Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Όσιος Αβράμιος και Μαρία η ανεψιά του
Ο όσιος Αβράμιος γεννήθηκε στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας στα τέλη του τρίτου αιώνα, και αναδείχθηκε αριστεύς της εγκράτειας και της προσευχής. Οι γονείς του, αν και σεβάστηκαν την αφιέρωσή του στον Θεό, τον πάντρεψαν τελικά κόντρα στην επιθυμία του με σεμνή νύφη. Την ημέρα του γάμου, ενώ καθόταν μόνος στον νυφικό θάλαμο, μια ακτίνα άκτιστης χάρης φώτισε εσωτερικά την καρδιά του. Φωτισμένος εσωτερικά, εγκατέλειψε νύφη, γονείς, περιουσία και κάθε μέριμνα του κόσμου, και αποτραβήχτηκε σε απομονωμένο κελί.
Έμεινε εκεί επτά ημέρες σε αδιάλειπτη προσευχή, χωρίς να φάει και χωρίς να πιει τίποτα ολότελα. Όταν τον βρήκαν, οι γονείς κατάλαβαν ότι ο Θεός τον είχε εκλέξει, και τον άφησαν να ζει στην ησυχία του. Όταν αργότερα κληρονόμησε την πατρική περιουσία, την μοίρασε όλη στους φτωχούς και απομονώθηκε σε στενότατο κελί με μικρό παράθυρο. Ο όσιος άνθισε στην αφάνεια για πενήντα ολόκληρα έτη, φωτίζοντας με την ακτινοβολία των αρετών του όλους τους γύρω του.
Σε γειτονικό χωριό κοντά στην Έδεσσα ζούσαν ακόμη ειδωλολάτρες σκληρόκαρδοι, και ο επίσκοπος της περιοχής έκλαιγε για τη σωτηρία τους. Φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα, ο επίσκοπος με τον κλήρο πήγε στον Αβράμιο και τον παρακάλεσε να χειροτονηθεί ιερέας. Ύστερα από πολλές παρακλήσεις ο όσιος υπάκουσε, χειροτονήθηκε με δάκρυα και αναχώρησε για το ειδωλολατρικό χωριό. Για τρία χρόνια ο όσιος Αβράμιος υπέμεινε χτυπήματα, ύβρεις και ταπεινώσεις, αλλά δεν εγκατέλειψε τις προσευχές του για τη σωτηρία των ειδωλολατρών.
Με την υπομονή και την αγάπη του βάπτισε τελικά πάνω από χίλιες ψυχές, και έπειτα τραβήχτηκε κρυφά πάλι στο ερημικό κελί του. Μετά τον θάνατο του αδελφού του, ανέλαβε υπό την προστασία του την επτάχρονη ανεψιά του Μαρία. Της έδωσε διπλανό κελί και της μετέφερε τη διδασκαλία μέσα από ένα μικρό παράθυρο, οδηγώντας την σταθερά στις αρετές. Είκοσι χρόνια ασκήθηκε εκεί η Μαρία σαν αμνάδα καθαρή, μέχρι που ο διάβολος έστησε για εκείνη σκληρή παγίδα. Ένας μοναχός χωρίς πραγματικό φόβο Θεού επισκεπτόταν συχνά τον γέροντα, και τελικά την παρέσυρε σε σαρκικό αμάρτημα.
Η νεαρή απελπίστηκε, νόμισε ότι ο Θεός δεν την συγχωρεί πια, και έφυγε κρυφά για άλλη πόλη όπου παραδόθηκε στην πορνεία. Όταν ο όσιος έμαθε ύστερα από δύο χρόνια πού βρισκόταν, ντύθηκε στρατιώτης, πήρε ένα χρυσό νόμισμα και πήγε στο πανδοχείο της. Παρουσιάστηκε ως πελάτης, παρήγγειλε φαγητό και πρώτη φορά μετά από πενήντα έτη γεύτηκε κρέας και κρασί. Στον κοιτώνα φανέρωσε την ταυτότητά του και την παρακάλεσε με δάκρυα να επιστρέψει, αναλαμβάνοντας ο ίδιος το βάρος της αμαρτίας της. Η Μαρία μετανόησε ολόψυχα, κλείστηκε ξανά στο κελί και έλαβε από τον Θεό το χάρισμα των θαυμάτων. Ταις πρεσβείαις του οσίου Αβραμίου και της οσίας Μαρίας, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.