Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Αρτέμιος ο Μεγαλομάρτυς, ο Δουξ της Αλεξανδρείας και αθλητής του Χριστού
Μέσα στις σκληρές διώξεις του τετάρτου αιώνα αναδείχθηκε ένας από τους πιο γενναίους μάρτυρες, ο μέγας Αρτέμιος ο πανένδοξος. Καταγόταν από επιφανή ρωμαϊκή οικογένεια, είχε αξίωμα συγκλητικού και επί του αυτοκράτορα Κωνσταντίου διοικούσε όλο το αυτοκρατορικό ταμείο. Άρχισε τη στρατιωτική του σταδιοδρομία στα στρατεύματα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, του πρώτου ευσεβούς αυτοκράτορα και νικητή των τυράννων. Όταν αξιώθηκε να δει μαζί με τον Κωνσταντίνο το θαυμαστό ουράνιο σημείο του τιμίου Σταυρού, στερεώθηκε αμετάκλητα στην πίστη του Χριστού.
Έγινε πιστός δούλος και έμπιστος συνεργάτης του οίκου του Κωνσταντίνου, και μετά τον θάνατό του παρέμεινε κοντά στον γιο του Κωνστάντιο. Ο νέος αυτοκράτορας τον αγαπούσε σαν αδελφό, του εμπιστευόταν τα πιο τιμητικά καθήκοντα και τον στόλιζε με ξεχωριστές αυτοκρατορικές διακρίσεις. Όταν έμαθε από έναν επίσκοπο ότι τα λείψανα των αποστόλων Ανδρέα και Λουκά βρίσκονταν στην Αχαΐα, του ανέθεσε την ιερή μεταφορά. Ο Αρτέμιος εκτέλεσε με μεγάλη ευλάβεια την αυτοκρατορική εντολή και μετέφερε τα τίμια λείψανα στη βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη.
Σαν ανταμοιβή ο Κωνστάντιος τον ανέδειξε δούκα και αυγουστάλιο της Αιγύπτου, αξίωμα ύψιστο και πλήρες ευθυνών στην τοπική διοίκηση. Στην Αλεξάνδρεια ο Αρτέμιος υπηρέτησε με πιστότητα τον Θεό, διαδίδοντας με όλες του τις δυνάμεις την τιμή και τη δόξα του Χριστού. Διάλυσε επίσης πλήθος αρχαίων ειδώλων, στερεώνοντας με κάθε τρόπο τη χριστιανική πίστη μέσα στις πλατείες και τους ναούς της Αιγύπτου. Όταν εκοιμήθη ο Κωνστάντιος, την αυτοκρατορική εξουσία πήρε ο ασεβής αποστάτης Ιουλιανός, που είχε μυηθεί στη μαγεία και την ειδωλολατρία.
Πρωτύτερα κρυφά, και τώρα φανερά, αρνήθηκε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και άρχισε δημόσια να προσκυνά τα νεκρά είδωλα. Διέταξε με σκληρότητα να επιστραφούν στους εθνικούς όλοι οι ναοί που είχαν δοθεί στους χριστιανούς από τον Μέγα Κωνσταντίνο. Πρόσταξε επιπλέον να στηθούν ξανά τα αγάλματα μέσα στους ναούς και να γίνονται καθημερινά αιματηρές θυσίες προς τους δαίμονες. Έτσι ο ανόσιος αυτός βασιλιάς αναζωπύρωσε παντού την πολυθεΐα, που είχε καταλυθεί στα χρόνια του ευσεβούς πρώτου χριστιανού αυτοκράτορα.
Τους χριστιανούς τους υπέβαλε σε μεγάλες πιέσεις, τους βασάνιζε με ποικίλους τρόπους και τους θανάτωνε αυθαίρετα στις πόλεις και τα χωριά. Διέταξε ακόμη να πάρουν τα οστά του προφήτη Ελισσαίου και του Προδρόμου Ιωάννου, και τα έκαψε μαζί με κόκαλα ζώων. Το πεπατημένο τέφρωμα το σκόρπισε στους ανέμους, σε μια προσπάθεια να εξευτελίσει την ίδια τη χάρη που ενεργούσε μέσα από τα ιερά οστά. Στην Πανεάδα γκρέμισε το άγαλμα του Σωτήρος που είχε στήσει η αιμορροούσα γυναίκα μετά τη θαυμαστή της θεραπεία.
Διέταξε να το σύρουν στην αγορά μέχρι να γίνει συντρίμμια, και έβαλε στη θέση του ένα δικό του γλυπτό άγαλμα. Όμως κεραυνός εξ ουρανού κατέρριψε αμέσως εκείνο το βέβηλο άγαλμα του Ιουλιανού, και έγινε φανερό το θέλημα του Θεού. Συγκέντρωσε πολυάριθμο στράτευμα και κίνησε εναντίον των Περσών, και κατά την πορεία στην Αντιόχεια ξεσήκωσε νέο φοβερό διωγμό κατά της Εκκλησίας. Στην Αντιόχεια οδήγησαν τότε μπροστά του δύο μορφωμένους πρεσβυτέρους, τον Ευγένιο και τον Μακάριο, που υπερασπίζονταν με σθένος τη χριστιανική αλήθεια.
Ο Ιουλιανός φιλονικούσε ώρες ολόκληρες μαζί τους για τους θεούς, παραθέτοντας λόγια αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων προς υπεράσπιση της εθνικής του ασέβειας. Δεν μπόρεσε όμως να ησυχάσει τα θεοφόρα στόματα των σοφών γερόντων, αλλά ο ίδιος ηττήθηκε και ντροπιάστηκε ενώπιον όλων των ακροατών. Μη ανεχόμενος αυτή την ταπείνωση, διέταξε να γυμνωθούν οι άγιοι και να χτυπηθούν ανηλεώς με αλύπητο τρόπο μπροστά στον στρατό. Ο Ευγένιος δέχτηκε πεντακόσια χτυπήματα, ενώ ο Μακάριος αμέτρητα πλήθη χτυπημάτων, υπομένοντας όλη τη φρίκη με γαλήνια θεϊκή σιωπή.
Εκείνη ακριβώς την ώρα έτυχε να βρίσκεται στον τόπο της δίκης ο μέγας Αρτέμιος με τα δικά του στρατεύματα. Είχε φτάσει στην Αντιόχεια με αυτοκρατορική εντολή, για να συμμετάσχει με τα τμήματά του στη μεγάλη επικείμενη εκστρατεία κατά των Περσών. Πρόσφερε στον Ιουλιανό τις πρέπουσες τιμές και τα συνηθισμένα δώρα, στεκόμενος δίπλα του την ώρα της φρικτής εκείνης ανάκρισης. Όταν άκουσε όμως τον αποστάτη να βλασφημεί με ακάθαρτο στόμα το πανάγιο όνομα του Χριστού, γέμισε ζήλο για την αλήθεια.
Πλησίασε με τόλμη τον βασιλιά και τον ήλεγξε ευθέως, λέγοντας πως μάταια καταπιέζει ανθρώπους αφιερωμένους στον Θεό και ξένους κάθε αδικίας. Του υπενθύμισε ότι και αυτός είναι αδύναμος άνθρωπος, επιρρεπής στους πειρασμούς του διαβόλου, και πρώτος αίτιος κάθε κακού είναι ο πονηρός. Με δύναμη του διεκήρυξε ότι η ισχύς του Χριστού είναι ακαταμάχητη, και κανείς δεν μπορεί ποτέ να την νικήσει. Ο Ιουλιανός εξεμάνη από τη θαρραλέα παρρησία του και ρώτησε δυνατά ποιος είναι αυτός που τολμά να τον προσβάλλει μπροστά σε όλους.
Όταν έμαθε ότι πρόκειται για τον δούκα και αυγουστάλιο της Αλεξανδρείας, θυμήθηκε αμέσως την παλιά κατηγορία για τον θάνατο του αδελφού του Γάλλου. Πανηγύρισε σαν δαιμονικά εμπνευσμένος και ευχαρίστησε τους εθνικούς θεούς, που τάχα του παρέδωσαν στα χέρια τον φερόμενο αυτό εχθρό του. Διέταξε να αφαιρεθούν τα στρατιωτικά παράσημα και τα διακριτικά του αξιώματος, και να παραδοθεί ο Αρτέμιος γυμνός στους σκληρούς δημίους του. Οι δήμιοι του έδεσαν τα χέρια και τα πόδια, τον τέντωσαν προς τα τέσσερα σημεία της γης και τον χτυπούσαν αδιάκοπα.
Χτυπούσαν με βοϊδοδέρματα τόσο σκληρά την πλάτη και την κοιλιά του, που εναλλάχθηκαν συνολικά τέσσερα διαφορετικά ζευγάρια κουρασμένων δημίων. Όμως ο άγιος έδειξε υπεράνθρωπη υπομονή, και φαινόταν στα μάτια όλων σχεδόν αναίσθητος, χωρίς πόνο, χωρίς στεναγμό και χωρίς καμία κίνηση. Δεν έβγαλε ούτε έναν ήχο, δεν στέναξε καθόλου, δεν φανέρωσε καμία ένδειξη σωματικής οδύνης, όπως συνηθίζουν να δείχνουν οι βασανισμένοι. Η γη εκεί κάτω πότισε από το αίμα του, και αυτός παρέμενε ακλόνητος, κάνοντας να θαυμάζουν όλοι, ακόμη και ο ίδιος ο Ιουλιανός.
Μετά διέταξε να σταματήσουν να τον χτυπούν, και ο άγιος οδηγήθηκε στη φυλακή μαζί με τους μάρτυρες Ευγένιο και Μακάριο. Οι τρεις αθλητές έψαλλαν όλη τη νύχτα τους ψαλμούς, ευχαριστώντας τον Κύριο που τους αξίωσε να ομολογήσουν το όνομά Του. Τα δεμένα σώματά τους έγιναν λυχνάρια αδιάλειπτης προσευχής και ολονύκτιας δοξολογίας μέσα στη σκοτεινή και βαριά φυλακή της Αντιόχειας. Όταν ξημέρωσε, ο Ιουλιανός χώρισε τους μάρτυρες και έστειλε τους Ευγένιο και Μακάριο σε ανθυγιεινή εξορία στην Όαση της Αραβίας.
Στον τόπο εκείνο φυσούσαν θανατηφόροι άνεμοι, και κανείς εξόριστος δεν επιζούσε πάνω από έναν χρόνο, καθώς πάθαινε πάντα θανατηφόρα αρρώστια. Έτσι οι δύο άγιοι έφτασαν σύντομα στη μακάρια κοίμηση, ενώ ο Αρτέμιος έμεινε στην Αντιόχεια και δοκιμάστηκε με ακόμη φοβερότερα μαρτύρια. Στην αρχή ο Ιουλιανός παρουσιάστηκε υποκριτικά σαν λύκος με προβιά προβάτου, και προσπάθησε να δελεάσει τον άγιο με κολακείες και υποσχέσεις. Του υποσχέθηκε να του χαρίσει την υποτιθέμενη ενοχή για τον αδελφό του και να του δώσει το αξίωμα του πρώτου αρχιερέα.
Του πρόσφερε ακόμη να τον ονομάσει πατέρα του και να τον καθίσει δεύτερο μετά τον ίδιο στην ολόκληρη βασιλεία του. Ο άγιος όμως απάντησε με σταθερότητα ότι είναι εντελώς αθώος και δεν είχε ποτέ καμία ανάμειξη στον θάνατο του αδελφού του Γάλλου. Επιπλέον έδωσε ζωντανή μαρτυρία για το ουράνιο σημείο του Σταυρού που είδαν με τον Κωνσταντίνο όλοι μαζί οι στρατιώτες. Δήλωσε με παρρησία ότι ποτέ δεν θα προσκυνήσει τον Απόλλωνα ούτε κανέναν άλλο νεκρό δαίμονα της αρχαίας πλάνης.
Τότε ο Ιουλιανός εξοργίστηκε ξανά, και διέταξε να γυμνώσουν τον άγιο και να τρυπήσουν τα πλευρά του με πυρακτωμένα σιδερένια καρφιά. Στην πλάτη του κάρφωσαν αιχμηρές σιδερένιες τρίαινες, αλλά εκείνος έμεινε πάλι ακλόνητος και θαυμαστά υπομονετικός σε αυτή την απάνθρωπη βία. Έπειτα τον έκλεισε ξανά στη φυλακή χωρίς νερό και χωρίς τροφή, αλλά ο Χριστός μαζί με τους αγίους αγγέλους τον επισκέφθηκε. Στη φυλακή φάνηκε ο ίδιος ο Κύριος και του είπε να έχει θάρρος, γιατί είναι πάντοτε μαζί του και τον προστατεύει.
Τον βεβαίωσε ότι θα τον γλιτώσει από κάθε πόνο και ότι του ετοιμάζει στους ουρανούς τον αμάραντο στέφανο της δόξας. Από εκείνη τη στιγμή καμία πληγή δεν έμεινε στο σώμα του αγίου, και η ψυχή του γέμισε με ουράνια θεϊκή παρηγοριά. Στη συνέχεια ο Ιουλιανός διέταξε να σχιστεί ένας τεράστιος βράχος, να τοποθετηθεί από πάνω του δεμένος, και να τον συντρίψουν εντελώς. Έτσι κι έγινε, και ο βράχος συνέτριψε όλα τα οστά του, του έβγαλε τα σπλάχνα και του έβγαλε τα μάτια από τις κόγχες.
Όμως ο άγιος έμεινε ολοζώντανος μέσα στη συντριβή, και έψαλλε τους ψαλμούς του Δαβίδ, παρακαλώντας τον Κύριο να μην τον εγκαταλείψει. Όταν αφαίρεσαν το βάρος μετά από ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο, τον βρήκαν να ζει ακόμη, να περπατά και να μιλά καθαρά. Ο τύραννος αυτοκράτορας τρομοκρατήθηκε από το θέαμα και διέταξε τελικά να αποκεφαλιστεί ο αληθινός αυτός αθλητής του Χριστού. Έτσι ο μέγας μάρτυς Αρτέμιος αποκεφαλίστηκε στις είκοσι του μηνός Οκτωβρίου, και άκουσε φωνή από τον ουρανό να τον προσκαλεί.
Η διακόνισσα Αρίστη παρέλαβε με τιμές το τίμιο λείψανο, το μύρωσε με αρώματα και το έστειλε στη βασιλίδα των πόλεων. Ο ψευδής Ιουλιανός σύντομα τιμωρήθηκε στο πεδίο της μάχης από αόρατο χέρι, ομολογώντας ψυχορραγώντας τη νίκη του αληθινού Γαλιλαίου. Πρεσβείαις του πανενδόξου μεγαλομάρτυρος Αρτεμίου, Χριστέ ο Θεός, ελέησε και διαφύλαξε όλους εμάς τους ταπεινούς δούλους Σου, αμήν.