
Κοινοποίηση ιστορίας
Ο Μέρουλος και το στεφάνι των δακρύων
Στο ίδιο μοναστήρι ζούσε και ένας άλλος αδελφός, που λεγόταν Μέρουλος. Ο Μέρουλος περνούσε τις ημέρες της επίγειας ξενιτείας του με πάρα πολλά δάκρυα και ελεημοσύνη. Η προσευχή δεν έλειπε ποτέ από το στόμα του, παρά μόνο τις ώρες του ύπνου και του φαγητού.
Σε αυτόν λοιπόν φανερώθηκε, σε μια νυχτερινή οπτασία, ότι ένα στεφάνι από λευκά άνθη κατέβαινε από τον ουρανό πάνω στο κεφάλι του. Μετά από αυτή την αποκαλυπτική οπτασία ο Μέρουλος αρρώστησε και, σε λίγο καιρό, με χαρά ψυχής και χωρίς καμία αγωνία, έφυγε από τα επίγεια προς τα ουράνια.
Αφού πέρασαν δεκατέσσερα χρόνια από τον θάνατο του Μέρουλου, ο σημερινός ηγούμενος της μονής, ο Πέτρος, θέλησε να σκάψει τον τάφο του κοντά στο μνήμα του Μέρουλου. Όπως διηγείται ο ίδιος, καθώς εργαζόταν σε εκείνο το μέρος, βγήκε από τον τάφο του Μέρουλου μια ευωδία τόσο δυνατή και βαθιά, σαν να είχαν μαζευτεί εκεί τα πιο ευωδιαστά και μυρωμένα άνθη.
Από αυτό το γεγονός γίνεται ολοφάνερο ότι η οπτασία που είδε ο Μέρουλος πριν πεθάνει ήταν αληθινή.