υπό την σοφήν καθοδήγησίν του με μεγάλον ζήλον. Πέρασε εκεί όλα τα στάδια της μοναχικής υπακοής και της αυστηράς νηστείας, και χειροτονήθηκε αργότερα ιερομόναχος.
Ήταν διαρκώς απασχολημένος είτε με την εργασίαν, είτε με την προσευχήν, χωρίς να αφήνει χρόνον αναπαύσεως μέσα στην ημέραν του. Οι αδελφοί τον έβλεπαν ως άγγελον Θεού, αλλά αυτό προκαλούσε ταραχήν στην ταπεινή του ψυχή και τον στενοχωρούσε αφάνταστα. Έφυγε λοιπόν κρυφά μία νύχτα από το μοναστήρι και έφθασε στις όχθες του ποταμού Σιαζέμ, όπου υπήρχε πυκνό δάσος και λίμνη. Έκτισε εκεί ένα ταπεινόν κελλί και έζησε τη ζωή του με αδιάλειπτη προσευχή και αυστηρή ασκητική εγκράτεια.
Σιγά σιγά άρχισαν να έρχονται και άλλοι άνθρωποι κοντά του, αναζητώντας πνευματικήν παραμυθίαν και πνευματική καθοδήγησιν. Ο γέροντας τους εδέχετο με στοργή και προσπαθούσε να τους νουθετήσει, χωρίς όμως να επιθυμεί να γίνει διδάσκαλος ολοκλήρου αδελφότητος. Η ησυχία που αναζητούσε διαρκώς υπεχώρει μπροστά στις πνευματικές ανάγκες των επισκεπτών εκείνων, που πλήθαιναν συνεχώς. Ο όσιος Αλέξανδρος μεταφέρθηκε αργότερα στην όχθη της λίμνης Κούμπεν, στις εκβολές του ποταμού Κούσττα, για βαθυτέραν ησυχίαν.
Σε εκείνον τον τόπον ζούσε τότε ο όσιος Ευθύμιος, και ο Αλέξανδρος τού πρότεινε να ανταλλάξουν τα κελλιά τους ως δωρεάν φιλίας. Ο όσιος Ευθύμιος εδέχθη ευχαρίστως την προσφοράν, και όταν χωρίσθηκαν, του χάρισε ως ευλογίαν τον τίμιον σταυρόν του. Η ησυχαστική εκείνη έρημος ήταν πολύ αγαπητή στον όσιον Αλέξανδρον, που εζήτη να βαθύνει στην προσευχήν. Πηγαίνοντας στη λίμνην, εμβάπτισε τον τίμιον σταυρόν στα νερά της και προσευχήθη θερμώς στον Θεόν για την μέλλουσαν αδελφότητα.
Παρακάλεσε τον Κύριον να συναθροίσει στον τόπον εκείνον όσους θα ήσαν ζηλωτές της οδού του Σταυρού. Μετά από καιρόν, ένας γέρων ασκητής ήλθε κοντά του, και έζησαν μαζί στην ησυχίαν για πέντε ολόκληρα έτη. Όταν προστέθηκε και τρίτος αδελφός, ο όσιος απεφάσισε να οικοδομήσει μικράν εκκλησίαν στο όνομα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Επήγε στο Ροστώφ για να ζητήσει την ευλογίαν του πρώην ηγουμένου του, του αρχιεπισκόπου Διονυσίου, ο οποίος ευλόγησε με χαράν την οικοδομήν του ναού.
Με την ευλογίαν εκείνην επανήλθε στην έρημον και άρχισαν αμέσως οι εργασίες για το νέο ταπεινό προσευχητήριο. Η Παναγία η Δέσποινα του ουρανού έγινε ουρανία προστάτις της νεοσυστάτου αδελφότητος και ανεξάντλητος πηγή πνευματικών χαρισμάτων. Κάποτε, ενώ ο πρίγκιπας Δημήτριος της Ζαοζέρσκ έλειπε από την περιοχήν, ήλθαν εκεί οι Τάταροι επιδρομείς. Πέντε από αυτούς κάλπασαν με τα άλογά τους έως το ταπεινό μοναστήρι του οσίου Αλεξάνδρου, ψάχνοντας για λεία.
Ο όσιος τους συνάντησε με μεγάλην ησυχίαν και τους ευλόγησε με τον τίμιον σταυρόν, χωρίς κανένα φόβον. Οι Τάταροι έπεσαν αμέσως καταγής σαν να ήταν νεκροί, και έμειναν αναίσθητοι επάνω εκεί για αρκετές ώρες. Έπειτα ο όσιος Αλέξανδρος τους σήκωσε από την νάρκην εκείνην επικαλούμενος το όνομα της ζωοποιού Τριάδος. Όταν ο πρίγκιπας Δημήτριος εκοιμήθη, η σύζυγός του πριγκίπισσα Μαρία, η οποία έτρεφε μεγάλον σεβασμόν προς τον γέροντα, χάρισε ένα ολόκληρον χωριό.
Επρόσφερε αυτό για τη συντήρησιν της μονής εις μνήμην του εκλιπόντος συζύγου της, για να γίνεται καθημερινή δέησις. Μία φορά ήλθε εκείνη στο μοναστήρι και εμπήκε στην εκκλησίαν, ενώ ο όσιος ανεγίγνωσκε τους Ψαλμούς του Δαυίδ. Έντομα δάγκωναν το γυμνό στήθος του γέροντος, και ο ίδιος ταράχθηκε από την ξαφνικήν επίσκεψίν της και εμβαίνον γυναικείον πρόσωπον στον ναόν. Η ταπεινοφροσύνη του δεν ανεχόταν να εκτεθεί στους επαίνους και τους θαυμασμούς των ευγενών της εποχής εκείνης.
Έτσι αντέδρασε ευγενικά αλλά αποφασιστικά απέναντι στην ευλαβή πριγκίπισσα, για να φυλάξει την μοναχικήν του αφάνειαν. Της είπε ότι δεν χρειάζεται να βλέπει την μιζέριαν τους εκείνη, και η πριγκίπισσα ζήτησε ταπεινά συγχώρησιν. Ο όσιος την ευλόγησε και της είπε προφητικά ότι θα έπρεπε να φροντίζει την πτωχείαν εκείνη μέσα στο σπίτι της. Όταν επέστρεψε στον οίκον της, η πριγκίπισσα αρρώστησε ξαφνικά και ζήτησε από τον γέροντα να προσευχηθεί για την αποκατάστασιν της υγείας της.
Ο όσιος Αλέξανδρος όμως προγνώρισε το τέλος της και είπε στους ανθρώπους της ότι έπρεπε να ετοιμασθεί για εκείνην τη ζωήν. Πραγματικά, η ευσεβής πριγκίπισσα Μαρία απεδήμησε προς Κύριον είκοσι ακριβώς ημέρες αργότερα, καθώς προέβλεψε ο διορατικός γέροντας. Άλλοτε πάλι, ένα σιτάρι ήταν μαζεμένο μέσα στο μοναστήρι, και ένας απλός χωρικός θέλησε να κλέψει ένα σακκίν. Δεν μπόρεσε όμως να σηκώσει το βάρος, και ο όσιος, βλέποντας τον, του είπε ότι μάταια προσπαθεί να σηκώσει αυτό που είναι υπεράνω των δυνάμεών του.
Ο εμβρόντητος κλέφτης έπεσε στα πόδια του οσίου ζητώντας με δάκρυα συγχώρησιν για το αμάρτημά του. Εκείνος όμως τον πρόσταξε να προσθέσει ακόμη περισσότερο σιτάρι και τον ευλόγησε, ώστε ο σάκος γέμισε και έφυγε με χαράν. Αφού τον νουθέτησε με αγάπη να μην κλέπτει ποτέ ξανά από τους πλησίον του, του χάρισε τον σάκον με την ευχήν του. Ο χωρικός εκείνος σήκωσε με ευκολίαν το ευλογημένον φορτίον και ευχαρίστησε με δάκρυα τον γενναιόδωρον γέροντα.
Νοιώθοντας ότι ο καιρός της κοιμήσεώς του πλησίαζε, ο όσιος Αλέξανδρος είπε στους αδελφούς ότι αδυνατούσε σωματικώς, και τους παρώτρυνε στην υπομονήν. Τους παρακάλεσε να μείνουν στον ιερόν εκείνον τόπον διαφυλάττοντας την ταπεινοφροσύνην και την αμοιβαίαν αγάπην μεταξύ των αδελφών. Την Κυριακήν εκείνη ετέλεσε με ιεροπρεπή κατάνυξιν την Θείαν Λειτουργίαν και εκοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων του Σωτήρος Χριστού. Έπειτα προσευχήθηκε γονατιστός για τον εαυτόν του και για όλο το μοναστήρι του με δάκρυα και βαθεία κατάνυξιν της ψυχής.
Σε ηλικίαν εξήντα οκτώ ετών παρέδωσε ειρηνικώς την ψυχήν του στον Κύριον, στις εννέα Ιουνίου του χιλίου τετρακοσιοστού τριακοστού ενάτου έτους. Σύμφωνα με τις τελευταίες οδηγίες της διαθήκης του, το σώμα του ετάφη στην νότιαν πλευράν του ιερού. Έναν χρόνον αργότερα φύτρωσε επάνω στον τάφον του ένα δένδρον σορβιάς, που έγινε όργανον θαυμάτων στους πιστούς. Ένα παιδάκι έσπασε ένα κλαδί από το δένδρον εκείνο και αρρώστησε το χέρι του, αλλά η προσευχή των γονέων του στον τάφον του οσίου το εθεράπευσε.
Από εκείνον τον καιρόν, οι πιστοί συνήθιζαν να κόπτουν καρπούς από εκείνο το ευλογημένον δένδρον για ιατρείαν διαφόρων ασθενειών. Όσιε πάτερ Αλέξανδρε, ηγούμενε του Κούσττα και θαυματουργέ της Βολογκντά, πρέσβευε υπέρ ημών των αμαρτωλών, ώστε ο Χριστός να μας αξιώσει της Βασιλείας Του, αμήν.
Θέλεις να γίνει αυτός ο Βίος Αγίου βίντεο; Πάτησε εδώ για να δεις πληροφορίες και να στηρίξεις τη δημιουργία.
Στήριξη για να γίνει βίντεο
Ο βίος αυτός μπορεί να γίνει βίντεο όταν συγκεντρωθούν 20€. Αν θέλετε, μπορείτε να στηρίξετε τη δημιουργία του με μια δωρεά.
Συγκεντρώθηκαν: 0€ από 20€ · Υπόλοιπο: 20€
Η πληρωμή γίνεται με ασφάλεια μέσω PayPal. Μπορείτε να πληρώσετε και με κάρτα, χωρίς να χρειάζεται λογαριασμός PayPal, όπου η επιλογή αυτή είναι διαθέσιμη. Το Optiko δεν αποθηκεύει στοιχεία κάρτας.
Στηρίξτε αυτόν τον Βίο Αγίου ως βίντεο
Ο Βίος αυτός μπορεί να γίνει βίντεο όταν συγκεντρωθούν 20€. Μπορείτε να στηρίξετε τη δημιουργία του με μια δωρεά.
Συγκεντρώθηκαν: 0€ από 20€ · Υπόλοιπο: 20€
Η πληρωμή γίνεται με ασφάλεια μέσω PayPal. Μπορεί επίσης να υπάρχει δυνατότητα πληρωμής με κάρτα χωρίς λογαριασμό PayPal, ανάλογα με τη διαθεσιμότητα του PayPal στη χώρα σας. Το Optiko δεν αποθηκεύει στοιχεία κάρτας.
Σημείωση: Τα χρήματα βοηθούν στις συνδρομές και στα εργαλεία που πληρώνουν οι δημιουργοί για την παραγωγή του τελικού βίντεο, όπως παραγωγή εικόνων, ηχητική αφήγηση, πλατφόρμες φιλοξενίας και παραγωγής βίντεο. Δεν περιλαμβάνεται ο προσωπικός κόπος των δημιουργών.