Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Ο μαρτυρικός δρόμος του Σολόχωνος και των συντρόφων του
Μέσα στο στρατόπεδο της Χαλκηδόνας, τρεις στρατιώτες σταμάτησαν μπροστά στους βωμούς και αρνήθηκαν δημόσια να θυσιάσουν στα είδωλα. Ο Σολόχων έσπασε με τα δόντια του το σιδερένιο όργανο που του άνοιγε βίαια το στόμα για να πιει αίμα ειδωλόθυτο. Καταγόταν από την Αίγυπτο και ζούσε στα δύσκολα χρόνια του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, όταν η πίστη στον Χριστό κόστιζε αίμα. Υπηρετούσε ως στρατιώτης στο τάγμα του τριβούνου Καμπανού, που είχε υπό την εξουσία του τρεις χιλιάδες άνδρες.
Όταν η αυτοκρατορική διαταγή έφτασε από την Αίγυπτο στη Χαλκηδόνα, ζητήθηκε από όλους τους στρατιώτες να προσφέρουν θυσίες στα είδωλα. Ο Καμπανός υπάκουσε αμέσως και άρχισε την τελετή μπροστά στους άνδρες του παρατάγματος. Την ώρα που οι σύντροφοί τους έσπευδαν στους βωμούς, ο Σολόχων μαζί με τον Παμφαμήρ και τον Παμφυλώνα στάθηκαν όρθιοι και ομολόγησαν φανερά τον Χριστό. Δήλωσαν πως δεν επρόκειτο να αρνηθούν τον Κύριο, ούτε μπροστά στα πιο σκληρά βασανιστήρια.
Υποσχέθηκαν να μείνουν πιστοί μέχρι την τελευταία τους ανάσα, παραδίδοντας τη ζωή τους ολόκληρη στον αληθινό Θεό. Η οργή του τριβούνου ξέσπασε πάνω τους με ανηλεή βασανιστήρια, που έδειχναν τη μανία του ειδωλολατρικού κόσμου. Οι δύο σύντροφοι, Παμφαμήρ και Παμφυλών, υπέμειναν τα κτυπήματα μέχρι τέλους και παρέδωσαν τις ψυχές τους στα χέρια του Θεού. Ο Σολόχων όμως έμεινε ζωντανός και συνέχιζε να μεγαλύνει με δυνατή φωνή το όνομα του Χριστού. Ο Καμπανός θύμωσε ακόμη περισσότερο και πρόσταξε τους υπηρέτες να ανοίξουν με μαχαίρι το στόμα του και να χύσουν μέσα αίμα από τις ειδωλόθυτες θυσίες.
Ο μάρτυρας έσφιξε όμως τα δόντια του με τέτοια δύναμη, που το σίδερο λύγισε και έσπασε στα χέρια τους. Έσπασε στη συνέχεια και τα δεσμά του, στάθηκε ελεύθερος μπροστά στον δήμιο και τον έλεγξε για την ασέβειά του. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε φωνή από τον ουρανό, που τον ενίσχυε στους αγώνες του και τον καλούσε να μείνει γενναίος. Οι παρόντες έμειναν άναυδοι, ενώ ο τριβούνος έχανε κάθε λογική και ετοίμαζε νέες, ακόμη πιο φρικτές βασάνους εναντίον του στρατιώτη του Χριστού.
Οι δήμιοι όρμησαν πάνω του χωρίς οίκτο και τον κτυπούσαν ασταμάτητα, ενώ τον έσερναν από τα πόδια πάνω σε σπασμένα κεραμίδια και σε αιχμηρές πέτρες. Ύστερα τον κρέμασαν από το δεξί χέρι σε ξύλο στερεωμένο σε σπίτι, και έδεσαν στο αριστερό του πόδι μια βαριά πέτρα για να αυξήσουν τον πόνο. Έμεινε κρεμασμένος έτσι από την έκτη ώρα μέχρι την ένατη, ενώ οι βασανιστές του ζητούσαν επίμονα να αρνηθεί τον Χριστό. Ο μάρτυρας δεν υποχώρησε ούτε στιγμή στις ασεβείς απαιτήσεις τους, αλλά κρατούσε στην καρδιά του την ομολογία της πίστεως.
Όταν τον κατέβασαν προς το βράδυ από το ξύλο της δοκιμασίας, στάθηκε όρθιος στη γη σαν να μην είχε πάθει τίποτε. Όλοι όσοι έβλεπαν αυτό το θαύμα έμειναν έκπληκτοι μπροστά στη θεϊκή δύναμη που τον στήριζε ολοφάνερα. Ο Καμπανός όμως, παραδομένος στη μανία του, άρπαξε τον γραφικό κάλαμο που είχε στο χέρι του. Με βίαιη κίνηση τον κάρφωσε στο αυτί του αγίου, ώστε πέρασε μέσα από όλο το κεφάλι του. Όταν οι στρατιώτες έφυγαν από τον τόπο του μαρτυρίου, πλησίασαν κρυφά οι χριστιανοί και σήκωσαν με ευλάβεια το τίμιο σώμα του εξαντλημένου αθλητή.
Τον τοποθέτησαν σε φορητό κρεβάτι και τον μετέφεραν στο σπίτι μιας ευσεβούς χήρας που ζούσε με φόβο Θεού. Εκεί ο άγιος γεύτηκε λίγο ψωμί και ήπιε λίγο νερό, για να συνέλθει από τις φοβερές πληγές που είχε δεχθεί. Όταν ένιωσε λίγη δύναμη, άρχισε να συνομιλεί με τους πιστούς που στέκονταν γύρω από το κρεβάτι του με δάκρυα και θαυμασμό. Τους προέτρεπε να μένουν ακλόνητοι και γενναίοι στην ομολογία της πίστεως του Χριστού μέχρι τέλους. Τους δίδαξε ότι κανένας πόνος του κόσμου δεν μπορεί να συγκριθεί με τη χαρά της αιώνιας ζωής.
Σήκωσε ύστερα τα μάτια του προς τον ουρανό και προσευχήθηκε ικανή ώρα στον Θεό για όλους τους πιστούς. Παρέδωσε τότε ήσυχα το πνεύμα του στον Χριστό, στον αληθινό Θεό μας, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες. Η μνήμη των τριών μαρτύρων τιμάται κάθε χρόνο στις δεκαεπτά Μαΐου.