Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Ο Άγιος Αθανάσιος ο Νέος της Χριστιανουπόλεως
Την παραμονή του γάμου του, μέσα στο Ναύπλιο, η ίδια η Παναγία εμφανίστηκε μπροστά του και του ζήτησε να γίνει σκεύος εκλογής του Υιού της. Εκείνος, χωρίς δισταγμό, έστειλε πίσω στον πατέρα του τα νυφικά ρούχα και πήρε δρόμο για την Κωνσταντινούπολη, αφήνοντας τη νύφη να παντρευτεί άλλον. Ο μελλοντικός άγιος γεννήθηκε στην Καρύταινα της Γορτυνίας γύρω στα χίλια εξακόσια σαράντα και βαπτίστηκε με το όνομα Αναστάσιος Κορφηνός. Οι γονείς του, ο Ανδρέας και η Ευφροσύνη, ανέθρεψαν τέσσερα παιδιά μέσα σε ατμόσφαιρα ευσέβειας και αγάπης για τη μάθηση.
Τα πρώτα γράμματα τα διδάχτηκε στον τόπο του και αργότερα φοίτησε πιθανότατα στην ξακουστή σχολή της μονής Φιλοσόφου του Λουσίου. Όταν έφτασε σε ηλικία γάμου, οι γονείς του παραμέρισαν τον πόθο του για τη μοναχική ζωή και επέμειναν να τον αποκαταστήσουν με την κόρη ενός άρχοντα της Πάτρας. Ο πατέρας μάλιστα τον αρραβώνιασε χωρίς καν να ζητήσει τη γνώμη του και τον έστειλε στο Ναύπλιο για τις γαμήλιες προμήθειες. Στον δρόμο προς το Ναύπλιο πέρασε από το ταπεινό εκκλησάκι της Παναγίας στο Βιδόνι, κοντά στο χωριό Σύρνα, και έπεσε με δάκρυα να ζητήσει φωτισμό για τη ζωή του.
Αγόρασε όσα του είχαν παραγγείλει στην πόλη, μα μέσα του βασανιζόταν ολονυκτίς από τους λογισμούς για την απόφαση που τον περίμενε. Τη νύχτα πριν αναχωρήσει για την Καρύταινα, είδε σε όραμα την Παναγία μαζί με τον Τίμιο Πρόδρομο να στέκονται δίπλα του με φως. Η Θεοτόκος τον προσφώνησε με το μοναχικό όνομα που θα έπαιρνε αργότερα και του είπε ότι ο Υιός της τον ήθελε σκεύος εκλογής. Του ζήτησε να στείλει πίσω τους δούλους με τα νυφικά ιμάτια στον πατέρα του και η κόρη να παντρευτεί άλλον άνδρα.
Ο νέος υπάκουσε χωρίς ταλάντευση και πήρε αμέσως τον δρόμο για την Κωνσταντινούπολη. Εκεί έγινε μοναχός με το όνομα Αθανάσιος, χειροτονήθηκε σύντομα διάκονος και πρεσβύτερος και αφοσιώθηκε στη μελέτη και την προσευχή με σπάνιο ζήλο. Επί της πρώτης πατριαρχίας του Οικουμενικού Πατριάρχου Ιακώβου, ο Αθανάσιος χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Χριστιανουπόλεως, υπέρτιμος και έξαρχος πάσης Αρκαδίας, διάδοχος του Μητροπολίτη Ευγενίου στη μαρτυρική αυτή επαρχία.
Η χειροτονία του πρέπει να τοποθετηθεί στα τέλη του χίλια εξακόσια ογδόντα ή στις αρχές του επόμενου έτους με βάση τα σωζόμενα έγγραφα. Τον Απρίλιο εκείνης της χρονιάς εμφανίζεται για πρώτη φορά να υπογράφει ως μέλος της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη. Συνυπέγραψε τότε αφοριστικό γράμμα προς τον Μητροπολίτη Ευρίπου και τον Επίτροπο Μελενίκου, παίρνοντας θέση σε σοβαρό εκκλησιαστικό ζήτημα. Η ονομασία της μητροπόλεως παρέπεμπε στη Χριστιανούπολη, που ταυτίζεται με το σημερινό χωριό Χριστιάνοι της Μεσσηνίας.
Ουσιαστική όμως έδρα του ποιμένα υπήρξε με βεβαιότητα η πόλη της Κυπαρισσίας, καρδιά της εκκλησιαστικής ζωής της περιοχής. Ο νέος αρχιερέας βρήκε μια επαρχία βυθισμένη σε οικονομική εξαθλίωση, εκκλησιαστική παρακμή και ηθική κόπωση κάτω από τον βαρύ τουρκικό ζυγό. Η ζωή των ραγιάδων ήταν δεινή και η θρησκευτική κατάσταση μόλις συντηρούνταν από λίγα μοναστήρια και ολιγάριθμους πεφωτισμένους κληρικούς. Από την πρώτη στιγμή ο νέος μητροπολίτης ξεκίνησε σκληρό αγώνα για να αλλάξει την εικόνα της επαρχίας του και να ανυψώσει το ταλαιπωρημένο ποίμνιο.
Πρώτο μέλημά του στάθηκε η ανεύρεση κατάλληλων νέων για το ιερατικό αξίωμα μέσα σε μια κοινωνία που είχε σχεδόν λησμονήσει την παιδεία. Ίδρυσε σχολεία για τη λειτουργική και τη βασική εκπαίδευση των υποψηφίων κληρικών και ανέλαβε ο ίδιος το βάρος της καθοδήγησής τους. Παράλληλα παραιτήθηκε από κάθε συνηθισμένη οικονομική προσφορά που έδιναν τότε οι ιερείς στον αρχιερέα για τη συντήρηση της Επισκοπής. Πίστευε βαθιά πως η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν ο ιερός θεσμός που κρατούσε ζωντανή την πίστη στον Χριστό και την εθνική συνείδηση των υπόδουλων Ελλήνων.
Φρόντισε επίσης για την επισκευή και τη συντήρηση των ναών, όσο επέτρεπαν οι οικονομικές δυνατότητες και οι άδειες των κατακτητών. Έδωσε ιδιαίτερη σημασία στα μοναστήρια, τα οποία θεωρούσε εστίες σωτηρίας, κέντρα φωτισμού, φιλανθρωπίας και προετοιμασίας για τον μελλοντικό αγώνα της ελευθερίας του Γένους. Απέναντι στο ποίμνιό του ο Αθανάσιος στάθηκε αληθινός επίσκοπος και γνήσιος μιμητής του Χριστού, με καρδιά ανοιχτή σε κάθε πόνο. Δεν περιορίστηκε μόνο στους τόπους λατρείας, αλλά διακόνησε προσωπικά τον λαό του σε όλες τις καθημερινές ανάγκες της σκληρής εκείνης εποχής.
Η αγάπη του προς τα ορφανά, τις χήρες, τους ανήμπορους γέροντες και τους αδικούμενους από τους ισχυρούς υπήρξε παροιμιώδης στην περιοχή. Ο Τριαδικός Θεός του χάρισε πλούσιο μισθό και τον αξίωσε ήδη από την επίγεια ζωή του να επιτελεί σημεία και θαύματα. Όταν λειτουργούσε στο άγιο θυσιαστήριο, τη στιγμή που έβγαινε στην Ωραία Πύλη και έλεγε το «Κύριε, ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἴδε», οι πιστοί έβλεπαν ένα φωτεινό αστέρι να λάμπει μπροστά στο στόμα του.
Αφού ποίμανε θεοφιλώς το ποίμνιό του και διακόνησε με αυταπάρνηση την Εκκλησία του Χριστού, κοιμήθηκε μετά από ολιγοήμερη ασθένεια στα χίλια επτακόσια επτά ή στα χίλια επτακόσια οκτώ. Λίγα χρόνια αργότερα, ανάμεσα στα χίλια επτακόσια δέκα και τα χίλια επτακόσια δεκατρία, έγινε η εκταφή του ιερού λειψάνου, το οποίο βρέθηκε στο μεγαλύτερο μέρος αδιάλυτο και ευωδιαστό.