Ο Όσιος Αθανάσιος ο Πρώτος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Εικόνα: Ο Όσιος Αθανάσιος ο Πρώτος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Ο Όσιος Αθανάσιος ο Πρώτος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Σε καιρούς μεγάλης δοκιμασίας για τη Βυζαντινή Εκκλησία, ένας αυστηρός ασκητής της Θράκης σήκωσε τον πατριαρχικό σταυρό με τόλμη και αυτοθυσία. Ο Όσιος Αθανάσιος γεννήθηκε στην Αδριανούπολη της Θράκης, ενώ άλλες πηγές αναφέρουν την Ανδρούσα της Μεσσηνίας, περί το χίλια διακόσια τριάντα πέντε. Καταγόταν από τους ευσεβείς και ενάρετους γονείς Γεώργιο και Ευφροσύνη, που τον γαλούχησαν στη χριστιανική πίστη με ευλάβεια. Το αρχικό του κοσμικό όνομα ήταν Αλέξιος, καθώς οι γονείς του ευλαβούνταν τον Άγιο Αλέξιο τον άνθρωπο του Θεού.

Από τη νεαρή του ηλικία έδειξε σπάνια εγκράτεια, σωφροσύνη και ζήλο για τη μελέτη των Ιερών Γραφών. Διαβάζοντας τον βίο του Οσίου Αλυπίου του Στυλίτη, που ήταν επίσης ορφανός από πατέρα, ένιωσε βαθιά εσωτερική κλήση. Πήρε αμέσως απόφαση να εφαρμόσει στην πράξη τον λόγο του Κυρίου και να εγκαταλείψει τον κόσμο για το μοναχικό φορτίο. Αναζήτησε μοναστήρι στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης και εκεί έλαβε τη μοναχική σχήμα με το νέο όνομα Ακάκιος.

Δεν παρέμεινε όμως πολύ καιρό σε εκείνο τον τόπο, επειδή διέκρινε μια πνευματική χαλαρότητα στην ασκητική ζωή των αδελφών. Έπειτα από εκτενείς προσκυνηματικές επισκέψεις σε πολλά μοναστήρια και συμβουλές πνευματικών πατέρων, έφτασε τελικά στο ξακουστό Άγιον Όρος. Έμεινε αρχικά στο μοναστήρι του Εσφιγμένου, όπου υπηρέτησε ως διακονητής τραπέζης με τέλεια ταπείνωση και αυταπάρνηση. Έγινε εκεί για όλους τους αδελφούς ζωντανό υπόδειγμα ασκήσεως και καθημερινού μαρτυρίου για την αγάπη του Χριστού.

Δεν φόρεσε ποτέ σανδάλια αλλά περπατούσε διαρκώς ξυπόλυτος, αδιαφορώντας για το κρύο και τα τραχιά μονοπάτια. Φορούσε επίσης την ίδια απλή τουνίκα νύχτα και ημέρα, καλοκαίρι και χειμώνα, χωρίς ποτέ να την αλλάζει. Κάτω από αυτή έκρυβε από όλους ένα τραχύ ένδυμα δερμάτινο, που ξυπνούσε αδιάκοπα τη σάρκα του σε ασκητικούς αγώνες. Όλη η ζωή του πέρασε σε αυστηρή νηστεία, καθώς έτρωγε μόνο λίγο ψωμί και έπινε λίγο νερό κάθε ημέρα. Τα τρία πρώτα χρόνια της παραμονής του στο μοναστήρι δεν δέχτηκε να διαθέσει για τον εαυτό του ολόκληρη κέλλα.

Κοιμόταν σε κάποια γωνιά της μονής και περνούσε τις νύχτες ψάλλοντας ψαλμούς και διατηρώντας τον νου στη σιωπή της καρδιάς. Διακονούσε στην τράπεζα χωρίς ποτέ να κάθεται και να γεύεται, και κατόπιν έτρωγε μόνο τα ψίχουλα που έμεναν. Υπηρετούσε επίσης ταπεινά στο μαγειρείο της μονής, χωρίς ποτέ να αφήσει την προσευχή και την εσωτερική του προσοχή. Πρόσφερε σε όλους τους αδελφούς ζεστό φαγητό με μητρική φροντίδα και υπομονή, αν και ο ίδιος αρνιόταν κάθε ανάπαυση.

Η ασκητική του πορεία θύμιζε τους μεγάλους ερημίτες της Αιγυπτιακής ερήμου και τους κορυφαίους πατέρες του ορθοδόξου μοναχισμού. Όταν παρατηρούσε τη φλόγα του φούρνου, αναλογιζόταν με τρόμο και ταπείνωση το αιώνιο πυρ που περιμένει τους αμετανόητους. Επειδή όλοι οι αδελφοί άρχισαν να του δείχνουν μεγάλη ευλάβεια και τιμή, αναζήτησε τρόπο να ξεφύγει από την ανθρώπινη δόξα. Επωφελήθηκε λοιπόν από ένα προσκύνημα στους Αγίους Τόπους, για να φύγει αθόρυβα από το Άγιον Όρος και να μείνει άγνωστος.

Έζησε για καιρό σε μια απομονωμένη κέλλα στο όρος Λάτρο της Βιθυνίας, αγωνιζόμενος με αυστηρότητα και βαθιά ησυχία. Από εκεί μετέβη στο όρος του Αγίου Αυξεντίου, που βρίσκεται απέναντι από την ένδοξη Κωνσταντινούπολη της εποχής. Συναντούσε εκεί διαφόρους εμπείρους ασκητές και ωφελήθηκε από πολυάριθμες πνευματικές συνομιλίες μαζί τους στην ορθόδοξη παράδοση. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι του Αγίου Λαζάρου στο όρος Γαλάζιο, κοντά στην αρχαία πόλη της Εφέσου.

Έλαβε εκεί τη Μεγάλη Σχήμα του μοναχισμού με το νέο πατρικό όνομα Αθανάσιος, υπό την οποία έγινε αργότερα γνωστός. Για οκτώ ολόκληρα χρόνια μέσα από τη βαθιά θεωρία του Θεού συγκέντρωσε στην ψυχή του πολύτιμους πνευματικούς θησαυρούς. Οι πατέρες της μονής διέκριναν τα μεγάλα του χαρίσματα και τον έπεισαν να γίνει πρεσβύτερος, ώστε να διακονήσει τη Θεία Λειτουργία. Έλαβε λοιπόν την ιερωσύνη με βαθιά ταπείνωση και επίγνωση της ευθύνης που σήκωνε απέναντι στο μυστήριο του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.

Επί δέκα ολόκληρα χρόνια υπηρέτησε ως εκκλησιάρχης της μονής, καθαρός σαν άγγελος που λειτουργεί στο επουράνιο θυσιαστήριο. Όμως ο Αθανάσιος δεν μπορούσε να μη νοσταλγεί διαρκώς την ομορφιά της απόλυτης ησυχίας και της απομονωμένης προσευχής. Πήρε λοιπόν ευλογία και αποσύρθηκε ξανά σε έναν ερημικό τόπο του Άθωνα, για να αφοσιωθεί στη νοερά προσευχή. Ο φθόνος όμως του διαβόλου δεν τον άφησε ήσυχο και αναγκάστηκε να μετοικήσει σε ένα απομονωμένο σημείο του όρους Γάνου στη Θράκη.

Σιγά σιγά συγκεντρώθηκαν γύρω του και οι πρώτοι μαθητές του, άντρες και γυναίκες, πλούσιοι και φτωχοί. Όλοι αυτοί προσέρχονταν στο ταπεινό του κελλί για να ζητήσουν συμβουλές, καθοδήγηση και την πατρική του ευλογία. Όχι μακριά από εκεί ίδρυσε επίσης γυναικείο μοναστήρι, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα και τη δική του πνευματική διεύθυνση. Κατά τη βασιλεία του Ανδρονίκου του Παλαιολόγου η Εκκλησία ήταν εξαντλημένη από αλλεπάλληλες ταραχές και βαθιά διχόνοια.

Υπεύθυνοι για την κατάσταση αυτή ήταν οι λατινόφρονες προκάτοχοι, Μιχαήλ ο Όγδοος και ο πατριάρχης Βέκκος, που είχαν διασπάσει την ορθόδοξη ενότητα. Η Εκκλησία λοιπόν είχε επείγουσα ανάγκη ενός άνδρα του Θεού, για να αποκαταστήσει τις θεμελιώδεις παραδόσεις των αποστόλων και των Πατέρων. Χρειαζόταν φωτισμένο ποιμένα με ισχυρό ασκητικό φρόνημα και αδίστακτη απόφαση να καθαρίσει τους εκκλησιαστικούς θεσμούς από τη φθορά. Είχε ακουστεί παντού η φήμη του Αθανασίου, γι’ αυτό ο αυτοκράτορας έστειλε επίσημη αντιπροσωπεία επισκόπων και πρεσβυτέρων με συγκεκριμένο αίτημα.

Του ζητούσαν να αποδεχτεί τον πατριαρχικό θρόνο και να αναλάβει την ηγεσία της Εκκλησίας στις δύσκολες εκείνες ώρες. Ο Άγιος σκέφτηκε αρχικά να αρνηθεί κατηγορηματικά, καθώς αγαπούσε υπερβολικά την προσωπική του ησυχία και την ασκητική του ζωή. Θυμήθηκε όμως ένα παλαιότερο όραμα στο όρος Γαλάζιο, με το οποίο απειλήθηκε από τον Θεό αν δεν δεχόταν την υπακοή. Έτσι αποδέχτηκε με βαριά καρδιά την κλήση και στις δέκα τέσσερις Οκτωβρίου του χίλια διακόσια ογδόντα εννέα ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο.

Χωρίς να εγκαταλείψει ποτέ την προσωπική του άσκηση και την αδιάλειπτη προσευχή, σαν άλλος Χρυσόστομος ξεκίνησε ριζικές μεταρρυθμίσεις. Άρχισε από την πρώτη ημέρα να εκκαθαρίζει την Εκκλησία από τους διεφθαρμένους κληρικούς που την έπνιγαν με τις παρανομίες τους. Επέμεινε αυστηρά στην επιστροφή των επισκόπων από την Κωνσταντινούπολη στις πραγματικές τους επαρχίες και το ποίμνιό τους. Οι θαρραλέες αυτές προσπάθειες του προκάλεσαν οξύτατες αντιδράσεις από τους θιγόμενους κληρικούς και πολιτικούς της εποχής.

Σύντομα οι ραδιουργίες των ισχυρών τον ανάγκασαν να παραιτηθεί από τον πατριαρχικό θρόνο το χίλια διακόσια ενενήντα τρία και να αποσυρθεί. Προτίμησε να εμπιστευτεί τα πάντα στον Θεό, παρά να εξαντλεί τις δυνάμεις του στο κακόβουλο θέλημα των φατριών και των ισχυρών. Επέστρεψε στη μονή του και αφιερώθηκε εκ νέου στη μοναχική ζωή, την προσευχή και τη σωτηρία της ψυχής του. Μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος αναζήτησε ξανά τη βοήθεια του διορατικού αυτού ποιμένα.

Ο διάδοχός του πατριάρχης Ιωάννης ήταν μεν πράος και ταπεινός, δεν είχε όμως την πνευματική ενέργεια του Αθανασίου. Έτσι το χίλια τριακόσια τρία ο γέροντας Αθανάσιος ανέβηκε για δεύτερη φορά στον πατριαρχικό θρόνο της Πόλεως. Πλούσιος από τους θησαυρούς της ησυχίας, ανέλαβε με νέα δύναμη τον αγώνα για τη στερέωση της ορθόδοξης Εκκλησίας. Αναδείχθηκε ενεργητικός γιατρός και στοργικός ποιμένας, την ώρα ακριβώς που η Πόλη πληγωνόταν από φοβερό λοιμό και πείνα.

Καθιέρωσε προσωπικά τη συστηματική διανομή τροφίμων και ρούχων στους φτωχούς και οργάνωσε επιτροπή ελέγχου των αγοραίων τιμών. Το χίλια τριακόσια οκτώ εγκατέστησε επίσημα τον άγιο Πέτρο ως Μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ρωσίας, στερεώνοντας την ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση. Το χίλια τριακόσια έντεκα παραιτήθηκε εκ νέου, για να μη γίνει αιτία εκκλησιαστικής διχόνοιας μέσα στην αυτοκρατορία. Πέρασε τα τελευταία του χρόνια στη μονή του Ξηρολόφου, που ο ίδιος είχε ιδρύσει, μέσα στη χάρη της θεωρίας και της προφητείας. Πρεσβείαις του Οσίου πατρός ημών Αθανασίου του Α’ της Κωνσταντινουπόλεως, ποιμένος γενναίου, ασκητού και θαυματουργού, Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον τας ψυχάς ημών, αμήν.

Το διάβασαν3μοναδικοί αναγνώστες

Θέματα

ΙεράρχεςΌσιοι
Επισκέπτες σήμερα: … Συνολικές επισκέψεις: …