
Κοινοποίηση ιστορίας
Η ψυχή του αδελφού στους ουρανούς
Κάποτε ο μέγας Παχώμιος πληροφορήθηκε ότι κάποιος αδελφός, που έμενε σε ένα από τα πολλά μοναστήρια που ίδρυσε στη μονή των Χηνοβοσκίων, όπως λεγόταν, αρρώστησε και υπέφερε. Και, καθώς βρισκόταν κάτω από την ασθένεια, ζητούσε να απολαύσει την ευλογία που, ως γέροντας, μοίραζε στους μοναχούς του ο μέγας Παχώμιος.
Μόλις πληροφορήθηκε την επιθυμία του ασθενούς αδελφού ο άνθρωπος του Θεού, ξεκίνησε αμέσως για να τον επισκεφθεί. Όταν όμως απείχε δύο ή τρία σημεία από τον τόπο όπου έμενε ο ασθενής αδελφός, άκουσε στον αέρα μια ιερή φωνή, που συνοδευόταν από θαυμαστή ψαλμωδία. Ο μέγας Παχώμιος ύψωσε τα μάτια του προς τον ουρανό και είδε την ψυχή του αδελφού να οδηγείται χαρούμενη στην πορεία της προς τη μακάρια ζωή από αγγέλους που έψαλλαν.
Οι μοναχοί που συνόδευαν τον μέγα Παχώμιο ούτε άκουσαν τη φωνή ούτε είδαν τίποτε άλλο από όσα παρατηρούσε ο άγιος άνθρωπος. Γι’ αυτό, καθώς τον έβλεπαν να στέκεται πολλή ώρα με το βλέμμα υψωμένο προς την ανατολή, είπαν στον γέροντά τους:
«Σταμάτησες, πάτερ; Ας τρέξουμε, για να προφτάσουμε».
Τότε ο μέγας Παχώμιος τους απάντησε:
«Άδικα τρέχουμε, παιδιά μου· γιατί τόση ώρα παρακολουθώ την ψυχή του αδελφού, καθώς οδηγείται στην αιώνια ζωή».
Οι αδελφοί παρακάλεσαν τον αββά Παχώμιο να τους πει πώς είδε αυτή τη μακάρια ψυχή, και εκείνος τους διηγήθηκε όλα όσα είδε και άκουσε.
Μερικοί από τους αδελφούς που συνόδευαν τον Παχώμιο έτρεξαν στο μοναστήρι των Χηνοβοσκίων και ρώτησαν να μάθουν ακριβέστερα την ώρα κατά την οποία κοιμήθηκε ο αδελφός. Με κατάπληξη έμαθαν ότι κοιμήθηκε ακριβώς την ίδια στιγμή που ο πατέρας είδε την ψυχή του να ανεβαίνει με δόξα στους ουρανούς.