Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Ο Άγιος Μιχαήλ Συνάδων, ο ομολογητής των ιερών εικόνων
Όταν ένα άδειο χάλκινο δοχείο γέμισε ξαφνικά νερό από την προσευχή δύο μοναχών, οι θεριστές κατάλαβαν πως ζούσαν ανάμεσά τους άγιοι. Ο ένας από αυτούς, ο Μιχαήλ από τα Σύναδα της Φρυγίας, θα στεκόταν αργότερα μπροστά στον αυτοκράτορα Λέοντα τον Αρμένιο και θα ομολογούσε την πίστη με κίνδυνο της ζωής του. Καταγόταν από αρχοντική οικογένεια της Φρυγίας και σπούδασε με ζήλο τα ιερά γράμματα από τα νεανικά του χρόνια. Άφησε την πατρίδα του και έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνώρισε τον Θεοφύλακτο και συνδέθηκαν με βαθιά πνευματική φιλία.
Η αγάπη τους ήταν τόσο δυνατή, ώστε όσοι τους έβλεπαν τους θεωρούσαν σχεδόν έναν άνθρωπο σε δύο σώματα. Αποφάσισαν μαζί να αφιερωθούν στην άσκηση και στη μελέτη των θείων Γραφών, μακριά από τους θορύβους του κόσμου. Κατέφυγαν στο μοναστήρι κοντά στον Εύξεινο Πόντο, το οποίο είχε ιδρύσει ο Πατριάρχης Ταράσιος. Εκείνος τους υποδέχτηκε εγκάρδια, διέκρινε την αρετή τους και τους χειροτόνησε σύντομα πρεσβυτέρους της Εκκλησίας. Οι δύο φίλοι προόδευαν καθημερινά στην ταπείνωση και στη χαρά του Αγίου Πνεύματος.
Όταν ο Πατριάρχης Ταράσιος είδε τους καρπούς της ασκητικής τους πορείας, αποφάσισε να τους χειροτονήσει επισκόπους περί το έτος επτακόσια ογδόντα τέσσερα. Ο Θεοφύλακτος έλαβε τον θρόνο της Νικομήδειας και ο Μιχαήλ έγινε επίσκοπος της πόλης των Συνάδων. Από τη νέα του θέση ο Μιχαήλ έλαμψε με τον λόγο και τον βίο του, κηρύττοντας καθημερινά την αλήθεια του Ευαγγελίου. Ήταν πράος, υπομονετικός, ελεήμων και δεν θύμωνε ποτέ με κανέναν, ακόμη και όταν τον αδικούσαν άσχημα.
Διοικούσε εκκλησίες και μοναστήρια, ίδρυσε ξενώνες για τους ξένους και οίκους φιλανθρωπίας για τους φτωχούς. Έλαβε μέρος στην Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας το έτος επτακόσια ογδόντα επτά, όπου υποστήριξε με σθένος τη διδασκαλία για την τιμή των ιερών εικόνων. Το έτος οκτακόσια έξι ηγήθηκε αντιπροσωπείας του αυτοκράτορα Νικηφόρου προς τον χαλίφη Χαρούν Αλ Ρασίντ, μεταφέροντας μηνύματα ειρήνης. Αργότερα, το φθινόπωρο του οκτακόσια έντεκα, στάλθηκε στη Ρώμη με συνοδικές επιστολές για την υπεράσπιση των ιερών εικόνων.
Έναν χρόνο μετά τον δέχτηκε ο Καρλομάγνος και υπέγραψε μαζί του συνθήκη ειρήνης. Όταν ανέβηκε στον θρόνο ο Λέων ο Αρμένιος, μετά από δύο χρόνια βασιλείας ξεκίνησε σκληρό διωγμό εναντίον των ιερών εικόνων. Ο Μιχαήλ μαζί με τον Ευθύμιο Σάρδεων, τον Ιωσήφ Θεσσαλονίκης, τον Αιμιλιανό Κυζίκου και τον Θεοφύλακτο Νικομηδείας ήταν έτοιμοι να χύσουν και το αίμα τους για την αλήθεια. Παρουσιάστηκαν μπροστά στον αυτοκράτορα και προσπάθησαν να τον πείσουν με τα λόγια των Πατέρων και με τη μαρτυρία της Ρώμης.
Ο τυφλωμένος όμως τύραννος τους εμπόδισε και τους εξόρισε μακριά ο ένας από τον άλλο, απαγορεύοντας ακόμη και την αλληλογραφία τους. Ο Μιχαήλ στάλθηκε στην Ευδοκιάδα της Φρυγίας, όπου παρέμεινε περισσότερα από δέκα χρόνια μέσα σε στερήσεις και κακουχίες. Συνέχιζε όμως να προσεύχεται για τους διώκτες του και να βοηθάει τους δυστυχισμένους ανθρώπους του τόπου. Δεν εγκατέλειψε ποτέ την άσκηση και την αγρυπνία, και ο Θεός τον αξίωσε με το χάρισμα των θαυμάτων.
Έκανε θαύματα και για ανθρώπους και για ζώα, και κατάφερε να μεταστρέψει ολόκληρη την απομονωμένη εκείνη επαρχία στην ορθόδοξη πίστη. Όταν ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε την επιτυχία του, διέταξε να τον απομακρύνουν από τη Φρυγία. Περιπλανώμενος έφτασε σε έναν τόπο όπου τα ποντίκια κατέστρεφαν τη σοδειά των κατοίκων. Τους εξήγησε ότι αυτό ήταν παιδαγωγία του Θεού για τις αμαρτίες τους και τους παρακίνησε να νηστέψουν τρεις ημέρες με μετάνοια. Μετά τη νηστεία ο άγιος τους μάζεψε στον κάμπο και προσευχόταν γονατιστός, ενώ ο λαός φώναζε «ελέησον Κύριε» προς τον ουρανό.
Σύντομα ένας σεισμός συντάραξε την περιοχή και τα ποντίκια εξαφανίστηκαν για πάντα. Παρόμοιο θαύμα συνέβη και στην Ευραντισία, όπου οι ακρίδες κατέστρεφαν τα δέντρα και τις καλλιέργειες. Ο άγιος προσευχήθηκε ολόκληρη τη νύχτα και την επομένη οδήγησε λιτανεία με ψαλμωδίες ικεσίας. Οι ακρίδες μαζεύτηκαν σαν σκοτεινό σύννεφο και χάθηκαν στα ύψη του ουρανού. Τελικά οδηγήθηκε στις όχθες της λίμνης της Νικομήδειας, εξαντλημένος αλλά αδιάκοπος προσευχόμενος.
Τη Δευτέρα της Πεντηκοστής του οκτακοσίου εικοστού έκτου αρρώστησε, και την Τετάρτη παρέδωσε την ψυχή του παρουσία του φίλου του Θεοδώρου του Στουδίτη. Το τελικό αρχείο: **Όνομα αρχείου:** `05_23_Άγιος_Μιχαήλ_Συνάδων_Ομολογητής. **Περιεχόμενο αρχείου:** Όταν ένα άδειο χάλκινο δοχείο γέμισε ξαφνικά νερό από την προσευχή δύο μοναχών, οι θεριστές κατάλαβαν πως ζούσαν ανάμεσά τους άγιοι.
Ο ένας από αυτούς, ο Μιχαήλ από τα Σύναδα της Φρυγίας, θα στεκόταν αργότερα μπροστά στον αυτοκράτορα Λέοντα τον Αρμένιο για να ομολογήσει την πίστη του. Καταγόταν από αρχοντική οικογένεια της Φρυγίας και σπούδασε με ζήλο τα ιερά γράμματα από τα νεανικά του ακόμη χρόνια. Άφησε την πατρίδα του και έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνώρισε τον Θεοφύλακτο και συνδέθηκαν με βαθύτατη πνευματική φιλία. Η αγάπη τους ήταν τόσο δυνατή, ώστε όσοι τους έβλεπαν τους θεωρούσαν σχεδόν έναν άνθρωπο σε δύο σώματα.
Αποφάσισαν μαζί να αφιερωθούν στην άσκηση της σάρκας και στη μελέτη των θείων Γραφών μακριά από τον κόσμο. Κατέφυγαν σε ένα μοναστήρι κοντά στον Εύξεινο Πόντο, το οποίο είχε ιδρύσει ο Πατριάρχης Ταράσιος της Κωνσταντινουπόλεως. Εκείνος τους υποδέχτηκε εγκάρδια, διέκρινε αμέσως την αρετή τους και τους χειροτόνησε σύντομα πρεσβυτέρους της Εκκλησίας. Οι δύο φίλοι προόδευαν καθημερινά στην ταπείνωση και στη χαρά του Αγίου Πνεύματος μέσα στις ασκητικές παλαίστρες.
Όταν ο Πατριάρχης Ταράσιος είδε τους πλούσιους καρπούς της ασκητικής τους πορείας, αποφάσισε να τους χειροτονήσει επισκόπους περί το έτος επτακόσια ογδόντα τέσσερα. Ο Θεοφύλακτος έλαβε τον θρόνο της Νικομήδειας και ο Μιχαήλ έγινε επίσκοπος της πόλης των Συνάδων στη Φρυγία. Από τη νέα του θέση ο Μιχαήλ έλαμψε με τον λόγο και τον βίο του, κηρύττοντας καθημερινά την αλήθεια του Ευαγγελίου. Ήταν πράος, υπομονετικός και ελεήμων, και δεν θύμωνε ποτέ με κανέναν ακόμη και όταν τον αδικούσαν πικρά.
Διοικούσε εκκλησίες και μοναστήρια, ίδρυσε ξενώνες για τους ξένους και οίκους φιλανθρωπίας για τους φτωχούς της επαρχίας. Έλαβε μέρος στην Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας το έτος επτακόσια ογδόντα επτά, όπου υποστήριξε με σθένος τη διδασκαλία για την τιμή των ιερών εικόνων. Το έτος οκτακόσια έξι ηγήθηκε αντιπροσωπείας του αυτοκράτορα Νικηφόρου προς τον χαλίφη Χαρούν Αλ Ρασίντ, μεταφέροντας μηνύματα ειρήνης. Το φθινόπωρο του οκτακοσίου ενδέκατου στάλθηκε στη Ρώμη με συνοδικές επιστολές για την υπεράσπιση των ιερών εικόνων στη Δύση.
Έναν χρόνο αργότερα τον δέχτηκε ο Καρλομάγνος και υπέγραψε μαζί του σημαντική συνθήκη ειρήνης. Όταν ανέβηκε στον θρόνο ο Λέων ο Αρμένιος, μετά από δύο χρόνια βασιλείας ξεκίνησε σκληρό διωγμό εναντίον των ιερών εικόνων. Ο Μιχαήλ μαζί με τον Ευθύμιο Σάρδεων, τον Ιωσήφ Θεσσαλονίκης, τον Αιμιλιανό Κυζίκου και τον Θεοφύλακτο Νικομηδείας ήταν έτοιμοι να χύσουν και το αίμα τους για την αλήθεια της πίστης. Παρουσιάστηκαν μπροστά στον αυτοκράτορα και προσπάθησαν να τον πείσουν με τα λόγια των Πατέρων και με τη μαρτυρία της Ρώμης.
Ο τυφλωμένος όμως τύραννος τους εμπόδισε και τους εξόρισε μακριά ο ένας από τον άλλο, απαγορεύοντας ακόμη και την αλληλογραφία μεταξύ τους. Ο Μιχαήλ στάλθηκε στην Ευδοκιάδα της Φρυγίας, όπου παρέμεινε περισσότερο από δέκα ολόκληρα χρόνια μέσα σε στερήσεις και κακουχίες. Συνέχιζε όμως να προσεύχεται για τους διώκτες του και να βοηθάει τους δυστυχισμένους ανθρώπους της γύρω περιοχής. Δεν εγκατέλειψε ποτέ την άσκηση και την αγρυπνία, και ο Θεός τον αξίωσε με το πλούσιο χάρισμα των θαυμάτων.
Έκανε θαύματα και για ανθρώπους και για ζώα, και κατάφερε να μεταστρέψει ολόκληρη την απομονωμένη εκείνη επαρχία στην ορθόδοξη πίστη. Όταν ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε την επιτυχία του, διέταξε να τον απομακρύνουν αμέσως από τη Φρυγία. Περιπλανώμενος ο άγιος έφτασε σε έναν τόπο, όπου τα ποντίκια κατέστρεφαν την σοδειά των κατοίκων. Τους εξήγησε ότι αυτό ήταν παιδαγωγία του Θεού για τις αμαρτίες τους και τους παρακίνησε να νηστέψουν τρεις ημέρες με μετάνοια.
Μετά τη νηστεία ο άγιος τους μάζεψε στον κάμπο και προσευχόταν γονατιστός, ενώ ο λαός φώναζε «ελέησον Κύριε» προς τον ουρανό. Σύντομα ένας σεισμός συντάραξε την περιοχή και τα ποντίκια εξαφανίστηκαν για πάντα από εκείνο το μέρος. Παρόμοιο θαύμα συνέβη και στην Ευραντισία, όπου οι ακρίδες κατέστρεφαν τα δέντρα και τις καλλιέργειες των κατοίκων. Ο άγιος προσευχήθηκε ολόκληρη τη νύχτα και την επομένη οδήγησε λιτανεία με ψαλμωδίες θερμής ικεσίας. Οι ακρίδες μαζεύτηκαν σαν σκοτεινό σύννεφο και χάθηκαν για πάντα στα ύψη του ουρανού.
Τελικά οδηγήθηκε στις όχθες της λίμνης της Νικομήδειας, εξαντλημένος αλλά αδιάκοπα προσευχόμενος για την ειρήνη της Εκκλησίας. Τη Δευτέρα της Πεντηκοστής του οκτακοσίου εικοστού έκτου αρρώστησε βαριά, και την Τετάρτη παρέδωσε την ψυχή του παρουσία του φίλου του Θεοδώρου του Στουδίτη.