
Κοινοποίηση ιστορίας
Η φοβερή ώρα του Χρυσαωρίου
Ο Θεόδωρος λοιπόν είδε την τιμωρία μετά τον θάνατο για δική του ωφέλεια. Άλλοι όμως, όπως ανέφερα προηγουμένως, βλέπουν τις μετά θάνατον τιμωρίες από τα πονηρά πνεύματα ενώ ακόμη αναπνέουν, και τις διηγούνται για τη δική μας πνευματική οικοδομή· γι’ αυτό και εκπνέουν αμέσως μετά τη διήγηση των φοβερών πραγμάτων που είδαν. Για απόδειξη αυτού θα διηγηθώ μια ιστορία.
Κάποτε ζούσε ένας άνθρωπος που λεγόταν Χρυσαώριος, από τους πολύ σπουδαίους αυτού του κόσμου. Όσο όμως πλήθαιναν τα πλούτη του, τόσο πλούτιζε και στα πάθη. Φούσκωνε από υπερηφάνεια, υποτασσόταν χωρίς αντίσταση στα πάθη της σάρκας, αγωνιζόταν να μαζέψει πολλά πλούτη και φλεγόταν από το πάθος της φιλαργυρίας.
Όταν όμως ευδόκησε ο Κύριος να βάλει τέλος στα τόσα κακά του, επέτρεψε να πέσει ο Χρυσαώριος σε θανατηφόρα ασθένεια. Όταν έφτασε στην τελευταία στιγμή της ζωής του και είχε τα μάτια του ορθάνοιχτα, είδε να στέκονται μπροστά του πνεύματα φοβερά και σκοτεινόμορφα και να τον μεταφέρουν στις πύλες του Άδη. Άρχισε λοιπόν να τρέμει, να κιτρινίζει και να λούζεται στον ιδρώτα. Φώναζε με απόγνωση και, κατατρομαγμένος, ζητούσε προθεσμία για να μετανοήσει.
Φώναζε με δυνατές και ταραγμένες κραυγές τον γιο του, τον Μάξιμο, τον οποίο εγώ γνώρισα αργότερα ως μοναχό, όταν ήμουν και εγώ μοναχός, και του έλεγε:
«Μάξιμέ μου, τρέξε. Ποτέ δεν σου έκανα κακό· σώσε με με τη δύναμη της πίστης σου».
Τότε ο Μάξιμος, ταραγμένος και κλαίγοντας, ήρθε αμέσως κοντά του· μαζί του ήρθαν και όλοι όσοι έμεναν στο σπίτι του Χρυσαωρίου. Κανείς όμως από αυτούς δεν μπορούσε να δει τα πονηρά πνεύματα που πίεζαν τον Χρυσαώριο. Την παρουσία τους όμως τη συμπέραιναν από όσα έλεγε ο άρρωστος, από την ωχρότητά του και από τον τρόμο που είχε. Γιατί, από τη σκοτεινή μορφή των πονηρών πνευμάτων που τον ενοχλούσαν και από τον φόβο τους, στριφογύριζε εδώ και εκεί στο κρεβάτι του. Άλλοτε, γυρίζοντας προς τα αριστερά, έβλεπε μπροστά του εκείνους που δεν μπορούσε ούτε να αντικρίσει. Άλλοτε γύριζε προς τον τοίχο, αλλά και εκεί τους έβλεπε να στέκονται μπροστά του.
Αφού λοιπόν απελπίστηκε ότι μπορούσε να γλιτώσει από αυτούς, άρχισε να φωνάζει:
«Τουλάχιστον δώστε μου διορία ως το πρωί, μια διορία ως το πρωί».
Με αυτές τις κραυγές βγήκε η ψυχή του από το σώμα. Από αυτά γίνεται φανερό ότι όλα αυτά τα είδε ο Χρυσαώριος όχι για τον εαυτό του, αλλά για εμάς, για να τα μάθουμε, να φοβηθούμε και να διορθωθούμε. Διότι σε τι ωφέλησε τον Χρυσαώριο η θέα των πονηρών πνευμάτων πριν από τον θάνατο, και η προθεσμία που ζήτησε και δεν έλαβε;