Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Όσιος Νικόλαος Σβιάτοσα, Πρίγκιπας του Τσερνίγκοβ
Στην εποχή που η Ρωσική γη γνώριζε ακόμη τη λάμψη της πριγκιπικής εξουσίας, ένας νεαρός βλαστός βασιλικής γενιάς αποφάσισε να ανταλλάξει τον επίγειο θρόνο με τη μοναχική κουκούλα. Ο μακάριος Νικόλαος υπήρξε δισέγγονος του μεγάλου πρίγκιπα Ιαροσλάβου του Σοφού και γιος του Δαβίδ Σβιατοσλάβιτς, ηγεμόνα του Τσερνίγκοβ. Ο ίδιος έλαβε νωρίς την εξουσία ως πρίγκιπας του Λουτσκ, με τιμές, δόξα και ολόκληρη αυλή υποτελών στη διάθεσή του. Είχε νυμφευθεί και είχε αποκτήσει παιδιά, ενώ η κόρη του παντρεύτηκε αργότερα τον πρίγκιπα του Νοβγκορόντ Άγιο Βσέβολοντ Γαβριήλ.
Από τα πρώτα νεανικά του χρόνια όμως κατάλαβε καθαρά την προσωρινότητα της κοσμικής εξουσίας και τη ματαιότητα κάθε επίγειας δόξας. Έβλεπε ολοκάθαρα ότι μόνο στους ουρανούς υπάρχει βασιλεία αιώνια, γεμάτη από εκείνα τα ανεκλάλητα αγαθά που ο Κύριος ετοίμασε για τους αγαπώντες Αυτόν. Όπως ακριβώς ο ινδικός πρίγκιπας Ιωάσαφ, έτσι και ο Νικόλαος εγκατέλειψε τη δόξα, τον πλούτο, την τιμή και την εξουσία του χωρίς δεύτερη σκέψη. Στις δεκαεπτά Φεβρουαρίου του χίλια εκατό έξι ο ευλογημένος πρίγκιπας άφησε την οικογένεια και την αυλή του και κατέφυγε στη Μονή των Σπηλαίων του Κιέβου.
Εκεί κουρεύτηκε μοναχός και ντύθηκε το τίμιο ράσο, ξεκινώντας μια νέα ζωή απόλυτης ταπείνωσης και ολόκαρδης υπακοής στους πατέρες της μονής. Στη μοναχική του πορεία ο Όσιος Νικόλαος έλαμψε με τόση αγιότητα ζωής, ώστε όλοι όσοι έβλεπαν τα έργα του δόξαζαν τον Θεό. Διέπρεψε ιδιαίτερα στο μεγάλο διακόνημα της υπακοής, ξεκινώντας από τα πιο ταπεινά καθήκοντα της κοινοβιακής μοναστηριακής ζωής. Στην αρχή ανέλαβε υπηρεσία στο μαγειρείο της μονής, όπου δούλευε χειρωνακτικά για την αδελφότητα και έκοβε ξύλα με τα ίδια του τα χέρια.
Τα μετέφερε ταπεινά στους ώμους του από την όχθη του ποταμού, εκτελώντας με προθυμία και ακούραστο ζήλο κάθε ανάγκη της κουζίνας. Όταν τα ευγενή αδέλφια του Ιζιάσλαβος και Βλαδίμηρος έμαθαν για τους κόπους του, επιχείρησαν να τον αποτρέψουν από αυτή τη βαριά εργασία. Ο γνήσιος υπάκουος όμως δάκρυσε και ζήτησε από εκείνους ακόμη έναν χρόνο για να συνεχίσει την υπηρεσία του στο μαγειρείο. Εργάστηκε εκεί συνολικά τρία ολόκληρα χρόνια με πλήρη επιμέλεια και ευσυνείδητη αφοσίωση στην αδελφότητα της μονής.
Μετά μετατέθηκε στο διακόνημα της πύλης της μονής, όπου παρέμενε φύλακας χωρίς ποτέ να απομακρύνεται παρά μόνο για την εκκλησία. Πέρασε άλλα τρία χρόνια σε αυτό το νέο διακόνημα, υπηρετώντας με ταπείνωση κάθε επισκέπτη και αδελφό που έφθανε στη μονή. Έπειτα τοποθετήθηκε στην τράπεζα της αδελφότητας, όπου διακόνησε με τέτοιον ζήλο, ώστε κέρδισε την αγάπη και την εκτίμηση όλων των μοναχών. Αφού πέρασε καλά όλα αυτά τα διακονήματα, ο Νικόλαος ζήτησε την ευλογία του ηγουμένου και της αδελφότητας για να αναλάβει τον αυστηρό βίο της ησυχίας.
Άρχισε λοιπόν να φροντίζει για τη σωτηρία της ψυχής του μέσα στη σιωπή και στην αδιάκοπη ευχή του Ιησού. Με τα ίδια του τα χέρια κατασκεύασε έναν μικρό κήπο δίπλα στο κελί του, για να συνδυάσει χειρωνακτική εργασία και προσευχή. Σε όλα τα χρόνια της μοναχικής του ζωής δεν τον είδαν ποτέ χωρίς δουλειά, καθώς πάντα κρατούσε κάτι στα χέρια του. Στα χείλη του ακουγόταν αδιάκοπα η μονολόγιστη ευχή, καθώς επικαλούνταν ασταμάτητα το πανάγιο όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού.
Δεν γευόταν ποτέ τίποτε άλλο εκτός από τη συνηθισμένη φαγητό της κοινής τράπεζας της μονής, και αυτό σε ελάχιστη μάλιστα ποσότητα. Αν τύχαινε να λάβει κάτι από συγγενείς εξαιτίας της πριγκιπικής του καταγωγής, το διέθετε αμέσως στις ανάγκες των ξένων, των φτωχών και της ναοδομίας. Με τα χρήματα που του έφερναν αγόρασε για την εκκλησία πολλά πολύτιμα λειτουργικά βιβλία, ωφελώντας έτσι την κοινή πνευματική ζωή. Έχτισε επίσης μέσα στη μονή τον ναό της Αγίας Τριάδος και το παρεκκλήσι του προστάτη του Αγίου Νικολάου για το νοσοκομείο.
Έγινε ο πρώτος Ρώσος πρίγκιπας που αποδέχθηκε τον μοναχικό βίο, ανοίγοντας έναν δρόμο που λίγοι μέχρι τότε είχαν τολμήσει να ακολουθήσουν. Δίπλα στον Νικόλαο βρισκόταν ένας πιστός γιατρός ονόματι Πέτρος, σύριος στην καταγωγή, που τον είχε ακολουθήσει από τα χρόνια της πριγκιπικής εξουσίας. Όταν είδε την εκούσια πτωχεία του κυρίου του, εγκαταστάθηκε στο Κίεβο και άρχισε να θεραπεύει εκεί πολλούς ασθενείς. Επισκεπτόταν όμως συχνά τη μονή και έβλεπε με πόνο τη σκληρή νηστεία και τις χειρωνακτικές υπηρεσίες του πρίγκιπα μοναχού.
Τον προέτρεπε επανειλημμένα να εγκαταλείψει αυτόν τον αυστηρό βίο, λέγοντας ότι ο Θεός δεν αναζητά νηστεία υπεράνω δυνάμεων αλλά καθαρή και ταπεινή καρδιά. Ο Νικόλαος του απαντούσε με πραότητα ότι η σάρκα πρέπει να ταπεινώνεται για να μην πολεμά τον πνευματικό αγώνα. Επικαλούνταν τον λόγο του αποστόλου Παύλου ότι η δύναμη του Θεού στην ασθένεια του ανθρώπου τελειοποιείται με τρόπο μυστικό. Έλεγε ότι ο Θεός θέλει ταπεινή και καθαρή καρδιά, η οποία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς νηστεία και ασκητικό αγώνα.
Ευχαριστούσε μάλιστα τον Κύριο που τον ελευθέρωσε από τις κοσμικές μέριμνες και τον έκανε ταπεινό υπηρέτη των ευλογημένων μαυροφόρων αδελφών. Όταν αρρώστησε κάποτε ο ίδιος ο γιατρός Πέτρος, ο Νικόλαος του προφήτευσε με μυστική γνώση ότι θα γινόταν καλά σε τρεις ημέρες. Έγινε πράγματι όπως είπε, και ο γιατρός θεραπεύτηκε ακριβώς όπως είχε υποσχεθεί ο μακάριος γέροντας μέσα από το χάρισμά του. Καθώς ολοκλήρωνε ο Νικόλαος το διακόνημα του πυλωρού, κάλεσε τον γιατρό Πέτρο και του φανέρωσε με πραότητα την επικείμενη κοίμησή του.
Του είπε ότι έπρεπε να κουρευτεί κι εκείνος μοναχός και να συνεχίσει στη θέση του τον πνευματικό αγώνα μέσα στη Μονή των Σπηλαίων. Του προανήγγειλε ότι σε τρεις μήνες ο ίδιος θα έφευγε από αυτόν τον κόσμο, και τον προέτρεψε να ετοιμαστεί κατάλληλα. Ο γιατρός Πέτρος έπεσε στα πόδια του και τον παρακάλεσε με πικρά δάκρυα να μην τον αφήσει μόνο και ορφανό. Ζήτησε μάλιστα από τον Θεό να πεθάνει αυτός αντί του δασκάλου του, για να συνεχίσει εκείνος να ωφελεί τους πολλούς.
Ο μακάριος γέροντας τον σήκωσε από το έδαφος και του είπε ότι καλύτερα να ελπίζει στον Κύριο παρά στους πρίγκιπες. Πήγαν μαζί στο σπήλαιο, και ο Νικόλαος ετοίμασε εκεί τη θέση του τάφου του με τη σιωπηλή συμμετοχή του γιατρού. Συμφώνησαν τελικά να γίνει το θέλημα του Κυρίου, και ο Πέτρος κουρεύτηκε μοναχός μετά από συμβουλή του γέροντα. Πέρασε τρεις ολόκληρους μήνες σε αδιάλειπτη προσευχή νύχτα και μέρα, χύνοντας δάκρυα μετανοίας για την επικείμενη έξοδό του.
Όταν έφτασε η προφητευμένη μέρα, κοινώνησε τα άχραντα μυστήρια, ξάπλωσε στο κρεβάτι και παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του στον Κύριο. Μετά την κοίμηση του γιατρού, ο μακάριος πρίγκιπας Νικόλαος Σβιάτοσα συνέχισε τον ασκητικό του αγώνα για άλλα τριάντα ολόκληρα χρόνια, χωρίς ποτέ να βγει από τη μονή. Έφτασε σε υψηλά μέτρα αγιότητας και τελειότητας, σύμφωνα με το ίδιο το πατρώνυμό του Σβιάτοσα, που σημαίνει αφιερωμένος. Παρέδωσε τελικά την ψυχή του στον αιώνιο Βασιλέα της ταπεινώσεως, τον Κύριο Ιησού Χριστό, και μετέβη στην ουράνια βασιλεία.
Την ημέρα της κοιμήσεώς του ολόκληρη η πόλη του Κιέβου συγκεντρώθηκε στη μονή για να του αποδώσει τον τελευταίο ασπασμό και να ζητήσει τις πρεσβείες του. Ξεχωριστά θρήνησαν τα αδέλφια του Ιζιάσλαβος και Βλαδίμηρος, που έχασαν για πάντα τον άγιο συγγενή τους. Ο Ιζιάσλαβος ζήτησε από τον ηγούμενο ως ευλογία τον σταυρό, το προσκέφαλο και το σκαμνί που χρησιμοποιούσε ο αδελφός του στις γονυκλισίες. Όταν αργότερα ο ίδιος ο Ιζιάσλαβος έπεσε βαριά άρρωστος, ζήτησε νερό από το πηγάδι των Σπηλαίων του Κιέβου και τη μάλλινη χιτώνα του μακαρίου αδελφού του.
Φόρεσε τη χιτώνα, ήπιε από το νερό, και αμέσως αναστηθηκε από την ασθένεια του, δοξάζοντας τον Θεό και τους Αγίους του. Από τότε φορούσε πάντοτε τη μάλλινη χιτώνα του Νικολάου σε κάθε ασθένεια και σε κάθε εκστρατεία, παραμένοντας αβλαβής. Όσιε Νικόλαε Σβιάτοσα μακάριε πρίγκιπα και ασκητή των Σπηλαίων, πρέσβευε στον Κύριο για όλους εμάς που τιμούμε την ιερή σου μνήμη, αμήν.