Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Οι Αψαράδες των Μετεώρων
Ένα υπέρλαμπρο αστέρι στάθηκε πάνω από το κελλί του ετοιμοθάνατου Θεοφάνη, την ώρα που οι αδελφοί έψαλλαν δακρυσμένοι τον Παρακλητικό Κανόνα. Δύο αρχοντόπουλα από τα Ιωάννινα είχαν εγκαταλείψει πλούτη και δόξα, για να σκαρφαλώσουν στους απάτητους βράχους των Μετεώρων και να στήσουν εκεί τη Μονή Βαρλαάμ. Οι αυτάδελφοι Νεκτάριος και Θεοφάνης γεννήθηκαν στα τέλη του δέκατου πέμπτου αιώνα στην ηπειρωτική πρωτεύουσα, μέσα στον αρχοντικό οίκο των Αψαράδων.
Η οικογένειά τους είχε διαδραματίσει σπουδαίο ρόλο στα πολιτικά πράγματα του τόπου, με μέλη της να αναμειγνύονται στις ταραχές της εποχής του δεσπότη Θωμά Πρελιούμποβιτς. Οι ίδιοι όμως οι δύο αδελφοί προτίμησαν να σιωπήσουν για την καταγωγή, την περιουσία και τη μόρφωσή τους στην αυτοβιογραφία τους. Στο αρχοντικό τους ανατράφηκαν με χριστιανικό φρόνημα και πήραν αξιόλογη παιδεία στη φημισμένη μονή των Φιλανθρωπηνών, επί ηγουμένου Μακαρίου. Οι γονείς και οι τρεις αδελφές τους ενδύθηκαν τελικά το μοναχικό σχήμα και κατοίκησαν σε κάποιο κελλί κοντά στο χωριό του νησιού των Ιωαννίνων.
Η τρίτη αδελφή πιθανότατα έφερε το όνομα Μαγδαληνή και ακολούθησε κι αυτή τον ίδιο δρόμο της αφιερώσεως. Σε νεαρή ηλικία οι δύο αδελφοί φλογίστηκαν από τον θείο έρωτα και άφησαν πίσω τους τη λάμψη του κόσμου. Το ιερό σχήμα τους έδωσε γύρω στα χίλια τετρακόσια ενενήντα πέντε ένας ασκητής γέροντας, ο Όσιος Σάββας. Κοντά του παρέμειναν δέκα ολόκληρα χρόνια στο ασκητήριο του Τιμίου Προδρόμου, μέσα στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων. Εκεί συνέλεξαν τους πρώτους καρπούς της ησυχαστικής ζωής, μέχρι την κοίμηση του πνευματικού τους πατέρα την ένατη Απριλίου του χίλια πεντακόσια πέντε.
Ύστερα κατευθύνθηκαν στο Άγιον Όρος, για να αντλήσουν νέα στηρίγματα στην ακένωτη πηγή του αναχωρητισμού. Στο Περιβόλι της Παναγίας τους δέχθηκε με αγάπη ο πρώην Οικουμενικός Πατριάρχης Νήφων ο Δεύτερος, που μόναζε τότε στη μονή Διονυσίου. Από τον αγιασμένο εκείνον γέροντα ζήτησαν και έλαβαν όρο και κανόνα μοναχικής ζωής, ως δεύτερο πνευματικό πατέρα. Ο Πατριάρχης τους όπλισε με τα απαραίτητα εφόδια και τους συμβούλεψε να επιστρέψουν στο κελλί της μετανοίας τους.
Έδωσαν την υπόσχεση πως δεν θα παρέκλιναν από τις εντολές του και πήραν ξανά τον δρόμο για την Ήπειρο. Επιστρέφοντας στο νησί βρήκαν το παλιό τους κελλί κατειλημμένο από κοσμικούς άρχοντες, που πρόβαλλαν μάλιστα κτιτορικά δικαιώματα επάνω του. Αναγκάστηκαν λοιπόν να καταφύγουν στα ενδότερα μέρη του νησιού, αναζητώντας τόπο κατάλληλο για ησυχία και αδιάλειπτη άσκηση. Εκεί συνάντησαν ένα μισοερειπωμένο ησυχαστήριο αφιερωμένο στον Άγιο Παντελεήμονα, κτισμένο σε σπηλιά πάνω από τα νερά της λίμνης.
Τα νερά είχαν εισχωρήσει στην κοιλότητα του βράχου σχηματίζοντας μια πελώρια γούβα, όπως ονομαζόταν τοπικά ο φυσικός εκείνος σχηματισμός. Πριν από πολλά χρόνια είχε αγιάσει στον τόπο εκείνο ένας περίφημος ερημίτης, ο Αντώνιος, με βαθιά διορατικά χαρίσματα. Δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια είχε παραμείνει έγκλειστος στο κελλί του, χάρη στην πολλή του καθαρότητα και υπακοή. Οι δύο αδελφοί επισκέφθηκαν αμέσως τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων και έλαβαν την ευλογία και την έγγραφη άδειά του.
Για μεγαλύτερη ασφάλεια ζήτησαν και έλαβαν την έγκριση του Οικουμενικού Πατριάρχη Παχωμίου του Πρώτου. Εκείνος, με ιδιόγραφο πατριαρχικό γράμμα, στήριξε τις προσπάθειές τους και τους διαβεβαίωσε ότι κανείς δεν θα τους εμπόδιζε στο θεάρεστο έργο. Αφού εξασφάλισαν την απαιτούμενη άδεια, προχώρησαν χωρίς καθυστέρηση στην ανέγερση ναού και κελλιών στον δύσκολο τόπο. Η κτιτορική προσπάθεια στην πράξη αποδείχθηκε ένας μεγάλος και επίπονος αγώνας για τους δύο αδελφούς.
Όλη την ημέρα δούλευαν για να κόψουν ένα μεγάλο τμήμα του βράχου με τα ίδια τους τα χέρια. Έπειτα γέμιζαν τη γούβα με χώμα και πέτρες, ώστε να μπορέσουν να ξεκινήσουν το χτίσιμο των οικοδομών. Τελικά γύρω στα χίλια πεντακόσια έξι ανήγειραν με προσωπικά τους έξοδα τον ναό του Τιμίου Προδρόμου. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ολοκληρώθηκαν και τα κελλιά και οι υπόλοιπες απαραίτητες οικοδομές της μονής. Δεν σταμάτησαν όμως εκεί την κτιτορική τους διακονία, καθώς φρόντισαν και για τους οικείους τους πνευματικά.
Ανήγειραν για τις αδελφές και τους γονείς τους το ησυχαστήριο του Αγίου Νικολάου στο Λεπενό, ως ξεχωριστό μοναστικό κατάλυμα. Με τη διαθήκη τους κληροδότησαν αργότερα τη μονή του Λεπενού στην ιερά μονή Βαρλαάμ. Από τα μέσα του δέκατου έκτου αιώνα χρησιμοποιούνταν ως μετόχι και κατάλυμα των διακονητών στα κτήματα της Ουσδίνας. Η πορεία τους όμως συνεχίστηκε με σκληρές δοκιμασίες και επώδυνες αντιξοότητες. Η πιο πικρή επίθεση δεν προήλθε από τους αλλόπιστους Τούρκους, αλλά από τους ίδιους τους εκκλησιαστικούς και κοσμικούς άρχοντες του τόπου τους.
Οι ίδιοι οι Όσιοι, με διάκριση και ταπείνωση, δεν θέλησαν να αποκαλύψουν στην αυτοβιογραφία τους τους λόγους εκείνης της εχθρότητας. Καθώς έβλεπαν τον πόλεμο και την κακία των εχθρών να φουντώνει, θυμήθηκαν τη συμβουλή του γέροντά τους Νήφωνος. Εκείνος προορατικά τους είχε προειδοποιήσει να μην αντισταθούν στον πειρασμό, αλλά να αναχωρήσουν σε άλλο μοναστήρι και να ειρηνεύσουν. Πράγματι, ύστερα από τέσσερα περίπου χρόνια στα Ιωάννινα εγκατέλειψαν οριστικά τη νεόκτιστη μονή τους.
Γύρω στα χίλια πεντακόσια δέκα κατευθύνθηκαν προς τους μετεωρίτικους βράχους, αναζητώντας νέα εστία για την ασκητική τους τελείωση. Οι πατέρες της Σκήτης του Μεγάλου Μετεώρου τους παραχώρησαν τον στύλο του Ιερού Προδρόμου ως πρώτο κατάλυμα. Παρέμειναν εκεί επτά ολόκληρα χρόνια, αλλά η στενότητα του βράχου και οι δυνατοί άνεμοι τους ταλαιπωρούσαν συνεχώς. Στράφηκαν λοιπόν στην αναζήτηση καταλληλότερου χώρου ανάμεσα στους γύρω βράχους. Ανάμεσα στους πολλούς βράχους τους τράβηξε ένας πλατύς και ευάερος λίθος, ησυχαστικός και αρκετά ευρύχωρος.
Ονομαζόταν του Βαρλαάμ, από τον πρώτο ερημίτη οικιστή που είχε σκαρφαλώσει και εγκαταβιώσει στην απάτητη κορυφή του. Στον βράχο αυτόν, ολοκληρωτικά έρημο και ακατοίκητο για πολλά χρόνια, ανέβηκαν οι δύο Όσιοι με την κανονική ευλογία. Έλαβαν την άδεια του Μητροπολίτου Λαρίσης Βησσαρίωνος και του καθηγουμένου του Μεγάλου Μετεώρου τον Οκτώβριο του χίλια πεντακόσια δεκαεπτά. Αμέσως μετά την ανάβασή τους ξεκίνησαν με ζήλο τις οικοδομικές εργασίες, καθώς τίποτε δεν σωζόταν ακέραιο.
Έχτισαν πρώτα μερικά πρόχειρα κελλιά για κατοίκηση και έπειτα στράφηκαν στον τέλεια ερειπωμένο ναό. Από το παλαιό εκκλησάκι του ερημίτη Βαρλαάμ, αφιερωμένο στους Αγίους Τρεις Ιεράρχες, σώζονταν μόνο ετοιμόρροπα τμήματα του Ιερού Βήματος. Με ανεξάντλητους σωματικούς κόπους και την αμέριστη βοήθεια των υποτακτικών τους Βενεδίκτου και Παχωμίου ανήγειραν τον ναό εκ βάθρων. Για περισσότερα από τριάντα χρόνια φύλαξαν απαρασάλευτα την ακολουθία των θείων ύμνων και των ολονύκτιων αγρυπνιών.
Τις υπόλοιπες ημέρες αφιέρωναν το ήμισυ της νύχτας στη δοξολογία του Θεού, με υπερβολικά ασκητική δίαιτα. Το χίλια πεντακόσια σαράντα δύο θεμελίωσαν τον περίφημο ναό των Αγίων Πάντων στον βράχο της μονής. Στις δεκαεπτά Μαΐου του χίλια πεντακόσια σαράντα τέσσερα, ημέρα Σάββατο, την ενάτη βυζαντινή ώρα, ολοκληρώθηκε η ανέγερσή του. Στο μεταξύ ο Όσιος Θεοφάνης βρισκόταν ήδη δέκα μήνες κατάκοιτος, εξαντλημένος από βαριά αρρώστια και στα πρόθυρα του θανάτου.
Οι αδελφοί και οι πατέρες γύρω του έκλαιγαν και έψελναν με δακρυσμένα μάτια τον κατανυκτικό Παρακλητικό Κανόνα στην Παναγία. Τότε ακριβώς συνέβη το μεγάλο θαύμα, που σφράγισε την αγία ζωή του ασκητικού εκείνου πατέρα. Ένα υπέρλαμπρο και διαυγέστατο αστέρι στάθηκε ξαφνικά πάνω από το κελλί, καταλάμποντάς το με υπερκόσμιο φως. Με τη δύση του ηλίου η ψυχή του Οσίου Θεοφάνη μετέστη ειρηνικά στις αιώνιες μονές του ουρανού. Ταυτόχρονα έσβησε και το υπερφυσικό αστέρι, σημάδι της άμετρης δόξας που τον περίμενε στην ουράνια πολιτεία.
Έξι χρόνια αργότερα, τη δεύτερη ημέρα της Διακαινησίμου του χίλια πεντακόσια πενήντα, αναπαύθηκε και ο Όσιος Νεκτάριος. Ο κοινός τους τάφος και τα άγια λείψανα παραμένουν πηγή δυνάμεως για τους αδελφούς της μονής και τους ευλαβείς προσκυνητές.