Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Όσιοι Σπυρίδων και Νικόδημος, οι εν τω Σπηλαίω Προσφοράρηδες
Μέσα στα ευλογημένα σπήλαια του Κιέβου, εκεί όπου ασκήτεψαν τόσοι μεγάλοι πατέρες της ρωσικής γης, ξεχώρισε η ταπεινή μορφή ενός φτωχού χωρικού. Ο μακάριος Σπυρίδων καταγόταν από φτωχή και άσημη οικογένεια, ήταν εντελώς αγράμματος και τραχύς στους τρόπους, αλλά αυθόρμητος και ανεπιτήδευτος. Ένας χωριάτης για τους αριστοκράτες, ένας αγροίκος για τους μεγαλωμένους στα σαλόνια, ένας μωρός για τους σοφούς αυτού του κόσμου. Και όμως ο όσιος ξεπέρασε σε αληθινή αξία και τους σοφούς και τους ισχυρούς και τους ευγενείς της εποχής του.
Τους ξεπέρασε με την ανώτερη πνευματική του ζωή, με τα θεάρεστα έργα της αρετής, με τη σκληρή ασκητική βία και με τον φόβο του Θεού. Γιατί ο φόβος του Θεού είναι αληθινά η αρχή και η πηγή της πραγματικής σοφίας, που δεν διδάσκεται στα ανθρώπινα σχολεία. Ο όσιος Σπυρίδων ήρθε στη μονή των Σπηλαίων και άρχισε την τραχιά ασκητική του ζωή το έτος χίλια εκατόν τριάντα εννέα. Ήταν ήδη σε ώριμη ηλικία, αλλά δεν ήξερε καθόλου γράμματα, και γι' αυτό δεν μπορούσε να μελετά τα ιερά βιβλία.
Αυτό τον γέμιζε βαθιά θλίψη, γιατί ποθούσε με όλη την ψυχή του να εντρυφά στον λόγο του Θεού. Προσευχήθηκε ολόκαρδα στον Κύριο να του δώσει φωτισμό και σωματική δύναμη, για να μάθει επιτέλους ανάγνωση και να τρέφεται από τις θείες γραφές. Πράγματι, με σκληρή προσπάθεια και επίμονη υπομονή στους κόπους του, σε πολύ λίγο χρόνο έμαθε να διαβάζει σωστά τα ιερά κείμενα. Ήταν απερίγραπτη η χαρά του που μπορούσε πια να μελετά τα θεία λόγια του Κυρίου και τα θεόπνευστα έργα των αγίων πατέρων.
Έμαθε από έξω ολόκληρο το Ψαλτήρι και το έλεγε με ευλάβεια και ψυχική μέθεξη κάθε ημέρα. Το ψαλμωδούσε ακριβώς την ώρα που εργαζόταν με υπομονή και επιμέλεια στα διακονήματα του ευλογημένου του μοναστηριού. Ηγούμενος εκείνα τα χρόνια ήταν ένας μεγάλος νηστευτής και αγωνιστής ιερομόναχος, ο μακάριος Ποιμήν, που διέκρινε τις ψυχές με χάρισμα Θεού. Βλέποντας ο Ποιμήν την καθαρότητα, την ακακία, την ευσέβεια και τη φιλοπονία του υποτακτικού του Σπυρίδωνος, του ανέθεσε ένα ευλογημένο και ιερότατο διακόνημα.
Του ανέθεσε δηλαδή να γίνει ο προσφοράρης της μονής και να ζυμώνει τα πρόσφορα για το μεγάλο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Ο όσιος ήταν ολόχαρος και βαθιά συγκινημένος για την τιμή που του γινόταν, αν και αισθανόταν ανάξιος. Γνώριζε καλά ότι ο κόπος των χεριών του θα προοριζόταν για την καθαρή και αμώμητη θυσία, που προσφέρει ο ιερέας στο θυσιαστήριο. Έτσι εκτελούσε το διακόνημα με κάθε ευλάβεια και φόβο Θεού, ξεχωρίζοντάς το από κάθε κοινή σωματική εργασία.
Με ψαλμούς, με ύμνους, με ωδές πνευματικές και με την αδιάλειπτη ευχή του Ιησού εκτελούσε τη θεοφιλή διακονία του ο δίκαιος Σπυρίδων. Έκοβε ξύλα, έκαιγε τον φούρνο, κοσκίνιζε το αλεύρι, έπλαθε το ζυμάρι, και σε όλα τα έργα του ψαλμωδούσε αδιάκοπα. Φρόντιζε ώστε καθημερινά, σύμφωνα με τη συνήθειά του, να ολοκληρώνει ολόκληρο το Ψαλτήρι του Δαβίδ μέσα στην ίδια εκείνη ημέρα. Κάποια ημέρα, εκτελώντας τη συνηθισμένη του εργασία, ο όσιος άναψε φωτιά στον φούρνο, για να ψήσει τα πρόσφορα που είχε ετοιμάσει με κόπο.
Ξαφνικά μια σπίθα πετάχτηκε μέσα από τις φλόγες και έφτασε ψηλά στο καλαμένιο ταβάνι, το οποίο άρπαξε αμέσως φωτιά. Αμέσως ο δούλος του Θεού έβγαλε τον μανδύα του και έκλεισε με αυτόν βιαστικά το άνοιγμα του φλεγόμενου φούρνου. Έπειτα έβγαλε και το τρίχινο πουκάμισο του, έδεσε τα μανίκια μεταξύ τους, έτρεξε στο κοντινό πηγάδι και γέμισε το πουκάμισο με νερό. Επιστρέφοντας γρήγορα στο φλεγόμενο κτίριο, φώναξε με δύναμη τους αδελφούς να τρέξουν να τον βοηθήσουν στην κατάσβεση.
Έτρεξαν αμέσως οι αδελφοί με κουβάδες νερό, ετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν την επικίνδυνη φωτιά που είχε ανάψει. Φτάνοντας όμως ασθμαίνοντες στο σημείο της φωτιάς, αντίκρισαν με μεγάλη έκπληξη ένα παράδοξο και ανέλπιστο θαύμα της θείας χάριτος. Ο μανδύας με τον οποίο ο όσιος είχε κλείσει τον αναμμένο φούρνο ήταν εντελώς απείραχτος και ανέπαφος από τη φωτιά. Το δεμένο τρίχινο πουκάμισο, αν και υφαντό από τρίχες, ήταν γεμάτο νερό σαν στεγανό ασκί και δεν άφηνε ούτε μια σταγόνα να χυθεί.
Με το νερό εκείνο του πουκαμίσου έσβησε ο μακάριος μόνος του τη φωτιά, χωρίς να χρειαστεί τελικά τη βοήθεια των αδελφών. Όλοι όσοι είδαν το θαύμα δόξασαν τον Θεό, του οποίου η χάρη ολοφάνερα επισκίαζε και βοηθούσε τον πνευματοφόρο αδελφό τους. Βοηθός του οσίου Σπυρίδωνος στο προσφορειό ήταν ο μοναχός Νικόδημος, ευλαβέστατος και υπάκουος, αληθινά νεκρός για τα του κόσμου. Είχε νεκρώσει την επιθυμία της σαρκός και το σαρκικό θέλημα, αγωνιζόμενος μαζί του στα ίδια ευλογημένα έργα της προσφοράς.
Προσπαθούσε πάντοτε με ζήλο και επιμέλεια να μιμείται τον ευλογημένο Σπυρίδωνα τόσο στους χειρωνακτικούς κόπους όσο και στο θεάρεστο ήθος. Αγωνιζόταν επίσης στην αδιάλειπτη προσευχή και στον ενάρετο βίο, παίρνοντας μέρος στα ίδια διακονήματα και στις ίδιες αγρυπνίες. Οι δύο όσιοι διακόνησαν θεοφιλώς το μοναστήρι τους ως προσφοράρηδες για τριάντα ολόκληρα χρόνια, χωρίς ποτέ να αφήσουν το έργο τους. Εκοιμήθησαν ειρηνικά εν Κυρίω σε βαθύ γήρας και πήγαν να συναντήσουν τον ποθούμενο Ιησού, τον Άρτο της Ζωής, που εσθίεται και ποτέ δεν δαπανάται. Με τις πρεσβείες των οσίων Σπυρίδωνος και Νικοδήμου, Κύριε, αξίωσέ μας να μετέχουμε αξίως του ζωοποιού Σώματός Σου και να εργαζόμαστε με ευλάβεια κάθε διακονία στην Εκκλησία Σου, αμήν.