Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Νικόλαος ο εκ Σόφιας, ο Μεγαλομάρτυς
Ένας ταπεινός τσαγκάρης από τα Ιωάννινα έγινε ο λαμπρότερος νεομάρτυρας της βουλγαρικής γης, λιθοβολημένος έξω από τη Σόφια το χίλια πεντακόσια πενήντα πέντε. Η ζωή του υπήρξε μια συνεχής φυγή από τις παγίδες του κόσμου και μια διαρκής αναζήτηση της αληθινής πίστης μέσα από βαθιά μετάνοια. Γεννήθηκε στα Ιωάννινα της Θεσσαλίας το χίλια πεντακόσια δέκα από γονείς αλβανικής καταγωγής, οι οποίοι όμως ονομάζονταν Μαρτίνος και Ευφροσύνη, ονόματα που φανερώνουν καθαρά τη χριστιανική τους ομολογία.
Ο νεαρός Νικόλαος μεγάλωσε με πλούσια ανατροφή και καλή μόρφωση, και ξεχώριζε για την ομορφιά, τη σύνεση και το φωτεινό του ήθος. Όταν έχασε τους γονείς του, στράφηκε στη χειρωνακτική εργασία και έμαθε την τέχνη του τσαγκάρη, ζώντας απλά και τίμια. Η ψυχή του όμως φλεγόταν από τον πόθο να γίνει προσκυνητής για χάρη του Χριστού, και έτσι ξεκίνησε μακρινές οδοιπορίες. Έφτασε τελικά στη Σερδική, τη σημερινή Σόφια, όπου εγκαταστάθηκε και έζησε με αγιότητα και προσευχή.
Οι φίλοι του τον έπεισαν να νυμφευτεί και να ριζώσει στην πόλη, μα εκείνος δεν έβρισκε γαλήνη στη συζυγική στέγη. Μια νύχτα ο Νικόλαος κρύφτηκε από όλους, ακόμη και από την ίδια του τη γυναίκα, και ξεκίνησε καινούργιες περιπλανήσεις προς αναζήτηση του Θεού. Πέρασε τον Δούναβη και εγκαταστάθηκε στην Ουγγροβλαχία, όπου ανέλαβε ξανά την παλιά του τέχνη για να εκπληρώσει τα τάματα που είχε δώσει στον Κύριο. Καθώς ξεχώριζε ως άριστος τεχνίτης, η φήμη του έφτασε γρήγορα μέχρι το παλάτι του ηγεμόνα Μιρτσέα του Βοσκού.
Ο ηγεμόνας τον προσκάλεσε να εργαστεί στην αυλή του και να εξυπηρετεί προσωπικά τις ανάγκες του ίδιου και της οικογένειας. Η ζωή στο παλάτι όμως ήταν δυσβάστακτη για τον πράο και ταπεινό Νικόλαο, που λαχταρούσε την ησυχία και τη μοναξιά. Ο Μιρτσέας υπήρξε άνθρωπος οργίλος, σκληρός και βυθισμένος σε κάθε λογής ανομία, χωρίς ίχνος φόβου Θεού στην καρδιά του. Ο νεαρός τσαγκάρης δεν άντεχε άλλο να βλέπει τα εγκλήματα του ηγεμόνα και αναζητούσε μια ευνοϊκή στιγμή για να φύγει μακριά.
Το χίλια πεντακόσια πενήντα τέσσερα κατάφερε επιτέλους να επιστρέψει στη Σερδική και να ξανασμίξει με την οικογένεια που είχε εγκαταλείψει χρόνια πριν. Λίγο αργότερα όμως πέθαναν και τα δύο του παιδιά, και ο πόνος βάθυνε ακόμη περισσότερο την ψυχή του. Μια ημέρα οι Μουσουλμάνοι τον προσκάλεσαν με δόλο σε γεύμα και του πρόσφεραν άφθονο κρασί ώσπου να χάσει τις αισθήσεις του. Έπειτα τον περιέτεμαν με δόλιο τρόπο, νομίζοντας ότι θα τον εξαναγκάσουν να ασπαστεί το Ισλάμ μέσα από αυτή την προδοτική πράξη.
Όταν συνήλθε ο Νικόλαος και κατάλαβε τι του είχαν κάνει, η καρδιά του γέμισε αγανάκτηση, θλίψη και βαθύτατη συντριβή. Ολόκληρο τον χρόνο που ακολούθησε ο άγιος έμεινε σε αδιάλειπτη και μοναχική προσευχή, ζητώντας από τον Κύριο να εξιλεωθεί για το ολίσθημα. Την επομένη της εορτής της Αναλήψεως ήρθε ένας Τούρκος και τον ρώτησε γιατί δεν τηρεί τις διατάξεις του Ισλάμ. Ο Νικόλαος απάντησε με παρρησία ότι ποτέ δεν πρόδωσε την ορθόδοξη πίστη και παρέμενε ακέραιος χριστιανός.
Οι Τούρκοι εξοργίστηκαν και τον υπέβαλαν σε ξυλοδαρμούς, σε φρικτά βασανιστήρια και τέλος τον οδήγησαν σε δίκη. Ο καδής προσπάθησε να τον αθωώσει, αφού δεν υπήρχε καμία απόδειξη για ελεύθερη αποδοχή του Ισλάμ, μα ο όχλος ζητούσε φανατικά το αίμα του υποτιθέμενου αποστάτη. Στις δεκαεπτά Μαΐου του χίλια πεντακόσια πενήντα πέντε τον λιθοβόλησαν έξω από την πόλη, στον τόπο των Τριών Πηγαδιών. Κάποιος ευλαβής χριστιανός παρακολουθούσε την εκτέλεση και κατάφερε να διασώσει τμήμα των ιερών λειψάνων του μάρτυρα.
Έπειτα οι Τούρκοι έκαψαν το σώμα κοντά στην τοποθεσία Ταρνίτσατα και σκόρπισαν τις στάχτες στον αέρα. Ο τοπικός μητροπολίτης Ιάκωβος συγκάλεσε επαρχιακή σύνοδο και ανακήρυξε επίσημα τον νεομάρτυρα Νικόλαο άγιο της Εκκλησίας.