Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Οι Άγιοι Δαβίδ και Ταριχάνι, τα μαρτυρικά αδέλφια της Γεωργίας
Ένα ραβδί έπεσε στο χώμα και έγινε μεγάλο δέντρο, τη στιγμή που ο νεαρός Δαβίδ ξεψυχούσε από το μαχαίρι του ίδιου του θείου του. Διακόσια χρόνια αργότερα, χριστιανοί έκοψαν εκείνο το ευλογημένο δέντρο και μοιράστηκαν το άγιο ξύλο σαν πολύτιμο θησαυρό. Οι δύο νεαροί μάρτυρες της Γεωργίας, ο Δαβίδ και ο Ταριχάνι, γεννήθηκαν από ευσεβείς γονείς, τον Βαρδάν και την Ταγκινέ, που ήταν συγγενείς του βασιλιά. Ο πατέρας τους έφυγε από τη ζωή όσο τα παιδιά ήταν ακόμη μικρά και αβοήθητα.
Τότε ο Θεοδόσιος, ο ειδωλολάτρης αδελφός της Ταγκινές, άρπαξε με δόλο όλη την περιουσία της οικογένειας. Φοβόταν όμως πως κάποτε τα ανίψια του θα διεκδικούσαν τη νόμιμη κληρονομιά τους και αναζητούσε τρόπο να τους εξουδετερώσει. Σκέφτηκε λοιπόν να μεταστρέψει την αδελφή του και τα παιδιά της στη δική του πίστη, για να δέσει την οικογένεια κοντά του. Της πρότεινε να απαρνηθεί τον Χριστό και υποσχέθηκε πως θα υιοθετούσε τα αγόρια ως δικά του παιδιά.
Η Ταγκινέ όμως στάθηκε ακλόνητη και του απάντησε με παρρησία μεγάλη. Του είπε πως αρκετά είχε αρπάξει την επίγεια περιουσία των παιδιών της, μα δεν μπορούσε ποτέ να αγγίξει τη ζωή της αιωνιότητας. Η ουράνια κληρονομιά των παιδιών της, του εξήγησε, ήταν εντελώς πέρα από τη δική του εξουσία και τα δικά του σχέδια. Ο Θεοδόσιος έμεινε άναυδος μπροστά στη σταθερότητα της αδελφής του και άλλαξε τότε τακτική. Στράφηκε κατευθείαν στα δύο αγόρια, τα κάλεσε κοντά του και τα αγκάλιασε με προσποιητή στοργή πατέρα.
Τους πρόσφερε γλυκά και υποσχέσεις, λέγοντας πως όλα όσα είχε πλέον τους ανήκαν χωρίς κανέναν όρο. Τους ζήτησε να τον εμπιστευθούν σαν υπάκουα παιδιά και να αφήσουν την πίστη του πατέρα τους. Τα ιερά παιδιά σώπασαν για λίγο και ύστερα απάντησαν με θαυμαστή σύνεση και θάρρος. Δήλωσαν πως ήταν απόλυτα χαρούμενα με την πίστη του πατέρα τους και πως θα έμεναν πιστά μέχρι την έσχατη ώρα. Είπαν πως ήταν έτοιμα να υποφέρουν τα πάντα από αγάπη για τον Κύριο και Ουράνιο Πατέρα τους.
Ο Θεοδόσιος έφυγε γεμάτος οργή και άρχισε μέσα του να μελετά σκοτεινό σχέδιο εκδίκησης εναντίον τους. Δεν τόλμησε να βλάψει φανερά τα ανίψια του, γιατί φοβόταν την οργή της χριστιανικής κοινότητας που τα προστάτευε. Αποφάσισε λοιπόν να τα δολοφονήσει κρυφά, μακριά από μάρτυρες και από τα μάτια των πιστών της πόλης. Η Ταγκινέ όμως ένιωσε πως ο κίνδυνος πλησίαζε και έφυγε με τα παιδιά της προς τη νότια περιοχή του Τάο. Οι κατάσκοποι όμως του Θεοδοσίου ανακάλυψαν πως τα δύο αγόρια έβοσκαν πρόβατα στην κορυφή ενός βουνού.
Εκείνος ετοίμασε ένοπλη ενέδρα και βάδισε ο ίδιος με τους στρατιώτες του εναντίον των ανιψιών του. Τα αδέλφια άκουσαν τον θόρυβο και είδαν τους οπλισμένους άνδρες πριν ακόμη φτάσει η επίθεση. Ο Δαβίδ χάρηκε όταν αναγνώρισε τον θείο του και έτρεξε προς το μέρος του με ανοιχτή την αγκαλιά. Ο Θεοδόσιος όμως τον μαχαίρωσε πριν προλάβει εκείνος να τον αγγίξει με αδελφικό φιλί. Το ραβδί του νεαρού μάρτυρα έπεσε στη γη και μεταμορφώθηκε αμέσως σε ένα ψηλό και ολόκληρο δέντρο.
Διακόσια χρόνια αργότερα, ομάδα χριστιανών έκοψε εκείνο το θαυματουργικό δέντρο και μοίρασε το άγιο ξύλο μεταξύ της. Ο Ταριχάνι είδε με τα ίδια του τα μάτια τον φόνο του αδελφού του και έφυγε τρέχοντας προς το χωριό Ντιβρί. Ήλπιζε να βρει εκεί βοήθεια από τους κατοίκους, μα οι διώκτες τον πρόλαβαν στον δρόμο και τον σκότωσαν με μαχαίρι. Ύστερα γύρισαν στον Θεοδόσιο και είδαν τον αρχηγό τους τιμωρημένο από τον Θεό με ολοκληρωτική τύφλωση. Οι στρατιώτες έμειναν άναυδοι και δεν μπορούσαν ούτε λέξη να αρθρώσουν ούτε να μετακινηθούν από εκείνον τον τόπο.
Πέρασε αρκετή ώρα και τα μάτια του Θεοδοσίου γέμισαν πικρά δάκρυα μετανοίας και βαθιάς συντριβής. Η Ταγκινέ έφτασε στο σημείο και στην αρχή κατηγόρησε τον αδελφό της με μεγάλη οργή και πόνο. Όσοι άκουγαν τις κραυγές της απαρηγόρητης μητέρας έκλαιγαν μαζί της και θρηνούσαν τα δύο νεαρά παιδιά. Καθώς όμως χάιδευε τα άψυχα σώματα των γιων της, ο Θεοδόσιος της μίλησε με φωνή αλλαγμένη. Της ομολόγησε πως είχε λάμψει επάνω της το ανέσπερο και αληθινό φως του ζωντανού και αιώνιου Θεού.
Της ζήτησε να προσευχηθεί στους μάρτυρες, ώστε ο Κύριος να τον αξιώσει της σφραγίδας του Χριστού. Όταν η Ταγκινέ άκουσε αυτά τα λόγια, κατάλαβε πως ο Θεός είχε δεχθεί τα παιδιά της ως αγία και ευωδιαστή θυσία. Πλημμύρισε τότε από καινούργια χαρά και είπε στον αδελφό της πως ο Θεός τού συγχωρούσε τον φόνο των δύο γιων της. Πήρε ύστερα λίγο χώμα ποτισμένο από το αίμα του παιδιού της Δαβίδ και άλειψε με αυτό τα μάτια του Θεοδοσίου. Αμέσως το φως επέστρεψε στα τυφλωμένα μάτια του και η όρασή του αποκαταστάθηκε με τρόπο θαυμαστό.
Όλα αυτά συνέβησαν, σύμφωνα με την παράδοση της Γεωργίας, κατά το έτος εξακόσια ενενήντα τρία μετά Χριστόν. Ο φιλάνθρωπος Θεός θέλησε να φανερώσει την αγιότητα των μαρτύρων του με ένα μοναδικό σημείο. Κάθε βράδυ, όταν έπεφτε το σκοτάδι της νύχτας, τα ιερά λείψανά τους έλαμπαν με ολόφωτο και ουράνιο φως. Ο Θεοδόσιος μετανόησε δημόσια ενώπιον του ίδιου του καθολικού πατριάρχη της Γεωργίας. Δέχθηκε το άγιο βάπτισμα και ανήγειρε ναό προς τιμήν του ανιψιού του, του αγίου μάρτυρα Δαβίδ. Ο άρχοντας του Ντιβρί παρέλαβε τα λείψανα του Ταριχάνι και έκτισε ναό επάνω από εκείνα. Η Ταγκινέ έζησε τον υπόλοιπο βίο της στο χωριό Ταντζαράνι, όπου και κοιμήθηκε εν ειρήνη.